Έχει απορριφτεί κατά καιρούς ο Ντάνι Μπόιλ (δημιουργός, μεταξύ μπόλικων άλλων, του Trainspotting, του Slumdog Millionaire και του 127 Ώρες) ως επαγγελματίας ποπ στυλίστας που ερεθίζει τα επιφανειακά ένστικτα και αποφεύγει να ανοίγεται στα βαθιά.

 

Όταν, όμως, έκανε μια ταινία με ρυθμούς περίσκεψης και βάθος χαρακτήρων σαν το Steve Jobs, το κοινό δεν έδειξε και τόσο ενθουσιασμό, προτιμώντας να ενισχύει τα προϊόντα της Apple παρά να παρακολουθήσει δραματοποιημένα τα σκοτεινά μονοπάτια της ψυχοσύνθεσης του ιδρυτή της.

 

Πριν λοιπόν ξεκινήσει τη διαδικασία δημιουργίας του 25ου Τζέιμς Μποντ, ο Σκωτσέζος σκηνοθέτης (και παραγωγός τακτικά πλέον) μπαίνει κι αυτός στο κόλπο των τηλεοπτικών σειρών μ' αυτή την απολαυστική παραγωγή δέκα επεισοδίων, η οποία αφηγείται με άψογο στυλ και με αυθαίρετη και παιγνιώδη διάθεση τα γεγονότα γύρω από την υπόθεση της απαγωγής του 16χρονου εγγονού (και συνονόματου) του βαθύπλουτου μεγιστάνα Τζον Πολ Γκέτι, στη Ρώμη το 1973.

 

Δεν έχω δει την ταινία, αλλά μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι μπορεί να συγκριθεί η ερμηνεία του με τη σαρδόνια απόλαυση με την οποία αγκαλιάζει το ρόλο ο Ντόναλντ Σάδερλαντ στο Trust, καθώς χειραγωγεί τους πάντες και τα πάντα τριγύρω του, από τους γιους του και τον ατυχή μπάτλερ μέχρι το δυτικού τύπου χαρέμι που έχει εγκαταστήσει (τέσσερις γυναίκες διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικών λειτουργιών) στην εντυπωσιακή έπαυλη.


Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι έγινε ξαφνικά της μόδας αυτή η περίεργη υπόθεση που τότε είχε γίνει πρωτοσέλιδη είδηση στα πέρατα του πλανήτη και φέτος αντιπροσωπεύεται ως αφήγημα στην μεγάλη και στη μικρή οθόνη με δύο παραγωγές υψηλού πρεστίζ.

 

Στο σινεμά είχαμε την περίπτωση του «Όλα τα λεφτά του κόσμου» (All the Money in the World) του Ρίντλεϊ Σκοτ, όπου λόγω του γνωστού σκανδάλου και των καταγγελιών εις βάρος του, ο Κέβιν Σπέισι αντικαταστάθηκε κακήν κακώς από τον Κρίστοφερ Πλάμερ (που κέρδισε και υποψηφιότητα για Όσκαρ) στον ρόλο του σκατόψυχου πατριάρχη που στεγάζει τηλεφωνικό θάλαμο στην υπερπολυτελή έπαυλή του για να μην πληρώνει τους λογαριασμούς των κατά καιρούς ενοίκων και αρνείται να διαπραγματευτεί με τους απαγωγείς του ανήλικου «χίπι» εγγονού του είτε επειδή πιστεύει ότι η απαγωγή είναι στημένη από τον μικρό (που ίσως ήταν καταρχάς, πριν πάνε όλα τραγικά λάθος), είτε επειδή απλά δεν τον νοιάζει.


Δεν έχω δει την ταινία, αλλά μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι μπορεί να συγκριθεί η ερμηνεία του με τη σαρδόνια απόλαυση με την οποία αγκαλιάζει το ρόλο ο Ντόναλντ Σάδερλαντ στο Trust, καθώς χειραγωγεί τους πάντες και τα πάντα τριγύρω του, από τους γιους του και τον ατυχή μπάτλερ μέχρι το δυτικού τύπου χαρέμι που έχει εγκαταστήσει (τέσσερις γυναίκες διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικών λειτουργιών) στην εντυπωσιακή έπαυλη με την ακόμα πιο εντυπωσιακή πισίνα με τα αγάλματα και τα κατάμαυρα νερά σαν το πετρέλαιο που αναβλύζει από τις δεξαμενές του ομίλου-κολοσσού της οικογένειας Γκέτι.
 

 

 

Ακόμα πιο εντυπωσιακά είναι τα γυρίσματα στην Ρώμη και τα περίχωρα της, είτε πρόκειται για το στούντιο/τεκέ που διαμένει ο Τζ. Πολ Γκέτι ο Τρίτος ενώ έξω λούζει τα πάντα το αιώνιο απομεσήμερο στο κέντρο της ιταλικής πρωτεύουσας είτε για τη μεγαλειώδη εξοχή, ασχέτως αν πρόκειται για σκηνικό διεξαγωγής στυγνών εγκληματικών πράξεων.

 

Το καστ –τόσο το αγγλόφωνο όσο και το ιταλόφωνο– μοιάζει εξαιρετικά επιλεγμένο, αυτός όμως που ξεχωρίζει πραγματικά παρά τον μικρό σχετικά ρόλο είναι ο Μπρένταν Φρέιζερ που είχε χαθεί τα τελευταία χρόνια, είχε δώσει όμως μια επίσης εκπληκτική ερμηνεία στο ρόλο του δεσμοφύλακα στον τελευταίο κύκλο του The Affair.

 

Εδώ υποδύεται μοναδικά έναν Τεξανό «ντετέκτιβ» / fixer ονόματι Τσέις, πρώην στέλεχος της CIA που πλέον αποτελεί τον «υπεύθυνο ασφαλείας» και άνθρωπο για όλες τις (βρομο)δουλειές του μεγιστάνα Γκέτι.

 

Ο Τσέις ταξιδεύει στη Ρώμη επιχειρώντας να «καθαρίσει» την υπόθεση πριν εμπλακούν οι (εντελώς διστακτικές ούτως ή άλλως) ιταλικές Αρχές, αλλά ακόμα κι αυτός δυσκολεύεται να βγάλει άκρη.

 

Ακόμα πιο εντυπωσιακά είναι τα γυρίσματα στην Ρώμη και τα περίχωρα της.
Ακόμα πιο εντυπωσιακά είναι τα γυρίσματα στην Ρώμη και τα περίχωρα της.

 

Σε κάποια ανύποπτη στιγμή μάλιστα αποφασίζει να επικοινωνήσει στον θεατή κάποιες από τις σκέψεις του, απευθυνόμενος με χαμόγελο απευθείας στην κάμερα: «Τι να πεις για το 1973; Δεν είναι χρονιά ορόσημα, καμιά σχέση με το 1945 ή το 1969 φερ' ειπείν.

 

Τα sixties έχουν σχολάσει, η ντίσκο δεν έχει έρθει ακόμα και μάθαμε από την ήττα του Βιετνάμ ότι η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στον πλανήτη είναι ανίσχυρη μπροστά σε δυνάμεις ανταρτών με παρωχημένο εξοπλισμό.

 

Το 1973 είναι σαν ένα κορίτσι με ποντικίσια μαλλιά που βγαίνεις για λίγο μεταξύ σχέσεων», σολάρει ο Τσέις για να καταλήξει σχετικά με την υπόθεση, παραφράζοντας τη ρήση του Τολστόι για τις οικογένειες που είναι δυστυχισμένες με διαφορετικούς τρόπους:

 

«Αποδεικνύεται τελικά ότι μια πλούσια ζωή μπορεί να είναι εξίσου χάλια με μια φτωχή – απλά τα χάλια είναι διαφορετικού τύπου. Αλλά αυτό το γνωρίζατε ήδη...».