Αν υπάρχει μια ξένη χώρα στην οποία αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου, αυτή είναι η Ιταλία. Την έχουμε επισκεφθεί πολλές φορές, σε κάποιες πόλεις έχουμε πάει κατ' επανάληψη, εξακολουθούμε όμως να μην τη χορταίνουμε. Αυτήν τη φορά σειρά είχε η Λομβαρδία. Μια και το Μιλάνο μάς έπεφτε λίγο ακριβό, αποφασίσαμε να την εξερευνήσουμε με το αυτοκίνητό μας, έχοντας για βάση το Μπέργκαμο.


Μπέργκαμο

Όταν φτάσαμε στο Μπέργκαμο, υπήρχαν καλά και κακά νέα. Τα καλά ήταν ότι η πόλη φαινόταν να αξίζει και με το παραπάνω την επίσκεψη. Τα κακά ήταν ότι το δωμάτιο που είχαμε νοικιάσει μέσω Αirbnb είχε κοινόχρηστο μπάνιο, το οποίο, εκτός από το άλλο ζευγάρι τουριστών που συναντήσαμε εκεί, το χρησιμοποιούσε και η τετραμελής οικογένεια των ιδιοκτητών.

 

Το πάθημα μάς έγινε μάθημα, αφού όμως δεν μπορούσε να αλλάξει η κατάσταση, το πήραμε απόφαση και ξεκινήσαμε να εξερευνήσουμε το Μπέργκαμο. Η πόλη έχει δύο όψεις, την επίπεδη Citta Bassa με τις μεγάλες πλατείες, τους εμπορικούς πεζόδρομους, τα ιστορικά αλλά και σύγχρονα κτίρια, και τη μεσαιωνική Citta Alta, που είναι σκαρφαλωμένη πάνω στον λόφο και προστατευμένη από καλοδιατηρημένα ενετικά τείχη.

 

Αυτή η τελευταία μάς έκλεψε την καρδιά, όταν, διασχίζοντας τη Via Combito, φτάσαμε στην Piazza Vecchia, την ομορφότερη πλατεία της Ευρώπης, σύμφωνα με τον Λε Κορμπιζιέ. Το Palazzo della Ragione του 12ου αιώνα με τον μαρμάρινο λέοντα της Βενετίας, ο συνομήλικος πύργος Campanone και το παλιό δημαρχείο στολίζουν την πλατεία που είναι γεμάτη καλαίσθητα μαγαζιά.

 

Μετά από μια ζεστή σοκολάτα στο Caffè del Tasso, που λειτουργεί από το 1476, βρεθήκαμε στη διπλανή Piazza del Duomo για να δούμε τη βασιλική Santa Maria Maggiore, το περίτεχνο αναγεννησιακό παρεκκλήσι Cappella Colleoni και το οκταγωνικό βαπτιστήριο του 1340.

 

Το Crespi d'Adda είναι Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, καθώς είναι ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα δείγματα βιομηχανικού οικισμού στην Ευρώπη. Το χωριό, που ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ιδρύθηκε από τον Cristoforo Benigno Crespi για να στεγάσει τους εργάτες του εργοστασίου υφασμάτων της οικογένειας Crespi. Είχε τα πάντα: σχολείο, νοσοκομείο, εκκλησία, γυμναστήριο, ακόμα και ένα μικρό θέατρο.


Δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε μια επίσκεψη στο γειτονικό Trezzo sull'Adda για να δούμε ένα βιομηχανικό μνημείο που βρίσκεται στο εθνικό πάρκο του ποταμού Adda, τον υδροηλεκτρικό σταθμό «Taccani of Trezzo», ο οποίος βρίσκεται ακόμα σε λειτουργία, παρότι είναι έργο που ολοκληρώθηκε το 1906. Η τεχνική ανοίγματος των «κλειδιών» του φράγματος, που πλέον συναντάμε στα περισσότερα φράγματα, αξίζει να σημειωθεί ότι στηρίχτηκε σε σχέδια του Λεονάρντο ντα Βίντσι.

 

Πέρα από την ομορφιά του καταπράσινου τοπίου, στο χωριό υψώνεται από τον 14ο αιώνα ο πύργος των Βισκόντι – αν το μυαλό σας πήγε στον σπουδαίο σκηνοθέτη και κόμη του Λονάτε Ποτσόλο, καλά έκανε.

 

Ο υδροηλεκτρικός σταθμός «Taccani di Trezzo» βρίσκεται ακόμα σε λειτουργία, παρότι είναι έργο που ολοκληρώθηκε το 1906.
Ο υδροηλεκτρικός σταθμός «Taccani di Trezzo» βρίσκεται ακόμα σε λειτουργία, παρότι είναι έργο που ολοκληρώθηκε το 1906.


Επιστρέφοντας, πήγαμε για ένα παγωτό στο μοναδικό καφενείο ενός ξεχωριστού χωριού. Το Crespi d'Adda είναι Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, καθώς είναι ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα δείγματα βιομηχανικού οικισμού στην Ευρώπη. Τ

 

ο χωριό, που ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ιδρύθηκε από τον Cristoforo Benigno Crespi για να στεγάσει τους εργάτες του εργοστασίου υφασμάτων της οικογένειας Crespi. Είχε τα πάντα: σχολείο, νοσοκομείο, εκκλησία, γυμναστήριο, ακόμα και ένα μικρό θέατρο. Το εργοστάσιο έκλεισε το 2003, το χωριό αγοράστηκε από μια μεγάλη εταιρεία και πλέον όλο και περισσότερα σπίτια κατοικούνται ξανά. Προσωπικά, όσο βρισκόμουν εκεί είχα την περίεργη αίσθηση ότι ο χρόνος έχει στ' αλήθεια σταματήσει – δεν θυμάμαι να έχω ξανανιώσει έτσι.


Το τελευταίο βράδυ που περάσαμε στο Μπέργκαμο δεν καταφέραμε να παρκάρουμε στα τείχη και αποφασίσαμε να πάμε για φαγητό στην Citta Bassa. Αφήσαμε το αυτοκίνητο έξω από το εντυπωσιακό θέατρο Ντονιτσέτι του 18ου αιώνα –ο Ιταλός συνθέτης ήταν γέννημα-θρέμμα της πόλης– και όταν επιστρέψαμε το βρήκαμε παραβιασμένο. Εκτός από έναν σάκο με άπλυτα και σουβενίρ, οι διαρρήκτες είχαν κλέψει και δύο μπουκάλια κόκκινο κρασί, αφήνοντάς μας για παρηγοριά ισάριθμα λευκά. Γούστα είναι αυτά.


Μιλάνο

H Piazza del Duomo στο Μιλάνο με τον περίφημο καθεδρικό, τον δεύτερο μεγαλύτερο γοτθικό ναό του κόσμου.
H Piazza del Duomo στο Μιλάνο με τον περίφημο καθεδρικό, τον δεύτερο μεγαλύτερο γοτθικό ναό του κόσμου.

 

Η πρώτη μας στάση στο Μιλάνο ήταν ελαφρώς ανορθόδοξη. Αυτό που θέλαμε διακαώς ήταν να πιούμε καφέ στο Fondazione Prada, στον νέο του χώρο για την ακρίβεια, που στεγάζεται σε ένα αιωνόβιο αποστακτήριο, διαμορφωμένο σε κέντρο τεχνών από τον αρχιτέκτονα Rem Koolhaas.

 

Το συγκρότημα είναι εντυπωσιακό: το «στοιχειωμένο σπίτι», που οφείλει το όνομά του στην ερειπιώδη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, είναι πλέον ντυμένο με φύλλα χρυσού – ο δικός μας καημός, όμως, ήταν το café. Δεν βρίσκεται κανείς κάθε μέρα σε έναν χώρο σχεδιασμένο εξ ολοκλήρου από τον Γουές Άντερσον, τον σκηνοθέτη της λατρεμένης ταινίας «Ξενοδοχείο Grand Budapest». Δεν θα πω πολλά, μόνο αυτό: να πάτε.


Η συνέχεια της επίσκεψής μας στο Μιλάνο ήταν παραδοσιακή. Φτάσαμε στην Piazza del Duomo με τον περίφημο καθεδρικό, τον δεύτερο μεγαλύτερο γοτθικό ναό του κόσμου, και στη συνέχεια βολτάραμε στην Γκαλερία Βιτόριο Εμανουέλε Β', την υπέροχη, υπερπολυτελή εμπορική στοά που κατασκευάστηκε την περίοδο 1865-1877 και δεν χορταίνεις να τη βλέπεις.

 

Στην είσοδό της βρίσκεται από το 1915 ένα από τα ιστορικά μπαρ της πόλης, το Camparino, που ξεκίνησε σερβίροντας –τι άλλο;– κοκτέιλ με Campari. Οι τιμές είναι «απογειωμένες», ήπιαμε λοιπόν το γνωστό εσπρεσάκι στα όρθια, που παντού στην Ιταλία είναι σε... διατίμηση.

 

Σειρά είχε η Πινακοθήκη Μπρέρα με μια εντυπωσιακή σε ποιότητα συλλογή έργων τέχνης, κυρίως Ιταλών ζωγράφων. Αν βρεθείτε εκεί, φροντίστε να είναι Πέμπτη απόγευμα: με μόλις τρία ευρώ είσοδο, αντί 15, θα περιηγηθείτε στις αίθουσες ακούγοντας ζωντανή κλασική μουσική στο πλαίσιο της δράσης «3 ευρώ, 3 ώρες μουσική».

 

Περιμένοντας να πάει 6, τριγυρίσαμε στην περιοχή, που είναι ιδιαίτερα ζωντανή, τιμήσαμε το ριζότο Μιλανέζε, είδαμε και τις βιτρίνες των μεγάλων οίκων μόδας – φάτε μάτια ψάρια, που λέει και ο σοφός λαός. Τέλος, ύστερα από τρεις ώρες ζωγραφικής μετά μουσικής, καθώς παίρναμε τον δρόμο της επιστροφής για το Μπέργκαμο, συνειδητοποιήσαμε ότι ξεχάσαμε να δούμε τη Σκάλα του Μιλάνου...


Λίμνη Κόμο

Υπάρχουν προϋποθέσεις για να απολαύσεις την ομορφιά της λίμνης Κόμο.
Υπάρχουν προϋποθέσεις για να απολαύσεις την ομορφιά της λίμνης Κόμο.

 

Είναι υπέροχη η λίμνη Κόμο. Καταπληκτικές βίλες, γραφικά χωριά, πανέμορφο φυσικό τοπίο, σταρ του Χόλιγουντ, τα έχει όλα. Υπάρχουν, όμως, προϋποθέσεις για να απολαύσεις την ομορφιά της και στην περίπτωσή μας δεν υπήρχε η κυριότερη: η σωστή εποχή.

 

Στο Κόμο, στην ομώνυμη πόλη για την ακρίβεια, πήγαμε Αύγουστο, μαζί με ορδές τουριστών, κυρίως Ασιατών. Πας να ζήσεις τον μύθο σου και βλέπεις δεκάδες τύπους καθισμένους κατάχαμα στα πεζοδρόμια να τρώνε μπέργκερ από τα McDonald's, ενώ εκατοντάδες περιμένουν τη σειρά τους για μια βαρκάδα στη λίμνη, και ξενερώνεις. Αυτό δεν το θέλει ούτε ο Τζορτζ Κλούνεϊ, που υποθέτω πως τέτοιες εικόνες τού είναι παντελώς άγνωστες.

 

Η βαρκάδα, προφανώς, απορρίφθηκε ως επιλογή και γυρίσαμε την πλάτη στη λίμνη. Περπατώντας στην πόλη, εντοπίσαμε τον Καθεδρικό του Κόμο με την εντυπωσιακή γοτθική όψη και καθίσαμε για καφέ απέναντί του, δίνοντας μια μικρή μάχη για να εξασφαλίσουμε τραπέζι. Δύο πράγματα είναι σίγουρα: δεν είδαμε τίποτα από τη λίμνη και την ομορφιά της και δεν πρόκειται να ξαναπάμε εκεί καλοκαίρι.


Λίμνη Όρτα

 Κουκλίστικα σπίτια με γκρίζα κεραμίδια, όμορφοι κήποι και μια υπέροχη πλατεία, η Piazza Motta, με το παλατσότο του 16ου αιώνα να ξεχωρίζει.
Κουκλίστικα σπίτια με γκρίζα κεραμίδια, όμορφοι κήποι και μια υπέροχη πλατεία, η Piazza Motta, με το παλατσότο του 16ου αιώνα να ξεχωρίζει.

 

Τη λίμνη Όρτα δεν την είχα ξανακούσει, αλλά αυτός που επιμελείται τα ταξίδια μας είναι μερακλής. Κατευθυνθήκαμε προς το Orta San Giulio, την ομορφότερη πόλη της λίμνης, πλησιάζοντας, όμως, άρχισαν να μας ζώνουν τα φίδια. Δεδομένου ότι στα μεσαιωνικά καλντερίμια δεν μπαίνουν αυτοκίνητα, περιμετρικά της πόλης υπάρχουν πάρκινγκ για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών. Και αφού, απ' ό,τι φαίνεται, είναι πολλοί αυτοί που γνωρίζουν την περιοχή, όλα μα όλα τα πάρκινγκ ήταν γεμάτα. Εντελώς.

 

Την ώρα που ο εκνευρισμός από το πολύ ψάξιμο είχε αρχίσει να πιάνει ταβάνι και ενώ είχα προλάβει ήδη να τσακωθώ σε άπταιστα αγγλικά για μια θέση, είδαμε μια καφετέρια πάνω στον λόφο με πάρκινγκ «μόνο για πελάτες». Ήπιαμε τον καπουτσίνο μας κάτω από τα δέντρα, φάγαμε κρουασάν και φεύγοντας ενημερώσαμε ότι θα αφήσουμε λίγο ακόμα το αυτοκίνητο για να δούμε τον οικισμό, όπερ και εγένετο.

 

Αντικρίζοντας την πόλη, καταλάβαμε αμέσως την αιτία της δημοφιλίας της. Κουκλίστικα σπίτια με γκρίζα κεραμίδια, όμορφοι κήποι και μια υπέροχη πλατεία, η Piazza Motta, με το παλατσότο του 16ου αιώνα να ξεχωρίζει. Από την πλατεία μπορεί κανείς να δει ένα από τα highlights της περιοχής, το λιλιπούτειο νησί της λίμνης. Στο Isola San Giulio ξεχωρίζει η επιβλητική εκκλησία του 4ου αιώνα, αφιερωμένη στον Άγιο Ιούλιο εννοείται. Σύμφωνα με τους επαΐοντες, πρόκειται για την εκατοστή εκκλησία που έχτισε ο Άγιος Ιούλιος ο πρεσβύτερος εξ Αιγίνης, όταν στο τέλος του βίου του αποσύρθηκε στη λίμνη Όρτα. Κάτι ήξερε.