Έναν χρόνο πριν, το καλοκαίρι του '19, ετοιμαζόταν να πάει να συναντήσει τη SCOT (Suzuki Company of Tonga), την ομάδα του κορυφαίου Ιάπωνα σκηνοθέτη Ταντάσι Σουζούκι, με την προοπτική να ενταχθεί σε αυτήν και να συνεχίσει την υποκριτική του πορεία στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Δεν θα 'ταν η πρώτη φορά, αφού έχει παρακολουθήσει επανειλημμένως τα καλοκαιρινά σεμινάρια του Σουζούκι.

 

Εκείνο το ταξίδι δεν έγινε ποτέ. Προέκυψαν οι «Άγριες Μέλισσες» και ο ρόλος του Νικηφόρου κι έτσι ο 31χρονος ηθοποιός Αναστάσης Ροϊλός, κάνοντας στροφή 180°, παρέμεινε στην Ελλάδα για μια τηλεοπτική σειρά υψηλών προδιαγραφών που κανείς δεν γνώριζε την τεράστια επιτυχία και αποδοχή που θα σημείωνε ‒ ούτε εκείνος ότι θα γινόταν ξαφνικά ένας από τους πιο αγαπημένους νέους ηθοποιούς στο πανελλήνιο.


Γέννημα-θρέμμα Θεσσαλονικιός, σπούδασε στο Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, μια σχολή που θεωρείται «πρωτοποριακή» για την ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα και δεν δίνει αποκλειστικά έμφαση στην υποκριτική. Μετά την πτυχιακή του με το «Insenso» του Δημήτρη Δημητριάδη, έναν μονόλογο που παρουσίασε και στο θέατρο Πορεία στην Αθήνα, συνεργάστηκε με το ΚΘΒΕ, ερμηνεύοντας σημαντικούς και πρωταγωνιστικούς ρόλους κλασικού ρεπερτορίου. Και ύστερα ήρθαν οι Μέλισσες...

 

Η συνέντευξη που ακολουθεί είναι από τις ελάχιστες φορές που δέχτηκε να μιλήσει δημόσια για τον εαυτό του και τη μέχρι τώρα πορεία του.

 

— Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που επιστρέψαμε σε μια σχετική κανονικότητα. Η εμπειρία του lockdown είναι ακόμα νωπή. Πώς τη βίωσες, έχεις ανασυνταχθεί με κάποιον τρόπο;

Έχω νιώσει να ανασυντάσσομαι σε περίοδο διακοπών, τότε που έχεις ελεύθερο χρόνο και ξέρεις τι θα ακολουθήσει. Την περίοδο του lockdown βιώσαμε έναν χρόνο σχεδόν κενό, μια αναμονή χωρίς καθαρό τέλος. Αν και πρωτόγνωρη κατάσταση, ο παγκόσμιος χαρακτήρας της την τοποθέτησε μέσα μου ως κάτι τόσο φυσιολογικό όσο και η εναλλαγή των εποχών.

 

Έχω διάφορες σκέψεις που είναι είτε αυθόρμητες είτε καθαρά προσωπικές, αλλά αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως επανεκτίμησα την παρουσία και την απουσία του άλλου, των άλλων. Από κει και πέρα, νομίζω πως η ανασύνταξη θα ολοκληρωθεί όταν έχουμε μια χειροπιαστή, μετά-κορωνοϊό κανονικότητα. Γιατί η κανονικότητα που είχαμε πριν ανήκει στο παρελθόν, χωρίς να το κρίνω αυτό ως καλό ή κακό.

 

Θεωρώ ότι πουλάς τον εαυτό σου αν κάνεις πράγματα που δεν θα έκανες πριν από την επιτυχία. Στα χρόνια που δουλεύω στο θέατρο έχω διαμορφώσει κάποια κριτήρια. Δεν έχουν αλλάξει. Αν τα παρατήσω τώρα, θα είναι προδοσία του ίδιου μου του εαυτού. Το δύσκολο είναι να κάνουμε αυτό που λέμε μη εμπορικό θέατρο πιο θελκτικό στο κοινό. Γίνεται;


— Με το που ξέσπασε η κρίση του κορωνοϊού, σχεδόν αμέσως σταμάτησαν και τα γυρίσματα των «Άγριων Μελισσών», ενώ το τηλεοπτικό κοινό περίμενε εξελίξεις. Αντ' αυτού, άρχισε να παίζεται από την αρχή. Θέλησες να ξαναδείς παλιότερα επεισόδια, ίσως να κάνεις και κάποια αυτοκριτική με την πείρα και την ωριμότητα που έχεις αποκτήσει στο μεταξύ;

Είδα μερικά. Δεν τα παρακολούθησα ευλαβικά, όπως συνηθίζω, γιατί αφενός πιστεύω ότι, χωρίς τον συμπαίκτη, τον σκηνοθέτη, τις κάμερες και την πίεση του χρόνου, είναι αδύνατο να αναπαραστήσεις τη συνθήκη, δηλαδή θα είναι σαν να σηκώνεις βάρη στο κενό, και αφετέρου γιατί ήταν η τέλεια ευκαιρία για εξωστρέφεια, δηλαδή για να δω άλλα πράγματα.


— Ξέρεις, από την πρώτη στιγμή που το έμαθα, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η απόφασή σου να ζήσεις στην Ιαπωνία και να ενταχθείς στην ομάδα του Σουζούκι. Σκόπευες να μείνεις μεγάλο διάστημα;

Το 2017 ξεκίνησε μια συνεργασία μου με τη SCOT, με την οποία βρισκόμασταν σε επικοινωνία όλο τον υπόλοιπο χρόνο που ήμουν στην Ελλάδα. Από το 2018 το σκεφτόμουν σοβαρά και ετοιμαζόμουν ψυχολογικά για μια τέτοια μετάβαση. Έκλεινα τις υποθέσεις μου εδώ, γιατί από τη στιγμή που πηγαίνεις εκεί, μένεις, δεν ξέρεις για πόσο. Αφήνεις τα πάντα πίσω σου, ξεχνάς αυτό που λέμε καριέρα ηθοποιού. Αυτό που συμβαίνει εκεί είναι κάτι άλλο, η ζωή είναι σχεδόν μοναστική.

 

Το θέατρο του Σουζούκι έχει έντονη σωματικότητα και τελετουργικό χαρακτήρα που διαχειρίζεται τα νοήματα με τελείως διαφορετικό τρόπο απ' ό,τι το ρεαλιστικό και άλλα είδη θεάτρου. Συγγενεύει, κατά κάποιον τρόπο, με το θέατρο του Τερζόπουλου, στο μη εξοικειωμένο μάτι τουλάχιστον, ενώ στην πραγματικότητα έχουν σημαντικές διαφορές.

 

Αυτό που με έκανε να αρχίσω να σκέφτομαι τον εαυτό μου μέσα σε αυτό και να κινούμαι προς αυτή την κατεύθυνση ήταν το γεγονός ότι ο Σουζούκι σε πολλές παραγωγές του χρησιμοποιεί διεθνές καστ ηθοποιών, Κορεάτες, Κινέζους, Ινδονήσιους, Ρώσους, Ιταλούς και Αμερικανούς, και καθένας παίζει στη γλώσσα του. Από κει και πέρα, την ένταξή μου θα την έκρινε το τρίτο ταξίδι που θα έκανα στην Τόγκα τον Αύγουστο του 2019 για τη Θεατρική Ολυμπιάδα, το οποίο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε λόγω «Μελισσών». Η συνεργασία μας, όμως, συνεχίζεται.


— Ποια ήταν η βαθύτερη ανάγκη που σε οδήγησε να κάνεις μια τέτοια μετάβαση από το ελληνικό θέατρο στο ιαπωνικό, και ιδιαίτερα στο σωματικό θέατρο; Δηλαδή γιατί δεν προτίμησες την εμπειρία ενός Δυτικού σκηνοθέτη και της ομάδας του;

Ήδη από τη σχολή μού είχε τραβήξει το ενδιαφέρον το Nō και το Μπουνράκου. Το ιαπωνικό παραδοσιακό θέατρο ουσιαστικά είναι σώμα. Δεν θα είχε κανένα νόημα να ασχοληθώ με το σύγχρονο ρεαλιστικό θέατρό τους γιατί σ' αυτό το κομμάτι η Δύση είναι πολύ πιο μπροστά.

 

Από την άλλη, το θέατρο του Σουζούκι είναι τελικά η πιο πετυχημένη μορφή σύγχρονου ιαπωνικού θεάτρου, επειδή ακριβώς αντλεί από τις παραδοσιακές ιαπωνικές φόρμες (Nō, Καμπούκι κ.ά.). Κέρδισε τη θέση του ανάμεσα στους σημαντικότερους θεατρικούς καλλιτέχνες επειδή πέτυχε ένα πάντρεμα του παλιού με το νέο. Συγκεκριμένα, της ιαπωνικής ρίζας με το παγκόσμιο θέατρο. Οπότε, ουσιαστικά θα έκανα με τον δικό του τρόπο δραματουργία γνωστή ή, έστω, αναγνωρίσιμη και στο ελληνικό κοινό. Έχει ανεβάσει πολύ περισσότερο Σαίξπηρ, Τσέχοφ και αρχαίους Έλληνες συγγραφείς απ' ό,τι Γιούκιο Μισίμα π.χ. Δεν είναι, λοιπόν, τόσο μακριά από μας, είναι τόσο διεθνής όσο ο Μπομπ Γουίλσον και άλλοι γνωστοί Δυτικοί σκηνοθέτες. Από κει και πέρα, ξέρεις πώς είναι αυτά, κλίση και συγκυρίες. Μια σπίθα που κατάφερε να ανάψει.


— Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Διάβασα ότι έχεις μεγαλώσει σε μονογονεϊκή οικογένεια.

Ναι.


— Αυτό σε έκανε πιο προσκολλημένο στη μητέρα;

Όχι. Ήμουν πάντα και προσπαθούσα να είμαι αυτόνομος. Έκανα την επανάστασή μου σχετικά νωρίς, από τα 10-12. Ας πούμε, δεν είχα συγκεκριμένη ώρα που επέστρεφα σπίτι ‒ άλλωστε η μητέρα μου δούλευε πολλές ώρες. Έλεγα ότι θα είμαι στο σπίτι ενός φίλου μου, εκείνος στους δικούς του ότι θα είναι στο δικό μου, και αλητεύαμε. Δεν δίναμε λογαριασμό σε κανέναν.

 

Ήμουν πάντα και προσπαθούσα να είμαι αυτόνομος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Ήμουν πάντα και προσπαθούσα να είμαι αυτόνομος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO


— Σε ποια ηλικία ψυλλιάστηκες ότι σε ενδιέφερε το θέατρο;

Με το που πέρασα στη σχολή.


— Επέλεξες τη Σχολή Θεάτρου χωρίς να είναι ο πραγματικός σου στόχος;

Είχα μια πολύ γενική εικόνα της σχολής λίγο πριν από τις Πανελλήνιες, τη δήλωσα σχεδόν για να κάνω ένα χατίρι. Και τελικά βρέθηκα εκεί από ξεροκεφαλιά. Συγκεκριμένα, ήθελα να σπουδάσω Ψυχολογία, οπότε έβαλα μόνο τρεις σχολές Ψυχολογίας και το τμήμα Θεάτρου και τελικά πέρασα εκεί.


— Δηλαδή μπήκες τυχαία;

Τυχαία ή καρμικά, όπως το δει κανείς. Είπα να του δώσω μια ευκαιρία και στο δεύτερο εξάμηνο άρχισε να με ενδιαφέρει. Τότε έδωσα εξετάσεις για σπουδές στην υποκριτική. Η σχολή είχε κατεύθυνση για ηθοποιούς, σκηνογράφους, ενδυματολόγους, σκηνοθέτες και φωτιστές, αλλιώς παρέμενες στη δραματουργία-παραστασιολογία. Πριν από αυτό, η υποκριτική ήταν ένα εντελώς άγνωστο πεδίο για μένα. Έμεινα για τη σκηνοθεσία και κατέληξα αλλού πάλι.

 

— Τι σε ενδιέφερε μέχρι τότε;

Από το λύκειο μου άρεσαν η λογοτεχνία και η φιλοσοφία. Είχα μεγάλη κάψα να μάθω για τον άνθρωπο, τι οδηγεί τις πράξεις μας και το κλασικό: τι κάνω, πού πάω, τι είναι θεός. Από κει οδηγήθηκα στη θρησκεία.

 

Ξεκίνησα διαβάζοντας την «Αποκάλυψη». Στην αρχή δεν κατάλαβα τίποτα, γιατί δεν είχα ιδέα από το πλαίσιο στο οποίο ανήκε. Συνέχισα με τον «Εκκλησιαστή» και άλλα αυτόνομα κεφάλαια, ώσπου τελικά πήρα όλη τη «Βίβλο» απ' την αρχή. Για δύο χρόνια, λοιπόν, πέρασα μια φάση έντονης θρησκευτικότητας.


— Η έντονη θρησκευτικότητα δεν σε απομόνωσε;

Ναι, κάπως.


— Πού σε οδήγησε αυτό;

Πήγα σε μια χριστιανική εκκλησία, όχι ορθόδοξη, όπου θεωρούν τις εικόνες και τα σύμβολα ειδωλολατρία, φορώντας σταυρό στον λαιμό και ο ποιμένας με τον οποίο μιλούσα με κοιτούσε τόσο απαξιωτικά λόγω του σταυρού, που με εξόργισε. Έφυγα και δεν ξαναπάτησα. Αυτό με επηρέασε καταλυτικά. Αργότερα, σε κάστινγκ, μόλις έβλεπα ανάλογο ύφος, έφευγα.

 

Κι έτσι φτάσαμε στις «Μέλισσες», όπου συνάντησα ευγενέστατους, σοβαρούς ανθρώπους, που έδειχναν πως πραγματικά τους ένοιαζε να επιλέξουν με ποιους θα δουλέψουν. Πήγα και ξαναπήγα, πέρασα τέσσερα κάστινγκ μέσα σε τρεις μήνες και όταν πήρα το σενάριο στα χέρια, βεβαιώθηκα ότι καλώς τους εμπιστεύτηκα.


— Μοιάζει να κλείνεις συνεχώς κεφάλαια στη ζωή σου.

Ισχύει. Είναι ένας τρόπος να ζήσω πολλές ζωές. Και έτσι, και μέσω του θεάτρου.

 

— Έμεινες αρκετά χρόνια στο ΚΘΒΕ, παίζοντας σε έργα ρεπερτορίου.

Ναι, εκεί έγραψα τα πρώτα μου θεατρικά χιλιόμετρα επάνω στη σκηνή.

 

Το δύσκολο είναι να κάνουμε αυτό που λέμε μη εμπορικό θέατρο πιο θελκτικό στο κοινό. Γίνεται; Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Το δύσκολο είναι να κάνουμε αυτό που λέμε μη εμπορικό θέατρο πιο θελκτικό στο κοινό. Γίνεται; Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO


— Σε φοβίζει τώρα όλη αυτή η επιτυχία, μήπως τυποποιηθείς ως τηλεοπτικός ηθοποιός;

Όχι. Σκέφτομαι απλώς ότι θέλω να κάνω θέατρο. Φέτος, παρά την κούραση από τα καθημερινά γυρίσματα, μου έλειπε η επαφή με το κοινό μιας παράστασης. Είχα κλείσει δύο παραστάσεις με εξαιρετικούς συνεργάτες, για τις οποίες τολμώ να έχω ακόμη μεγάλη προσμονή. Τον «Ιππόλυτο», σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά, σε έναν νέο χώρο και τον «Γυάλινο Κόσμο», σε σκηνοθεσία του Γιώργου Νανούρη, στο Εθνικό. Με τη νέα κατάσταση, βέβαια, δεν ξέρουμε ακόμα τι θα γίνει.


— Δεν σκέφτηκες να εξαργυρώσεις την αναγνωρισιμότητα στο εμπορικό θέατρο;

Όχι. Είχα προτάσεις τις οποίες αρνήθηκα. Θεωρώ ότι πουλάς τον εαυτό σου αν κάνεις πράγματα που δεν θα έκανες πριν από την επιτυχία. Στα χρόνια που δουλεύω στο θέατρο έχω διαμορφώσει κάποια κριτήρια. Δεν έχουν αλλάξει. Αν τα παρατήσω τώρα, θα είναι προδοσία του ίδιου μου του εαυτού. Το δύσκολο είναι να κάνουμε αυτό που λέμε μη εμπορικό θέατρο πιο θελκτικό στο κοινό. Γίνεται;


— Υπάρχουν θεματικές με τις οποίες σε ενδιαφέρει να καταπιαστείς στο θέατρο; Θέλεις να σκηνοθετήσεις;

Με ενδιαφέρει, αλλά ακόμη δεν έχω δώσει ούτε έχω πάρει από την υποκριτική όσα θέλω για να προχωρήσω στη σκηνοθεσία. Ως καλλιτέχνης, πρέπει να έχεις σημαντικό λόγο για να κάνεις ό,τι κάνεις. Πέρα από την προσωπική σου ανάγκη, πρέπει να μπορείς να πιάσεις και τον παλμό της κοινωνίας στην οποία ζεις. Ασχολούμαι μόνο με ό,τι νιώθω έτοιμος να ασχοληθώ. Είτε ως ηθοποιός είτε ως σκηνοθέτης καλείσαι να υπηρετήσεις μια συλλογική ανάγκη. Με άλλα λόγια, ο κόσμος και ο χώρος σε διαλέγουν, δεν τους διαλέγεις εσύ.

 

Ο σκηνοθέτης είναι εκείνος που διατυπώνει τα ερωτήματα και ο ηθοποιός υποστηρίζει το όραμά του. Για την ώρα, εστιάζω πιο πολύ στις αξίες που θέλω να έχω ως άνθρωπος και ως επαγγελματίας ηθοποιός. Όταν αποφάσισα να γίνω ηθοποιός, κάτι που δεν έγινε από την αρχή, αλλά πολύ μετά τις πρώτες μου δουλειές, μία από τις επιθυμίες μου ήταν ο θεατής να παίρνει κάτι καλό, φεύγοντας από την παράσταση. Πλέον, πιάνω τον εαυτό μου να με απασχολούν και άλλα, άσχετα με την τέχνη. Π.χ. γιατί έχει ενδιαφέρον η προσωπική ζωή του ερμηνευτή; Είναι αθώο ένα τέτοιο ενδιαφέρον ή μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος της δουλειάς του;

 

— Έχεις γίνει στόχος κουτσομπολιού. Νομίζω πως σε έχουν συνδέσει ήδη με συμπρωταγωνίστριές σου.

Με παντρεύουν κιόλας. Γελάμε πολύ με αυτά. Όσο πιο υπερβολικά, τόσο το καλύτερο. Απλώς, μετά το γέλιο, κοιταζόμαστε και αναρωτιόμαστε «γιατί;».


— Επιδιώκεις να πορεύεσαι μόνος και φαίνεσαι ιδιαίτερα ανεξάρτητος.

Μεγάλωσα έτσι, αλλά πιστεύω στους ισχυρούς δεσμούς. Απλώς, για μένα οικογένεια είναι οι σύζυγοι και τα παιδιά.

 

— Κάποτε η οικογένεια συμπεριλάμβανε θείους, θείες και ξαδέρφια, με κοινά μυστικά και ενοχές.

Εγώ έμαθα ότι οικογένεια είναι αυτοί που μένουν μέσα όταν κλείνει η πόρτα. Η καραντίνα σχεδόν μου το επιβεβαίωσε.

 

Δεν πιστεύω στα χρώματα, πιστεύω στην παιδεία, στην κουλτούρα της αγάπης ‒ αυτή δεν έχει χρώματα. Είτε την κληρονομείς από τους γονείς σου είτε τη μαθαίνεις από τη ζωή, αν και δεν ξέρω σε ποια ηλικία.

 

— Τι λες να αποκομίσαμε από την καραντίνα και την κρίση του κορωνοϊού;

Έχουμε άλλη μία πρόσφατη κρίση από την οποία πιστεύω ότι δεν μάθαμε πολλά. Παρότι και η κρίση του κορωνοϊού επηρεάζει τα οικονομικά μας, θέλω να πιστεύω ότι, εφόσον επικεντρώνεται σε ζητήματα υγείας και ευθύνης για την υγεία του άλλου, μπορούμε ίσως να μάθουμε περισσότερα. Είναι άλλη μία ευκαιρία για μια καλώς εννοούμενη εσωστρέφεια, για μια αυτοκριτική και στη συνέχεια για μια πιο σωστή κριτική των υπόλοιπων παραγόντων.


— Ανήκεις σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο;

Δεν πιστεύω στα χρώματα, πιστεύω στην παιδεία, στην κουλτούρα της αγάπης ‒ αυτή δεν έχει χρώματα. Είτε την κληρονομείς από τους γονείς σου είτε τη μαθαίνεις από τη ζωή, αν και δεν ξέρω σε ποια ηλικία.


— Διατηρείς καλές σχέσεις με τη μητέρα σου σήμερα;

Φυσικά. Ας αφήσουμε, όμως, τη μάνα μου έξω από αυτό. Θα σου πω για το αρχέτυπο της μάνας, το σύμβολο της μονογονεϊκής οικογένειας. Πρέπει να προσπαθούμε για όσα δεν συμφωνούμε μαζί της, να βάζουμε τον εαυτό μας στη θέση της. Αν συνειδητοποιήσουμε ότι ίσως κι εμείς στη θέση της δεν θα τα κάναμε καλύτερα, ας της είμαστε ευγνώμονες για όσα έκανε και κάνει και γι' αυτό που είναι. Αν στερήθηκε πράγματα για μας, αυτό μας δείχνει έναν τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα. Να αντιλαμβανόμαστε, φέρ' ειπείν, την αξία της δοτικότητας ‒ και όσο δεν έχουμε οι ίδιοι παιδιά, για τον συνάνθρωπο.


— Θυμίζεις όλο και περισσότερο τον Νικηφόρο.

Ο Νικηφόρος έμαθε να φεύγει για να γλιτώνει από καταστάσεις που δεν μπορούσε να αντέξει. Έτσι πήγε στη Γαλλία στα 13 του με σκοπό να σπουδάσει και να ζήσει εκεί. Ήταν μια σωστή επιλογή, είχε τη δυνατότητα και την εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο. Τώρα, όμως, τα πράγματα ήρθαν έτσι που τον ανάγκασαν να επιστρέψει και να μείνει. Εδώ αρχίζει η πορεία του, γιατί εδώ αρχίζουν και οι δυσκολίες. Αν δεν συνέβαινε τίποτα ή αν έμενε για όλη τη σειρά το καλό παιδί, δεν θα είχε κανένα ενδιαφέρον. Με το «όλα καλά» τελειώνουν τα παραμύθια, δεν αρχίζουν. Και στη ζωή, όταν όλα πάνε καλά, δεν μαθαίνουμε.

 

Με το «όλα καλά» τελειώνουν τα παραμύθια, δεν αρχίζουν. Και στη ζωή, όταν όλα πάνε καλά, δεν μαθαίνουμε. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Με το «όλα καλά» τελειώνουν τα παραμύθια, δεν αρχίζουν. Και στη ζωή, όταν όλα πάνε καλά, δεν μαθαίνουμε. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO


— Έχεις φτάσει στο σημείο να ταυτίζεσαι μαζί του;

Δεν θα το 'λεγα, αλλά σίγουρα έχουμε κοινά χαρακτηριστικά. Στο σενάριο, διά χειρός της υπέροχα δαιμόνιας Μελίνας Τσαμπάνη, όλοι οι χαρακτήρες κάνουν περάσματα από το καλό, το κακό, το σωστό και το λάθος. Νομίζω ότι σε αυτό οφείλεται μεγάλο μέρος της επιτυχίας της σειράς. Το μόνο σταθερό μοτίβο είναι η ανθρώπινη αδυναμία, η προσπάθεια και η εξέλιξη. Ακόμα και οι ηθοποιοί δεν ξέρουμε, ούτε μπορούμε να προβλέψουμε, πώς θα εξελιχθούν οι ήρωες.

 

— Νομίζω πως οι κυρίες που παρακολουθούν τη σειρά θα ήθελαν τον Νικηφόρο για γιο ή γαμπρό τους.

Μπορεί. Ο Νικηφόρος είναι καλό παιδί, πέρα από την κουτσουκέλα που έκανε και συγκλόνισε το πανελλήνιο. Μπορώ να σου πω ότι ήταν εμφανής η δυσαρέσκεια του κόσμου γι' αυτό που έκανε λίγο-πολύ και σ' εμένα. Μου το σχολιάζουν ακόμη. Μου λένε: «Τι πήγες κι έκανες;». Απ' ό,τι φαίνεται, στη μυθοπλασία πιο εύκολα παίρνει συγχώρεση ο φονιάς παρά ο μοιχός. Όταν ο Νικηφόρος πήγε με την αδερφή της Ασημίνας, ήταν σαν πήγε με την αδερφή του Τwitter. Αυτή μας η αντίδραση, με μια επιδερμική ψυχαναλυτική προσέγγιση, ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι πιστεύουμε πως μπορούμε πιο εύκολα να πέσουμε θύματα μοιχείας παρά φόνου.


— Ωστόσο είναι εκπρόσωπος μιας νέας, πιο προοδευτικής αστικής τάξης και στην εξέλιξη της σειράς μοιάζει να παίρνει τα πράγματα στα χέρια του. Είναι μια θέση που ερμηνεύει την εποχή που διαδραματίζεται το σίριαλ ή το σήμερα;

Σίγουρα, μέσω του Νικηφόρου θα συντελεστεί το πέρασμα σε μια νέα τάξη πραγμάτων. Παρακάτω θα δούμε και το πώς θα γίνει αλλά και το πού θα καταλήξει. Ένα σενάριο είναι μια υπόθεση εργασίας. Η κατάληξη θα μας δείξει αν θα υπάρξουν κάποιοι κοινωνικοπολιτικοί συμβολισμοί σε σχέση είτε με την τότε εποχή είτε με το σήμερα.

 

Αυτήν τη στιγμή, λόγω των πολλών επεισοδίων, η πορεία της αλλαγής είναι στο μικροσκόπιο, βλέπουμε τα πράγματα σε ένα επίπεδο συναισθηματικό, δηλαδή τις αλλαγές που βιώνουν οι ήρωες μέσα τους. Θα πάρει, τελικά, τα πράγματα στα χέρια του; Αν ναι, μέχρι να το καταφέρει, τι θα έχει μείνει μέσα του από τον παλιό του εαυτό; Και τι θα κάνει όταν τα πράγματα θα είναι πια στα χέρια του; Για να μιλήσουμε για θέση, πρέπει να δούμε το έργο συνολικά. Για κάτι τέτοιο δεν έχουμε ούτε εμείς τόσες πληροφορίες ακόμη.


— Ποιος είναι ο στόχος σου από δω και πέρα;

Πέρα από την κρυφή μου ατζέντα; Να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος.


— Παραμένεις θρησκευόμενος;

Όχι ιδιαίτερα, θα έλεγα σεβαστικός.