Ξεκίναγα να απαντήσω και μετά σκέφτηκα το εξής, επειδή συνέχεια ρωτάνε τους καλλιτέχνες πώς νιώθουν, τι θα γίνει με την κρίση, πώς βλέπουν τα πράγματα, κι αυτοί απαντάνε σοβαρά: Μην τους πιστεύετε. Μη ρωτάτε τέτοια πράγματα τους καλλιτέχνες. Αυτά είναι σοβαρά πράγματα και ενήλικα.

 

Ο καλλιτέχνης είναι ένα ανήλικο παιδί που θέλει τη μάνα του. Είναι ένα παιδί που το σκάει το μεσημέρι γιατί του 'παν ότι θα περάσει ο θάνατος και θα τρέξει να τον βγάλει φωτογραφία, ενώ όλοι οι άλλοι ουρλιάζουν «γύρνα πίσω, μείνε σπίτι». Είναι ένα ακόμα ανήλικο ανθρωποειδές, ηθοποιοειδές, που κυνηγάει το θαύμα, όπου περνάει. Κι έτσι ψάχνει τη μέρα του, να την ανατινάζει. Στις σοβαρές ερωτήσεις μην τον παίρνετε στα σοβαρά, σας κοροϊδεύει. Παριστάνει ότι απαντά. Γιατί δεν θα τηρήσει τίποτε απ' όσα θα πει. Καλύτερα να ρωτήσεις έναν γιατρό, μια νοσοκόμα, έναν μοναχό, κάποιον στο σούπερ μάρκετ, θα σου πει πιο καλά πράγματα.

 

Θυμάμαι το «Δεκαήμερο». Σ' εκείνη την πανούκλα και τον θάνατο, ο κόσμος κλείστηκε στην εξοχή και έλεγε ιστορίες και θυμήθηκε πάλι τα πρώτα του πράγματα, τις πρώτες στιγμές. Όταν ησυχάζει ο τόπος, ξαναγυρνάς στο «καλύτερα ρώτα με πόσο κάνει ένα κι ένα, παρά να με απασχολείς με περισσότερα».

 

Πάντως, ειδικά τους ανθρώπους του πολιτισμού, τις δύσκολες στιγμές, κάθε υπουργείο και κάθε φορέας ένα πράγμα πρέπει να κάνει, να τους στηρίζει, να τους πνίγει με λεφτά.

 

Έχουν παγώσει τα πάντα, η «Μέσα Χώρα» (σ.σ. η όπερα που θα σκηνοθετούσε στη Λυρική), το «Κουκλόσπιτο» (σ.σ. που έχει ανακοινωθεί για το Φεστιβάλ Αθηνών). Όπως σε όλους. Θυμάμαι το «Δεκαήμερο». Σ' εκείνη την πανούκλα και τον θάνατο, ο κόσμος κλείστηκε στην εξοχή και έλεγε ιστορίες και θυμήθηκε πάλι τα πρώτα του πράγματα, τις πρώτες στιγμές.

 

Όταν ησυχάζει ο τόπος, ξαναγυρνάς στο «καλύτερα ρώτα με πόσο κάνει ένα κι ένα, παρά να με απασχολείς με περισσότερα». Στον εαυτό σου τον πρώτο, που όταν ξυπνάς το πρωί, την αυγή, είσαι ένστικτο, γουργουρίζει λίγο το στομάχι σου, πρώτα σκέφτεται το πουλί σου και μετά το μυαλό σου. Αυτό το μούγκρισμα, έτσι, πρωί-πρωί, που δεν έχει κρίση, δεν έχει πρόβλημα, απλώς αναπνέει προς τα κάπου, ψάχνει λίγο νερό να πλυθεί και νιώθει το δέρμα του, είναι πολύ ωραίο σε τέτοιες στιγμές, όταν ησυχάζουν όλα, να το θυμάσαι. Μείνε στα πρώτα, πες μια καλημέρα και να την εννοείς, να την καταλάβει ο άλλος, παρά να ζαλιστείς για να καταλάβεις κάτι που δεν χωράει καν στον νου.

 

Λες για το Ίντερνετ, τι φασαρία, τι βαβούρα, και μετά σκέφτεσαι έναν που ζει απομακρυσμένος, τι χαρά και παρηγοριά είναι γι' αυτόν. Έτσι σκέφτεσαι και για κάποιον που δεν έχει δει αυτήν τη παράσταση και του ήταν δώρο να τη δει. Για κάποιον μπορεί να είναι θεραπεία, παρηγοριά. Προσωπικά εμένα ζαλίστηκαν τα μάτια μου να βλέπω πράγματα. Κουράστηκαν. Μα, δεν είναι μηχανή.

 

Κάποια στιγμή διψάσαν τα χέρια μου κάτι να αγγίξω, ήθελα τουλάχιστον να θαυμάσω ένα ανθρώπινο πόδι από τον αστράγαλο και πάνω. Πώς αλλιώς να σ' το πω; Κάποιος μπορεί να απολαμβάνει κάτι που δεν έχει ξαναδεί στη ζωή του κι αυτό είναι πολύ ωραίο. Κάποιος άλλος τον καλλιτέχνη τον κάνει κλέφτη, όχι δράστη. Είναι μια υπερλειτουργεία, κάτι ώρες-ώρες υπερβολικό. Γιατί να το κρίνω όμως; Ας είναι κι έτσι.