Είναι ο Μισέλ Φουκό των χορογράφων; Ο αντίχριστος του χορού; Ο μεγάλος αιρετικός; Ο πρωτεργάτης της αποδόμησης του μπαλέτου; Ο πιο διανοούμενος απ' όλους; Ποιος από τους χαρακτηρισμούς ταιριάζει, τελικά, περισσότερο στον Ουίλιαμ Φορσάιθ;

 

«Ο χορός με βοήθησε να καταλάβω πολλά πράγματα. Χορεύοντας κατάφερα να μελετήσω και να κατανοήσω θέματα σχετικά με τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία» λέει ο ιδιοφυής Αμερικανός, κλείνοντας το μάτι σε όσους ήξεραν ότι πίσω από τα χορευτικά βήματα που σχεδίασε βρισκόταν πάντα μια ιδιαίτερη πνευματικότητα, μια βαθιά σύνδεση με τη φιλοσοφία.


Αλλά ποιος μπορεί να στριμώξει σε στυλιστικές ενότητες και κατηγορίες έναν άνθρωπο που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, μαθήτευσε στη Φλόριντα, διδάχτηκε τα πρώτα του βήματα από δασκάλους της ρωσικής σχολής, έζησε και μεγαλούργησε στη Γερμανία, θεωρεί καρμική την επιρροή που του άσκησε η Πίνα Μπάους, επιμένει πως ο θεωρητικός του μέντορας υπήρξε ο Ούγγρος Ρούντολφ φον Λάμπαν και τη σκέψη του καθόρισε η γαλλική διανόηση (Ρολάν Μπαρτ και Ζακ Ντεριντά βρίσκονται σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη του);


Από την πρώτη του χορογραφική απόπειρα, το «Urlicht» το 1976, μέχρι σήμερα μεσολάβησαν δεκάδες χορογραφίες για τις κορυφαίες ομάδες χορού του πλανήτη, εγκαταστάσεις, ταινίες, «ζωντανά» γλυπτά, αμέτρητα βραβεία, χιλιάδες ώρες διδασκαλίας. Το αποτέλεσμα είναι μια μεγαλειώδης πορεία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Φορσάιθ ξεβόλεψε τους χορευτές, έκανε θρύψαλα τον φορμαλισμό, έσβησε ό,τι παρωχημένο κουβαλούσε επί δεκαετίες το μπαλέτο, διέγραψε από το λεξιλόγιο των χορευτών τον ναρκισσισμό και τους αυτάρεσκους τίτλους των πρώτων και δεύτερων χορευτών, συνομίλησε όσο κανείς με τον χρόνο και τον χώρο, υποχρέωσε τα μεγάλα ρωσικά μπαλέτα (Μπαλσόι, Μαρίνσκι κ.λπ.) να «νερώσουν» το σχεδόν αδιαπέραστο κλασικό προφίλ τους, φιλοξενώντας δουλειά του.

 

Μου έλεγαν ότι έπρεπε να βαδίσω στον δρόμο του Μπαλανσίν, του Πετιπά, του ΜακΜίλαν. Αλλά εγώ ένιωθα ότι έπρεπε να τα αφήσω όλα πίσω και να προχωρήσω. Κανείς ποτέ δεν ασχολήθηκε με κάποιον που επαναλάμβανε τα λόγια άλλων.


Εν τέλει, δημιούργησε μια δική του κινησιολογική γλώσσα που κατάφεραν να «μιλήσουν» όσοι ποθούσαν να αποδομήσουν τα κλασικά βήματα, να κινηθούν πέρα από τα στερεότυπα, να πειραματιστούν με τα πιο βαθιά τους ένστικτα, να αποθεώσουν το ανθρώπινο σώμα, τη φθορά, την ένταση, να βγάλουν γλώσσα στη βαρετή τελειότητα. «Μοιράζομαι με τους χορευτές τις σκέψεις μου και όχι τα αποτελέσματα αυτών. Δεν λέω σε κανέναν τι να κάνει. Τους λέω μόνο πώς πρέπει να το κάνουν. Εγώ δημιουργώ τις συνθήκες κι εκείνοι ερμηνεύουν τις κινήσεις» λέει.


Ναι, ο Ουίλιαμ Φορσάιθ είναι ο χορογράφος που παρέλαβε τη σκυτάλη από το ίνδαλμά του, τον Τζορτζ Μπαλανσίν. Αλλά δεν του αρκούσε να αναπαράγει το νεοκλασικό στυλ του 20ού αιώνα που κάποιος άλλος είχε πριν από εκείνον εξερευνήσει.

 

«Μου έλεγαν ότι έπρεπε να βαδίσω στον δρόμο του Μπαλανσίν, του Πετιπά, του ΜακΜίλαν. Αλλά εγώ ένιωθα ότι έπρεπε να τα αφήσω όλα πίσω και να προχωρήσω. Κανείς ποτέ δεν ασχολήθηκε με κάποιον που επαναλάμβανε τα λόγια άλλων» έλεγε, κόβοντας τον βήχα σε όσους αποπειράθηκαν να βάλουν δίπλα στο όνομά του μια λέξη που μισούσε: «συνεχιστής». Τίποτα δεν ήθελε να συνεχίσει. Εκείνος ήθελε να λερώσει τη λαμπρότητα με μικρές δόσεις αμφισβήτησης, να ψαλιδίσει κομψά τις τουτού, να επενδύσει στην αφαίρεση, να αγνοήσει παντελώς την παραδοσιακή αφήγηση, να κρυφτεί από τις μπαλετικές του αναφορές.

 

Bρέθηκε να χορεύει στο Joffrey Ballet αλλά και να βγάζει μεροκάματο ως στρίπερ. «Πώς κάνετε έτσι; Μια χαρά λεφτά έβγαζα τότε! Δεν χόρευα καν σε πίστα αλλά πάνω σε ένα τραπέζι. Άθλιο εντελώς» λέει ακόμα, αστειευόμενος.
Bρέθηκε να χορεύει στο Joffrey Ballet αλλά και να βγάζει μεροκάματο ως στρίπερ. «Πώς κάνετε έτσι; Μια χαρά λεφτά έβγαζα τότε! Δεν χόρευα καν σε πίστα αλλά πάνω σε ένα τραπέζι. Άθλιο εντελώς» λέει ακόμα, αστειευόμενος.

 

Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1949 και άρχισε να παίρνει στα σοβαρά τον χορό μετά την εφηβεία. Ως τότε τον είχε κερδίσει η μουσική, καθώς ακολουθούσε τα βήματα του σπουδαίου βιολιστή παππού του. Έπαιζε φαγκότο, βιολί, φλάουτο, τραγουδούσε σε χορωδίες, έκανε τον σκηνοθέτη στα μιούζικαλ που ανέβαζε η τάξη του στο γυμνάσιο.

 

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Τζάκσονβιλ στη Φλόριντα αποφάσισε να ασχοληθεί σοβαρά με τον χορό, έχοντας δασκάλους του τους Nolan Dingman και Christa Long. Με τα πολλά βρέθηκε να χορεύει στο Joffrey Ballet αλλά και να βγάζει μεροκάματο ως στρίπερ. «Πώς κάνετε έτσι; Μια χαρά λεφτά έβγαζα τότε! Δεν χόρευα καν σε πίστα αλλά πάνω σε ένα τραπέζι. Άθλιο εντελώς» λέει ακόμα, αστειευόμενος.


Αν υπάρχει, πάντως, ένα έργο που σημάδεψε τη ζωή του αυτό δημιουργήθηκε στο Παρίσι. Πανέξυπνος και διορατικός, ο μέγας Ρούντολφ Νουρέγιεφ, αφού βάφτισε μέσα σε μια νύχτα «étoile» τη 19χρονη τότε Σιλβί Γκιλέμ, κάλεσε το 1987 στο Μπαλέτο της Όπερας του Παρισιού τον Φορσάιθ. Ο ένας ήθελε να διευρύνει το ρεπερτόριο μιας φανατικά κλασικής ομάδας και ο άλλος τού έφτιαξε μια χορογραφία που άλλαξε για πάντα την ιστορία της χορευτικής τέχνης.

 

Το In the middle, somewhat elevated δονούσε με την ηλεκτρισμένη του μουσική τη Γαλλία για καιρό, δίδαξε στους χορευτές τι σημαίνει φυσικότητα μέσα από μια φρενήρη χορογραφία, διαμόρφωσε τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν οι χορογράφοι το τρίπτυχο κίνηση - σώμα - χρόνος και μετέτρεψε εν μια νυκτί σε σταρ χορογράφο και χορευτές (εκτός από την Γκιλέμ, στην παράσταση χόρευαν τότε και οι Ιζαμπέλ Γκερέν, Λοράν Ιλέρ και Μανιέλ Λεγκρί).

 

«Ακόμα και τόσο νέα, η Σιλβί, χωρίς ίχνος αλαζονείας, καταλάβαινε την αξία των δεξιοτήτων της. Δεν ήταν το πόσο ψηλά σήκωνε το πόδι ούτε η τελειότητα στις κινήσεις της. Ήταν ο τρόπος που συντόνιζε τα πάντα, η ποιότητά της, ο τρόπος που ενσωμάτωνε τις ιδέες του έργου» λέει ο Φορσάιθ όταν τον ρωτούν για την απόλυτη χορεύτρια, ξεκαθαρίζοντας πως παραμένει αιώνιος θαυμαστής της.

 

 

Απόσπασμα από το «In the Middle, Somewhat Elevated»

 

Η Ευρώπη υπήρξε από την αρχή το καλλιτεχνικό του οχυρό και η Γερμανία η χώρα απ' όπου εξαπέλυσε την «επίθεσή» του. Μεταξύ 1976 και 1984 διετέλεσε μόνιμος χορογράφος του Μπαλέτου της Στουτγάρδης, ενώ από το 1984 και για είκοσι χρόνια ήταν στο τιμόνι του Μπαλέτου της Φρανκφούρτης. Εκεί έφτιαξε μια ασύλληπτη ομάδα που μεγαλουργούσε, γράφοντας πολλά από τα κεφάλαια της σύγχρονης χορευτικής ιστορίας, και προκαλούσε παροξυσμό στο κοινό κάθε που ανακοίνωνε νέα χορογραφία.

 

Μεταξύ αυτών τα σπουδαία Artifact (1984), το αριστουργήματά του Impressing the Czar (που έφτιαξε το 1988 για να ειρωνευτεί τον δυτικό πολιτισμό), ALIE/ NA(C)TION (1992) και Eidos:Telos (1995), τα Limb's Theorem (1990, με φανερές επιρροές από τον διάσημο αρχιτέκτονα Ντάνιελ Λίμπεσκιντ), The loss of small detail (1991), Endless House (1999), Kammer/Kammer (2000, όπου έβαλε μισούς χορευτές σε οθόνες και τους άλλους μισούς στη σκηνή για να επιλέγει ο θεατής τι θέλει να δει), Decreation (2003).

 

Το 2002, ωστόσο, η κυβέρνηση της Φρανκφούρτης αποφάσισε να αποσύρει τη στήριξή της στην ομάδα. Το κοινό διαμαρτυρήθηκε έντονα, αλλά ο θιγμένος Φορσάιθ αποφάσισε να αποχωρήσει κι έτσι το 2004 το μπαλέτο παρουσίασε το κύκνειο άσμα του.

 

Έναν χρόνο μετά, σε μια άλλη γερμανική πόλη, τη Δρέσδη, έπαιρνε σάρκα και οστά το νέο του όραμα, η Forsythe Company. Επί μία δεκαετία μάς χάρισε από κει μερικά ακόμα αριστουργήματα: το Three atmospheric studies (2005), με το οποίο σχολίασε τον πόλεμο στο Ιράκ, το Heterotopia (2006), που το εμπνεύστηκε από τη διάλεξη του Μισέλ Φουκό με τίτλο «Des espaces autres», τα Human Writes (2005), The Defenders (2007), Yes we can't (2008/2010), I don't believe in outer space (2008), The Returns (2009), Sider (2011).


Μνημειώδης, επίσης, η παράσταση Hypothetical Stream που ετοίμασε το 1997 για την ομάδα του Γάλλου χορογράφου Daniel Larrieu, επηρεασμένος από πίνακες του Βενετσιάνου ζωγράφου Τζανμπατίστα Τιέπολο. Ο Φορσάιθ σχεδίασε μια σειρά από σκίτσα, τα έστειλε με φαξ(!) στη Γαλλία και δεν παρέστη σε καμία πρόβα, καθώς ήθελε να αφήσει τους χορευτές ελεύθερους να εμπνευστούν από τη δουλειά του.

 

© Bill Coo
© Bill Coo


Ποιος είπε, όμως, ότι μέσα σε όλη αυτή την εκλογίκευση δεν χωράει το συναίσθημα; Απάντηση σε όλους αποτελεί η συγκλονιστική του δουλειά You made me a monster που έφτιαξε για να πενθήσει τον θάνατο της πρώτης του συζύγου από καρκίνο. Το έργο έκανε πρεμιέρα στη Βενετία τον Μάιο του 2005 σε ένα εντυπωσιακό σκηνικό αγωνίας, απόγνωσης, γεμάτο οθόνες, θολές ακτινογραφίες, μέλη ανθρώπινων σωμάτων κι ένα δικό του σπαρακτικό κείμενο να μπλέκει με τα βήματα των χορευτών και να δίνει τη χαριστική βολή στο κοινό.


Σε λίγες μέρες, στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση (6-10 Φεβρουαρίου) ο Ουίλιαμ Φορσάιθ θα επιχειρήσει να ξεπεράσει ξανά τον εαυτό του. Σιγά το πράγμα! Οι επτά χορευτές της παράστασης που έρχονται στην Αθήνα είναι από τους πιο κοντινούς και έμπιστους συνεργάτες του. Ιδανικοί ερμηνευτές για να προσφέρουν μια βαθιά και εκ των έσω οπτική της δουλειάς και της ζωής του, για να μας μεταφέρουν την ευφυΐα, το χιούμορ, την ευαισθησία, την πρόκλησή του.


Τέσσερα έργα (δύο αναβιώσεις παλαιότερων και δύο νέες δημιουργίες που στην Αγγλία ήταν στη δεκάδα των καλύτερων παραστάσεων για το 2018) συνθέτουν το πρόγραμμα καθεμίας βραδιάς. Στην άδεια σκηνή και χωρίς άλλο ήχο τα σώματα των χορευτών θα συντονίζονται, θα πετούν, θα ξαναβρίσκονται, θα διηγούνται. Με άλλα λόγια, θα χορεύουν. Η παράσταση έχει τίτλο A quiet evening of dance. Και μάλλον δεν υπάρχει κανείς σε αυτή την πόλη που να μη θέλει να το περάσει μαζί του. 

 

A quiet evening of dance 

 

Info

«A quiet evening of dance»

William Forsythe

Στέγη Ιδρύματος Ωνάση Κεντρική Σκηνή, 6-10.2, 20:30, www.sgt.gr