No.1

Άψυχες «Δούλες»: Μια ανούσια παρωδία του έργου του Ζαν Ζενέ

Άψυχες «Δούλες»: Μια ανούσια παρωδία του έργου του Ζαν Ζενέ Facebook Twitter
Όταν οι τρεις γυναικείοι ρόλοι ερμηνεύονται από άνδρες ηθοποιούς –ο Ζενέ προτιμούσε εφήβους–, η αίσθηση της αντι-ρεαλιστικής θεατρικότητας συνήθως αυξάνεται. Η ταύτιση αποφεύγεται. Το φύλο γίνεται μια θεατρική κατασκευή, η θηλυκότητα, μια σύμβαση με αβέβαιους όρους, μια ακόμη φαινομενικότητα. Φωτο: Δομνίκη Μητροπούλου
0

Πάντοτε θα ξεσκονίζουν έπιπλα που δεν τους ανήκουν. Πάντοτε θα πλένουν τα άπλυτα μιας άλλης γυναίκας. Επιμελώς θα την ντύνουν και θα τη γδύνουν, θα εισπνέουν το άρωμά της, θα μεθούν με την αύρα της σεξουαλικότητάς της, οι ίδιες όμως δεν επιτρέπεται ποτέ να εκθέσουν ούτε το σώμα, ούτε τη σεξουαλικότητά τους, ούτε τα μυστικά τους στα μάτια της. Μονάχα μια εσάνς αποφοράς, λίγδας και τηγανίλας αναδίδεται από το αφυδατωμένο δέρμα τους και ποτίζει τις ποδιές, τα βλέμματα και την ασφυκτική καμαρούλα όπου κοιμούνται στριμωγμένες τα βράδια.


Αν και κατοικούν σε ένα σπίτι του οποίου γνωρίζουν την κάθε γωνιά, δεν παύουν να αισθάνονται μονίμως ξένες. Περιτριγυρισμένες από χλιδή, αλλά πάμφτωχες. Ορατές, αλλά απαρατήρητες. Απαραίτητες, αλλά αναλώσιμες. Οποιαδήποτε άλλη θα μπορούσε να βρίσκεται στη θέση τους: καμία διαφορά δεν θα έκανε.


Εγκλωβισμένες στο πολυτελές «καθαρτήριό» τους, οι δύο αδελφές, η Σολάνζ και η Κλερ, δοκιμάζουν βελούδινα φορέματα, ψηλαφούν η μία την άλλη, στήνουν έναν δικό τους κόσμο, αντεστραμμένο είδωλο του πραγματικού, παρωδία και παραμόρφωσή του. Στερημένες από ταυτότητα, κλέβουν την πλησιέστερη διαθέσιμη, αυτή που τροφοδοτεί καθημερινά το μίσος και τον έρωτά τους.

Στην περίπτωση της παράστασης που φιλοξενείται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου στόχος του σκηνοθέτη ήταν, όπως φαίνεται, το επιτηδευμένα «κακό» θέατρο: μια παρακμιακή εκδοχή του έργου, όπου κανένας δεν ερμηνεύει τίποτα, τα ιδανικά έχουν χαθεί, η έννοια του ρόλου έχει εξατμιστεί, ο θάνατος του θεάτρου έχει επέλθει (όπως σημειώνεται στο πρόγραμμα) και μονάχα γκροτέσκες φιγούρες παραμένουν στη σκηνή να χαριεντίζονται ανοήτως.

Υποδύονται την Κυρία τους αλλά και η μία την άλλη. Δεν έχει σημασία ποια ερμηνεύει ποιον ρόλο: η Κλερ ως«Κυρία» δεν είναι απαραίτητα καλύτερη από τη Σολάνζ ως «Κυρία», ούτε η Κλερ ως «Σολάνζ» καλύτερη από τη Σολάνζ ως «Κλερ». Σημασία έχει να διατηρείται ενεργό το φανταστικό αυτό σύμπαν, όπου διαταραγμένες δούλες μιμούνται την Κυρία τους, φοράνε τις γούνες της, ταπεινώνουν το υπηρετικό προσωπικό, δηλαδή τον εαυτό τους, του χαρίζουν αποφόρια, μαλώνουν για τον γαλατά και φαντασιώνονται τον απόντα Κύριο. Τελικός στόχος, η εξολόθρευση της Κυρίας. Μια τελετουργία που επαναλαμβάνεται αέναα, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνεται, ποτέ δεν φτάνει στην κορύφωσή της. Με αυτό τον τρόπο μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει.


Σε αυτή την «Αίθουσα με τα κάτοπτρα», όπως την αποκαλεί ο Έσλιν, συναντά τις δούλες ο θεατής, ο οποίος σταδιακά καταλαβαίνει ότι αυτό που βλέπει δεν είναι αυτό που φαίνεται. Η «Κυρία» δεν είναι Κυρία και η «Σολάνζ» δεν είναι η Σολάνζ. Ποια απ' όλες συνιστά το αντικείμενο του φθόνου; Ποια θέλει να εξοντώσει ποια; Και σε ποια εκδοχή της, την αληθινή ή τη φανταστική; Μάταια αναζητά κανείς τ' αληθινά πρόσωπα των ηρωίδων, αφού βγαίνουν διαρκώς η μία μέσα από την άλλη σαν μπάμπουσκες. «Καθαρά τεχνητά δημιουργήματα, έχουν μια αντεστραμμένη συνείδηση και δεν είναι ποτέ ο εαυτός τους» γράφει ο Σαρτρ.


Οι δούλες επιλέγουν τη θεατρικοποίηση των επιθυμιών και των απωθημένων τους. Είναι επουσιώδες το αν παίζουν «καλά», το σημαντικό είναι ότι σε αυτό το παιχνίδι τού φαίνεσθαι στηρίζεται η ζωή τους, η διαρκώς αυτοαναιρούμενη ύπαρξή τους. Κι αυτό το καθιστά συναρπαστικό: ότι δεν ξέρουμε πότε βρισκόμαστε στο επίπεδο του «πραγματικού» και πότε στο επίπεδο της «μυθοπλασίας». Οι ηθοποιοί που παίζουν την Κλερ ή τη Σολάνζ καλούνται να μεταπηδούν αβίαστα από το ένα στο άλλο επίπεδο, να υποδύονται έναν ήρωα που μπαινοβγαίνει στον εαυτό του.

Άψυχες «Δούλες»: Μια ανούσια παρωδία του έργου του Ζαν Ζενέ Facebook Twitter
Οι δούλες επιλέγουν τη θεατρικοποίηση των επιθυμιών και των απωθημένων τους. Φωτο: Δομνίκη Μητροπούλου


Όταν οι τρεις γυναικείοι ρόλοι ερμηνεύονται από άνδρες ηθοποιούς –ο Ζενέ προτιμούσε εφήβους–, η αίσθηση της αντι-ρεαλιστικής θεατρικότητας συνήθως αυξάνεται. Η ταύτιση αποφεύγεται. Το φύλο γίνεται μια θεατρική κατασκευή, η θηλυκότητα, μια σύμβαση με αβέβαιους όρους, μια ακόμη φαινομενικότητα.


Στην περίπτωση της παράστασης που φιλοξενείται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου στόχος του σκηνοθέτη ήταν, όπως φαίνεται, το επιτηδευμένα «κακό» θέατρο: μια παρακμιακή εκδοχή του έργου, όπου κανένας δεν ερμηνεύει τίποτα, τα ιδανικά έχουν χαθεί, η έννοια του ρόλου έχει εξατμιστεί, ο θάνατος του θεάτρου έχει επέλθει (όπως σημειώνεται στο πρόγραμμα) και μονάχα γκροτέσκες φιγούρες παραμένουν στη σκηνή να χαριεντίζονται ανοήτως.

Αν η παραπάνω περιγραφή ακούγεται ερεθιστική στη θεωρία, αποδεικνύεται αμήχανη και θλιβερή, άκρως απογοητευτική στην πράξη.
Το «κακό» παίξιμο –η προσπάθεια του ηθοποιού να μιμηθεί την άτεχνη εκδοχή του επαγγέλματός του προς χάριν κωμικού ή άλλου υπονομευτικού αποτελέσματος– δεν είναι απλή υπόθεση. Χρειάζεται άποψη, τεχνική και προπαντός στυλ. Τίποτε από αυτά δεν επιδεικνύουν οι ηθοποιοί της παράστασης.

 
Δεν συνιστά άποψη η απουσία προσπάθειας ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί τεχνική η ακατέργαστη, χοντροκομμένη και χωρίς καμία φαντασία υιοθέτηση ξεπερασμένων μοντέλων παρωδίας. Σύμφωνα με τη συνθήκη της παράστασης, οι ηθοποιοί κινούνται κανονικά, χωρίς να μπαίνουν στη διαδικασία της ερμηνείας, όποτε βρίσκονται στο επίπεδο του πραγματικού και καμώνονται τις γυναίκες, όποτε μεταβαίνουν στο επίπεδο της μυθοπλασίας, όταν δηλαδή υποδύονται κάποιο άλλο πρόσωπο. Το «κάνω τη γυναίκα» εν έτει 2018, όμως, δεν μπορεί να αποδίδεται με την παρωχημένη αισθητική του θηλυπρεπούς ομοφυλόφιλου των επιθεωρήσεων του συρμού. Είτε ως κραυγαλέα ευκολία είτε ως προσβλητική αφέλεια, η επιλογή αυτή κανένα ενδιαφέρον δεν παρουσιάζει για τον σημερινό θεατή του έργου.


Την παγίδα αποφεύγει ο Δημήτρης Ήμελλος, ο μόνος από την τριάδα των ηθοποιών (Αργύρης Ξάφης και Κώστας Μπερικόπουλος) που τηρεί μια πιο ουδέτερη στάση, χωρίς κουνήματα και νάζι στη φωνή. Δίνει την εντύπωση όμως ότι δεν νοιάζεται καθόλου για όσα διαδραματίζονται στη σκηνή, ότι η ψυχή του απουσιάζει. Συνεπώς, μας αφήνει κι αυτός αδιάφορους.


Μια ανούσια παρωδία, με τα πλέον αναμενόμενα σκηνικά και κοστούμια, μια κούφια παράσταση, η οποία αρέσκεται σε βαρύγδουπες δηλώσεις για τον «θάνατο του θεάτρου», αλλά επί της ουσίας αρνείται κάθε ρίσκο και επαναπαύεται στην ανακύκλωση των πλέον ξεφτισμένων στερεοτύπων του παρελθόντος.

Info

Ζαν Ζενέ, Οι Δούλες

Θέατρο Νέου Κόσμου

Αντισθένους 7 & Θαρύπου, 210 9212900

Τετ., Πέμ., Σάβ. 21:15, Κυρ. 19:00, εισ.: €10-17

www.nkt.gr

Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού

Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις

Σκηνικά-Κοστούμια: Κέννυ Μακλέλαν

Μουσική επιμέλεια: Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις

Επιμέλεια κίνησης: Έντυ Λάμε

Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός σκηνοθέτη: Συγκλητική Βλαχάκη

Παίζουν: Δημήτρης Ήμελλος, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης

Θέατρο
0

No.1

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όλη η ζωή του Άντον Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Θέατρο / Όλη η ζωή του Aντόν Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Αναμένοντας τις δύο πρεμιέρες του «Βυσσινόκηπου» που θα ανέβουν στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, διαβάζουμε για τη ζωή του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα και την ιστορία του τελευταίου του έργου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Θέατρο / Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Στην «Αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι ο Γιάννης Νιάρρος και ο Κώστας Νικούλι υποδύονται δύο ορειβάτες. Η κατάκτηση της κορυφής, η πτώση, η μνήμη, η φιγούρα του πατέρα ζωντανεύουν σε ένα συναρπαστικό έργο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
73 λεπτά με τη Βίκυ Βολιώτη

Θέατρο / «Βίκυ, πώς το έκανες αυτό;»

Η Βίκυ Βολιώτη είναι η μοναδική γνωστή Ελληνίδα ηθοποιός όπου, χωρίς προηγούμενη εμπειρία με το χορό, κατόρθωσε να περάσει τις αυστηρές οντισιόν για την παράσταση «Kontakthof». Πώς τα κατάφερε; Και τι σημαίνει να είσαι μέλος ενός θιάσου που ζει στον κόσμο της Πίνα Μπάους;
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Το ξενοδοχείο “Η νύχτα που πέφτει”»: Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Θέατρο / Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Το «Ξενοδοχείο "Η νύχτα που πέφτει"», μια μοντέρνα και σουρεαλιστική προσέγγιση του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας», που έγραψε και ανέβασε στο Παρίσι το 1959 ο Έλληνας ποιητής, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ανέστης Αζάς: «Πρέπει ν' αφήσουμε πίσω μας την αντρίλα»

Θέατρο / Ανέστης Αζάς: «Πρέπει ν' αφήσουμε πίσω μας την αντρίλα»

Ο διακεκριμένος σκηνοθέτης ανεβάζει μια παράσταση για τον πατέρα, όσα γνωρίζουμε για την ανατροφή, την πατριαρχία, το διαφορετικό μεγάλωμα αγοριών και κοριτσιών και πώς επηρεάζονται οι ζωές και οι κοινωνίες από αυτήν τη συνθήκη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

Οι Αθηναίοι / Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου: «H νέα μου ζωή άρχισε στο ΚΑΤ»

Ήρθε από την Τασκένδη, ήθελε να γίνει νευροεπιστήμονας αλλά τελικά την κέρδισε η ηθοποιία. Ένα ατύχημα έκοψε τη ζωή της στα δύο. Ξεκίνησε πάλι, δεν είδε ποτέ την αναπηρία της μοιρολατρικά και έγινε μια από τις πιο αγαπημένες ηθοποιούς της Ελλάδας. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Άρης Μπαλής

Θέατρο / Άρης Μπαλής: «Το ζήτημα είναι πώς βλέπεις το προνόμιό σου και πώς το μαζεύεις»

Ο ηθοποιός μιλάει για την πρόκληση που συνιστά το να υποδύεται έναν διάσημο συνθέτη μέσα στο περιβάλλον της δεκαετίας του ’50, στο πλαίσιο της σχέσης του με μια καταξιωμένη συνθέτρια.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ