Πάντοτε θα ξεσκονίζουν έπιπλα που δεν τους ανήκουν. Πάντοτε θα πλένουν τα άπλυτα μιας άλλης γυναίκας. Επιμελώς θα την ντύνουν και θα τη γδύνουν, θα εισπνέουν το άρωμά της, θα μεθούν με την αύρα της σεξουαλικότητάς της, οι ίδιες όμως δεν επιτρέπεται ποτέ να εκθέσουν ούτε το σώμα, ούτε τη σεξουαλικότητά τους, ούτε τα μυστικά τους στα μάτια της. Μονάχα μια εσάνς αποφοράς, λίγδας και τηγανίλας αναδίδεται από το αφυδατωμένο δέρμα τους και ποτίζει τις ποδιές, τα βλέμματα και την ασφυκτική καμαρούλα όπου κοιμούνται στριμωγμένες τα βράδια.


Αν και κατοικούν σε ένα σπίτι του οποίου γνωρίζουν την κάθε γωνιά, δεν παύουν να αισθάνονται μονίμως ξένες. Περιτριγυρισμένες από χλιδή, αλλά πάμφτωχες. Ορατές, αλλά απαρατήρητες. Απαραίτητες, αλλά αναλώσιμες. Οποιαδήποτε άλλη θα μπορούσε να βρίσκεται στη θέση τους: καμία διαφορά δεν θα έκανε.


Εγκλωβισμένες στο πολυτελές «καθαρτήριό» τους, οι δύο αδελφές, η Σολάνζ και η Κλερ, δοκιμάζουν βελούδινα φορέματα, ψηλαφούν η μία την άλλη, στήνουν έναν δικό τους κόσμο, αντεστραμμένο είδωλο του πραγματικού, παρωδία και παραμόρφωσή του. Στερημένες από ταυτότητα, κλέβουν την πλησιέστερη διαθέσιμη, αυτή που τροφοδοτεί καθημερινά το μίσος και τον έρωτά τους.

 

Στην περίπτωση της παράστασης που φιλοξενείται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου στόχος του σκηνοθέτη ήταν, όπως φαίνεται, το επιτηδευμένα «κακό» θέατρο: μια παρακμιακή εκδοχή του έργου, όπου κανένας δεν ερμηνεύει τίποτα, τα ιδανικά έχουν χαθεί, η έννοια του ρόλου έχει εξατμιστεί, ο θάνατος του θεάτρου έχει επέλθει (όπως σημειώνεται στο πρόγραμμα) και μονάχα γκροτέσκες φιγούρες παραμένουν στη σκηνή να χαριεντίζονται ανοήτως.

 

Υποδύονται την Κυρία τους αλλά και η μία την άλλη. Δεν έχει σημασία ποια ερμηνεύει ποιον ρόλο: η Κλερ ως«Κυρία» δεν είναι απαραίτητα καλύτερη από τη Σολάνζ ως «Κυρία», ούτε η Κλερ ως «Σολάνζ» καλύτερη από τη Σολάνζ ως «Κλερ». Σημασία έχει να διατηρείται ενεργό το φανταστικό αυτό σύμπαν, όπου διαταραγμένες δούλες μιμούνται την Κυρία τους, φοράνε τις γούνες της, ταπεινώνουν το υπηρετικό προσωπικό, δηλαδή τον εαυτό τους, του χαρίζουν αποφόρια, μαλώνουν για τον γαλατά και φαντασιώνονται τον απόντα Κύριο. Τελικός στόχος, η εξολόθρευση της Κυρίας. Μια τελετουργία που επαναλαμβάνεται αέναα, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνεται, ποτέ δεν φτάνει στην κορύφωσή της. Με αυτό τον τρόπο μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει.


Σε αυτή την «Αίθουσα με τα κάτοπτρα», όπως την αποκαλεί ο Έσλιν, συναντά τις δούλες ο θεατής, ο οποίος σταδιακά καταλαβαίνει ότι αυτό που βλέπει δεν είναι αυτό που φαίνεται. Η «Κυρία» δεν είναι Κυρία και η «Σολάνζ» δεν είναι η Σολάνζ. Ποια απ' όλες συνιστά το αντικείμενο του φθόνου; Ποια θέλει να εξοντώσει ποια; Και σε ποια εκδοχή της, την αληθινή ή τη φανταστική; Μάταια αναζητά κανείς τ' αληθινά πρόσωπα των ηρωίδων, αφού βγαίνουν διαρκώς η μία μέσα από την άλλη σαν μπάμπουσκες. «Καθαρά τεχνητά δημιουργήματα, έχουν μια αντεστραμμένη συνείδηση και δεν είναι ποτέ ο εαυτός τους» γράφει ο Σαρτρ.


Οι δούλες επιλέγουν τη θεατρικοποίηση των επιθυμιών και των απωθημένων τους. Είναι επουσιώδες το αν παίζουν «καλά», το σημαντικό είναι ότι σε αυτό το παιχνίδι τού φαίνεσθαι στηρίζεται η ζωή τους, η διαρκώς αυτοαναιρούμενη ύπαρξή τους. Κι αυτό το καθιστά συναρπαστικό: ότι δεν ξέρουμε πότε βρισκόμαστε στο επίπεδο του «πραγματικού» και πότε στο επίπεδο της «μυθοπλασίας». Οι ηθοποιοί που παίζουν την Κλερ ή τη Σολάνζ καλούνται να μεταπηδούν αβίαστα από το ένα στο άλλο επίπεδο, να υποδύονται έναν ήρωα που μπαινοβγαίνει στον εαυτό του.

 

Οι δούλες επιλέγουν τη θεατρικοποίηση των επιθυμιών και των απωθημένων τους. Φωτο: Δομνίκη Μητροπούλου
Οι δούλες επιλέγουν τη θεατρικοποίηση των επιθυμιών και των απωθημένων τους. Φωτο: Δομνίκη Μητροπούλου


Όταν οι τρεις γυναικείοι ρόλοι ερμηνεύονται από άνδρες ηθοποιούς –ο Ζενέ προτιμούσε εφήβους–, η αίσθηση της αντι-ρεαλιστικής θεατρικότητας συνήθως αυξάνεται. Η ταύτιση αποφεύγεται. Το φύλο γίνεται μια θεατρική κατασκευή, η θηλυκότητα, μια σύμβαση με αβέβαιους όρους, μια ακόμη φαινομενικότητα.


Στην περίπτωση της παράστασης που φιλοξενείται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου στόχος του σκηνοθέτη ήταν, όπως φαίνεται, το επιτηδευμένα «κακό» θέατρο: μια παρακμιακή εκδοχή του έργου, όπου κανένας δεν ερμηνεύει τίποτα, τα ιδανικά έχουν χαθεί, η έννοια του ρόλου έχει εξατμιστεί, ο θάνατος του θεάτρου έχει επέλθει (όπως σημειώνεται στο πρόγραμμα) και μονάχα γκροτέσκες φιγούρες παραμένουν στη σκηνή να χαριεντίζονται ανοήτως.

 

Αν η παραπάνω περιγραφή ακούγεται ερεθιστική στη θεωρία, αποδεικνύεται αμήχανη και θλιβερή, άκρως απογοητευτική στην πράξη.
Το «κακό» παίξιμο –η προσπάθεια του ηθοποιού να μιμηθεί την άτεχνη εκδοχή του επαγγέλματός του προς χάριν κωμικού ή άλλου υπονομευτικού αποτελέσματος– δεν είναι απλή υπόθεση. Χρειάζεται άποψη, τεχνική και προπαντός στυλ. Τίποτε από αυτά δεν επιδεικνύουν οι ηθοποιοί της παράστασης.

 
Δεν συνιστά άποψη η απουσία προσπάθειας ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί τεχνική η ακατέργαστη, χοντροκομμένη και χωρίς καμία φαντασία υιοθέτηση ξεπερασμένων μοντέλων παρωδίας. Σύμφωνα με τη συνθήκη της παράστασης, οι ηθοποιοί κινούνται κανονικά, χωρίς να μπαίνουν στη διαδικασία της ερμηνείας, όποτε βρίσκονται στο επίπεδο του πραγματικού και καμώνονται τις γυναίκες, όποτε μεταβαίνουν στο επίπεδο της μυθοπλασίας, όταν δηλαδή υποδύονται κάποιο άλλο πρόσωπο. Το «κάνω τη γυναίκα» εν έτει 2018, όμως, δεν μπορεί να αποδίδεται με την παρωχημένη αισθητική του θηλυπρεπούς ομοφυλόφιλου των επιθεωρήσεων του συρμού. Είτε ως κραυγαλέα ευκολία είτε ως προσβλητική αφέλεια, η επιλογή αυτή κανένα ενδιαφέρον δεν παρουσιάζει για τον σημερινό θεατή του έργου.


Την παγίδα αποφεύγει ο Δημήτρης Ήμελλος, ο μόνος από την τριάδα των ηθοποιών (Αργύρης Ξάφης και Κώστας Μπερικόπουλος) που τηρεί μια πιο ουδέτερη στάση, χωρίς κουνήματα και νάζι στη φωνή. Δίνει την εντύπωση όμως ότι δεν νοιάζεται καθόλου για όσα διαδραματίζονται στη σκηνή, ότι η ψυχή του απουσιάζει. Συνεπώς, μας αφήνει κι αυτός αδιάφορους.


Μια ανούσια παρωδία, με τα πλέον αναμενόμενα σκηνικά και κοστούμια, μια κούφια παράσταση, η οποία αρέσκεται σε βαρύγδουπες δηλώσεις για τον «θάνατο του θεάτρου», αλλά επί της ουσίας αρνείται κάθε ρίσκο και επαναπαύεται στην ανακύκλωση των πλέον ξεφτισμένων στερεοτύπων του παρελθόντος.

 

Info

Ζαν Ζενέ, Οι Δούλες

Θέατρο Νέου Κόσμου

Αντισθένους 7 & Θαρύπου, 210 9212900

Τετ., Πέμ., Σάβ. 21:15, Κυρ. 19:00, εισ.: €10-17

www.nkt.gr

Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού

Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις

Σκηνικά-Κοστούμια: Κέννυ Μακλέλαν

Μουσική επιμέλεια: Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις

Επιμέλεια κίνησης: Έντυ Λάμε

Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Γιάνναρος

Βοηθός σκηνοθέτη: Συγκλητική Βλαχάκη

Παίζουν: Δημήτρης Ήμελλος, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης