ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ καταιγιστικής επικαιρότητας που αυτόν τον καιρό σβήνει τα προηγούμενα για χάρη των επόμενων, ο Έλληνας πολίτης κινδυνεύει να χάσει όσα σημαντικά τον αφορούν, και μάλιστα άμεσα. Διότι υπάρχουν γεγονότα-τομές που δεν πρέπει να ξεχαστούν, ειδάλλως το παρελθόν θα καταπιεί το μέλλον, θυμίζοντας τον ψυχικά άρρωστο που δεν μπορεί να απαλλαγεί από τους εφιάλτες του, επειδή ποτέ δεν θέλησε να τους αντιμετωπίσει κατάματα.


Τα όσα διαδραματίστηκαν με τη δημόσια διαπόμπευση του πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών μέσω της διαβόητης πλέον φωτογραφίας, η οποία τον παρουσίαζε με τους «δημίους» του ωσάν πριν από αποκεφαλισμό, αποτελεί ένα τέτοιο γεγονός-τομή.

 

Μπορούμε ως κοινωνία και πολιτεία να επιλέξουμε δύο στάσεις απέναντί του: είτε να το εγγράψουμε στη σωρεία παρόμοιων περιστατικών ανομίας που ταλαιπωρούν επί δεκαετίες τώρα τα ελληνικά πανεπιστήμια, δηλαδή να το θεωρήσουμε μια θλιβερή κανονικότητα και απλώς να περιμένουμε στωικά την επόμενη επίθεση, την οποία επίσης θα καταδικάσουμε, ως συνήθως, με «αποτροπιασμό», είτε να αποφασίσουμε να αντιμετωπίσουμε με γενναιότητα αυτό που συμβαίνει. Διότι αυτό που συμβαίνει στα ΑΕΙ μας είναι ένα καρκίνωμα με πολλαπλές επιπτώσεις, όχι μόνο στη δική του λειτουργία αλλά και έξω από το ίδιο.

 

H κοινωνία των πολιτών δεν επιτρέπεται να κλείνει άλλο τα μάτια για όσα συμβαίνουν εκεί που στέλνει -πληρώνοντας ακριβά- να μάθουν γράμματα τα παιδιά της.


Πολλοί θα σπεύσουν να ισχυριστούν ότι μπορεί μεν η πρόσφατη επίθεση στον πρύτανη να ξεπέρασε κάθε όριο λόγω της βιαιότητάς της, αλλά όλα αυτά δεν παύουν να αφορούν τα εσωτερικά των πανεπιστημίων, τα οποία, ως θεωρητικά αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί, έχουν την υποχρέωση, και πάντως την αρμοδιότητα, να επιλύσουν μόνα τους.

 

Η προσέγγιση αυτή, εντός της οποίας άλλωστε κινήθηκε και η προ ημερών ανακοίνωση της Συνόδου των Πρυτάνεων, είναι λάθος για δύο λόγους. Πρώτον, διότι τα πανεπιστήμια είναι δημόσιοι οργανισμοί, δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι μάλιστα χρηματοδοτούνται κατά βάση από το ελληνικό κράτος. Για τις υποδομές τους, τους μισθούς του προσωπικού τους ή τη φοιτητική μέριμνα είναι εξαρτημένα απολύτως από τους δημόσιους προϋπολογισμούς, δηλαδή από τα χρήματα των φορολογουμένων (η «δωρεάν» εκπαίδευση έχει λανθασμένα ταυτιστεί με μια εκπαίδευση που δεν κοστίζει, ενώ κοστίζει πανάκριβα).

 

Η πρόσφατη κλιμάκωση της βίαιης δράσης των ομάδων αυτών της εξτρεμιστικής αριστεράς στους χώρους των πανεπιστημίων σχετίζεται με την κατάργηση του ασύλου πριν από έναν χρόνο και την εκκένωση πολλών χώρων που βρίσκονταν, ακόμη και για χρόνια, υπό κατάληψη σε διάφορα ιδρύματα. Φωτ.: Eurokinissi
Η πρόσφατη κλιμάκωση της βίαιης δράσης των ομάδων αυτών της εξτρεμιστικής αριστεράς στους χώρους των πανεπιστημίων σχετίζεται με την κατάργηση του ασύλου πριν από έναν χρόνο και την εκκένωση πολλών χώρων που βρίσκονταν, ακόμη και για χρόνια, υπό κατάληψη σε διάφορα ιδρύματα. Φωτ.: Eurokinissi

 

Αν και η κοινωνική λογοδοσία γενικά των δημόσιων οργανισμών στην Ελλάδα είναι δυστυχώς περιορισμένη, καλό είναι να θυμόμαστε ότι μας έχει ανατεθεί ένα από τα πλέον κρίσιμα καθήκοντα, εκείνο της εκπαίδευσης των νέων ανθρώπων, και σε αυτό οφείλουμε την επαγγελματική μας υπόσταση. Όταν αποτυγχάνουμε ως κοινότητα να διασφαλίσουμε τους όρους επιτέλεσης αυτού του λειτουργήματος, είμαστε (πολύ περισσότερο απ' ό,τι ένας ιδιώτης) υπόλογοι στο κράτος, όχι μόνο στον εαυτό μας.


Είναι όμως λάθος για έναν ακόμη λόγο. Η πρόσφατη κλιμάκωση της βίαιης δράσης των ομάδων αυτών της εξτρεμιστικής αριστεράς στους χώρους των πανεπιστημίων σχετίζεται με την κατάργηση του ασύλου πριν από έναν χρόνο και την εκκένωση πολλών χώρων που βρίσκονταν, ακόμη και για χρόνια, υπό κατάληψη σε διάφορα ιδρύματα. Εξού και η ομάδα εφόδου στο ΟΠΑ κρέμασε στον λαιμό του πρύτανη το «αλληλεγγύη στις καταλήψεις», διότι αυτό είναι που διακυβεύεται.

 

Μια ματιά στις ανακοινώσεις των ομάδων αυτών δείχνει ότι υποστηρίζουν ανοιχτά πλέον τη ριζοσπαστικοποίηση της δράσης τους, ένα δείγμα της οποίας είδαμε με την καταδρομική αυτή επίθεση, ενώ η στάση τους προδιαθέτει για ακόμη πιο εξτρεμιστικές ενέργειες.

 

Οι καταλήψεις στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης έχουν περιενδυθεί ένα ρομαντικό περίβλημα, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν στεγάζουν παρά διανοητικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις ιδεαλιστών «αναρχικών» φοιτητών, οι οποίοι κατά τα άλλα δεν ενοχλούν κανέναν. Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι πολλοί από τους καταληψίες δεν είναι καν φοιτητές και ότι η εκεί παρουσία τους δεν έχει να κάνει με τέτοιες αναζητήσεις. Οι χώροι των καταλήψεων στεγάζουν συχνά ομάδες και ενέργειες στα όρια ή και πέραν της νομιμότητας, και συχνά επίσης αποτελούν ορμητήρια ή καταφύγια για έκνομες δράσεις στην έξω πόλη. Γι' αυτό και ιδίως ΑΕΙ, όπως το ΟΠΑ ή το ΑΠΘ, προσφέρουν στρατηγική θέση, καθώς βρίσκονται στο κέντρο του αστικού ιστού.

 

Είναι αλήθεια ότι η διαχρονική αυτή βία, χαμηλότερης ή υψηλότερης έντασης, δεν αφορά όλα τα ΑΕΙ της χώρας αλλά τα μεγαλύτερα ιδρύματα, και κυρίως εκείνα που το μέγεθος, η γεωγραφική τους θέση ίσως και ιστορία τους κάνει το ειδικό τους βάρος μεγαλύτερο. Άρα εδώ δεν έχει σημασία μόνο ο αριθμός των περιστατικών αλλά και η πολιτικοποίηση της βίας αυτής, που της δίνει και ιδεολογικό περίβλημα, και κατά συνέπεια μεγαλύτερο επιχειρησιακό εύρος.


Εκείνο που θέλω να πω εντέλει έχει δύο όψεις. Πρώτον ότι η υπόθεση της βίας στους πανεπιστημιακούς χώρους αφορά ολόκληρη την κοινωνία και τις πόλεις που τους φιλοξενούν. Πράγμα που σημαίνει ότι η κοινωνία των πολιτών που σοκαρίστηκε από την εικόνα του πρύτανη, πρέπει να συνεχίσει να σοκάρεται με όλες τις εξτρεμιστικές ενέργειες των ομάδων αυτών, ακόμη και από όσες δεν συνοδεύονται αναγκαστικά από τέτοιες σκληρές εικόνες. Δεν επιτρέπεται να κλείνει άλλο τα μάτια για όσα συμβαίνουν εκεί που στέλνει -πληρώνοντας ακριβά- να μάθουν γράμματα τα παιδιά της. Δεύτερον, ότι οι ίδιοι οι πρυτάνεις, τις καλές προθέσεις των οποίων δεν πρέπει κανείς να αμφισβητεί, δεν μπορούν να νομοθετήσουν για να λύσουν το πρόβλημα. Οι ίδιοι είναι άλλωστε διδακτικό προσωπικό και δεν μπορεί να έχει κανείς απαίτηση να διαθέτουν και διοικητικές δεξιότητες επαγγελματιών μάνατζερ - το πρόβλημα είναι δομικό και περίπολοκο. Αρμόδια να φέρει σχετικό νόμο που να αφορά την αποτελεσματική φύλαξη των ΑΕΙ είναι η παρούσα κυβέρνηση, και εκείνη οφείλει να σκεφτεί ευρύτερα, με όρους χρηστής διοίκησης.

 

Με άλλα λόγια, το ζήτημα εδώ δεν είναι μόνο η ασφάλεια αλλά μια συθέμελα νέα προσέγγιση στο ποιος λογοδοτεί στην κοινωνία και το κράτος και με ποιο διοικητικό σχήμα για τη διακυβέρνηση των πανεπιστημίων. Κι εκεί, πιστεύω, πρέπει να ξανασπάσουμε τα αυγά που σπάσαμε μεν το 2011 αλλά δεν θελήσαμε ποτέ να μαγειρέψουμε.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.