Αυτό ήταν λοιπόν. Σώθηκαν τα ψέματα, τελείωσαν τα αστεία: ο αντικαπνιστικός νόμος που παρέμενε επί μία δεκαετία ανενεργός λόγω κρίσης («Δεν φτάνει που τους σκίζουμε, θα τους κόψουμε και το κάπνισμα; Θα μας φάνε») θα εφαρμοστεί είτε με το καλό είτε με το ζόρι, επειδή τα πρόστιμα και οι κυρώσεις είναι σοβαρές έως και καταστροφικές για τους καταστηματάρχες και αβάσταχτα τσουχτερές για τους «θεριακλήδες», όπως αποκαλούσε χαριτωμένα κάποτε τους μανιώδεις καπνιστές ο vintage δημοσιογραφικός λόγος.


Θα εφαρμοστεί επειδή εφαρμόζεται παντού σχεδόν στον «πολιτισμένο» κόσμο («ακόμα και σε κράτη όπως η Ουγκάντα» δήλωσε σχετικά ο πρωθυπουργός, ανακαλώντας για μυριοστή φορά αυτήν τη δύσμοιρη χώρα που δεν μας έχει φταίξει σε τίποτα και τη χρησιμοποιούμε καταχρηστικά –και ρατσιστικά– μια ζωή ως απόλυτο υπόδειγμα οπισθοδρομικού χάους) και επειδή είναι για το καλό όλων μας – καπνιστών, μη καπνιστών και ελεγκτικών/εισπρακτικών μηχανισμών του κράτους. Ενεργοποιήθηκε, μάλιστα, και η τηλεφωνική γραμμή «ενημέρωσης και υποστήριξης» (και ρουφιανιάς), έτσι ώστε να βρίσκονται οι αρμόδιοι ελεγκτές σε πλήρη εγρήγορση και συνείδηση της αποστολής τους μέχρι τις πρωινές ώρες.

 

Tο #MeToo απομακρύνει, ο αντικαπνιστικός φέρνει κοντά: «Παρντόν, φωτίτσα παίζει; Ξέχασα τον αναπτήρα μέσα... χα χα, βρε τι τραβάμε... Το ονοματάκι σας;»


Τελεία και παύλα – θα το καταπιούμε το μέτρο σαν μεγάλα παιδιά και θα βγαίνουμε έξω να καπνίσουμε, ευγνωμονώντας τις ήπιες χειμερινές συνθήκες μιας μεσογειακής χώρας και την κλιματική μεταστροφή του πλανήτη προς το θερμότερο.


Κομμένες οι νουάρ φαντασιώσεις και η ομιχλώδης ατμόσφαιρα στις μπάρες, κομμένο και αυτό το απολαυστικό πρώτο τσιγαράκι μετά το φαγητό –ενώ παράλληλα η γλώσσα σκουπίζει νωχελικά τα ούλα– στο τραπέζι της ταβέρνας υπό τους ήχους κλασικών λαϊκών ασμάτων, κομμένη και η τελετουργία του καφέ με το τσιγάρο σε κλειστό χώρο.

 

Θα το συνηθίσουμε κι αυτό – όλα τα συνηθίζουν άλλωστε οι Νεοέλληνες αργά (συνήθως) ή γρήγορα,παρότι είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστεί κανείς την εικόνα (ή την ίδια την ουσία) ενός «κωλόμπαρου» ή ενός σκυλάδικου χωρίς τσιγάρο. Αυτό που βαριέμαι είναι τα προβλέψιμα στάδια που θα εκτυλιχθούν μέχρι την εποχή που θα έχει γίνει αρχαίο καθεστώς το μέτρο και μόνο νοσταλγικά και αμυδρώς θα θυμάται κανείς την εποχή που μπορούσες να καπνίζεις σε μπαρ, κλαμπ και εστιατόρια.

 

Το έχουμε δει το έργο στο εξωτερικό. Στην αρχή θα παρατηρηθεί μια «αλληλέγγυα» κοινωνικοποίηση ανάμεσα σε αγνώστους που αποβάλλονται εκτός καταστήματος για να καπνίσουν, και κάποια φλερτ ίσως (το #MeToo απομακρύνει, ο αντικαπνιστικός φέρνει κοντά: «Παρντόν, φωτίτσα παίζει; Ξέχασα τον αναπτήρα μέσα... χα χα, βρε τι τραβάμε... Το ονοματάκι σας;»). Σταδιακά, όμως, οι καπνιστές που ξεροσταλιάζουν έξω θα μοιάζουν με λέσχη εξαρτημένων σε υπαίθρια εκδήλωση και στο τέλος κάποιοι θα μείνουν να καπνίζουν κατά μόνας σαν δεινόσαυροι, σαν παρίες και σαν λεπροί. Οι περισσότεροι καπνιστές απλώς θα κάθονται σπίτι να φουμάρουν με την άνεσή τους σαν συνωμότες ή σαν κατάλοιπα του περασμένου αιώνα.


Όπως ακριβώς δήλωνε ότι κάνει εδώ και χρόνια ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιντς σε μια περσινή του συνέντευξη στο «New York»: «Σπανίως βγαίνω, επειδή καπνίζω και ο κόσμος πλέον είναι πολύ εχθρικός προς τους καπνιστές. Τους βγάζουν έξω από τα μαγαζιά σαν τα ζώα. Το ξέρω ότι κάνει κακό, αλλά δεν πιστεύω στη βλάβη από το παθητικό κάπνισμα. Μου φαίνεται λυπηρό ότι δεν επιτρέπεται πλέον να είναι μέρος της νυχτερινής ψυχαγωγίας εκεί έξω. Σκέψου ένα παλιό, κλασικό μπαρ χωρίς καπνό και πεντακάθαρη ατμόσφαιρα. Μπορείς πλέον να δεις τα πάντα ξεκάθαρα και συγχρόνως να μυρίζεις το άρωμα από ούρα και ιδρώτα και μπίρα που έχει διαποτίσει τον χώρο και δεν υπήρχε στον αέρα όταν επιτρεπόταν το κάπνισμα...».

 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO