O Άλμπερτ Φίνεϊ που πέθανε σήμερα στα 82 μετά από μάχη με τον καρκίνο ήταν ένας από τους κορυφαίους ηθοποιούς της γενιάς του και από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του νέου κύματος της δεκαετίας του '60.

 

Γεννημένος στο Σάλφορντ το 1936, γιος ενός πράκτορα στοιχημάτων και μέλους της επονομαζόμενης «χαμηλής μεσαίας τάξης», σπούδασε στη Royal Academy of Dramatic Arts με συμμαθητές τον Πίτερ Ο' Τουλ και τον Άλαν Μπέιτς και είχε ήδη πετυχημένη θητεία ως σαιξπηρικός ηθοποιός πριν ξεκινήσει την καριέρα του στο σινεμά.

 

Η πρώτη ταινία που έπαιξε ήταν το «Entertainer» σε σκηνοθεσία του Tony Richardson, με τον οποίο είχαν ήδη συνεργαστεί στο θέατρο.

 

Με το «Σάββατο βράδυ, Κυριακή πρωί», ένα από τα εμβληματικά φιλμ της «άγριας» περιόδου του αγγλικού σινεμά των '60s, που σκηνοθέτησε ο Karel Reisz, έγινε πολύ δημοφιλής και έξω από τη Βρετανία και ο ρόλος του ταραχοποιού εργάτη εργοστασίου Arthur Seaton με την «ωμή σεξουαλικότητα και το μείγμα επαναστατικότητας και εγωπάθειας» τον ακολούθησε για πολλά χρόνια.

 

Ο Άλμπερτ Φίνεϊ παρόλο που δεν ήταν ποτέ έξω από τα εμπορικά κυκλώματα και οι ταινίες του ήταν για μεγάλο κοινό, αρνήθηκε το βραβείο του τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας το 1980 και τη βράβευσή του ως ιππότη το 2000.

 

Εκτός από σταρ-εκπρόσωπος του Free Cinema κατάφερε να γίνει και από τους πιο γνωστούς ηθοποιούς της εποχής και το 1963, πρωταγωνιστώντας στο «Tom Jones» –πάλι σε συνεργασία με τον Tony Richardson–, έφτασε μέχρι τα Όσκαρ ως υποψήφιος για τον πρώτο αντρικό ρόλο, αλλά έχασε από τον Σίντνεϊ Πουατιέ (του «Lillies in The Field»).

 

Η πορεία του Άλμπερτ Φίνεϊ στο σινεμά ήταν εντυπωσιακή, το ίδιο και στο θέατρο και στην τηλεόραση. Έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους δίπλα στην Audrey Hepburn, στο «Two for the Road» και στο «Night Must Fall» του Karel Reisz, ενώ το 1968 έγινε και σκηνοθέτης κυκλοφορώντας το «Charlie Bubbles». Ο πολύ προσωπικός ρόλος του πετυχημένου συγγραφέα που επέστρεψε στην πόλη που γεννήθηκε –βασισμένος στο σενάριο της Sheelagh Delaney– ήταν και η μοναδική του απόπειρα στην σκηνοθεσία.

 

Ο Φίνεϊ έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο και στην παραγωγή ταινιών της αγγλικής σκηνής εκείνης της περιόδου γιατί στήριξε με όποιον τρόπο μπορούσε (και οικονομικό) ταινίες όπως το «If...» του Lindsay Anderson και το «O Lucky Man» που ακολούθησε, καθώς και το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Μάικ Λι, το «Bleak Moments».

 

© National Portrait Gallery
© National Portrait Gallery

 

Τα επόμενα χρόνια ως καθιερωμένος σταρ εμφανίστηκε σε πολλές mainstream ταινίες αλλά και καλλιτεχνικές παραγωγές, όπως το μιούζικαλ «Σκρουτζ» και το χαμηλού προϋπολογισμού διαμαντάκι του Stephen Frears, το «Gumshoe», την πρώτη ταινία του, αλλά και στην κλασική ταινία μυστηρίου «Έκλημα στο Όριαν Εξπρές» από το βιβλίο της Αγκάθα Κρίστι, όπου έπαιζε τον Ηρακλή Πουατιέ.

 

Τη δεκαετία του '80 πέρασε μια περίοδο μακριά από τους εμπορικούς ρόλους που τον καθιέρωσαν και έγινε πολύ πιο επιλεκτικός, κάνοντας σπουδαίες εμφανίσεις όπως στο «Shoot the Moon» του Άλαν Πάρκερ δίπλα στην Diane Keeton, ενώ έπαιξε τον ηλικιωμένο «Sir» στο «The Dresser» που σκηνοθέτησε ο Peter Yates, φτάνοντας ξανά μέχρι τα Όσκαρ.

 

Η τελευταία υποψηφιότητά του για πρώτο αντρικό ρόλο στα Όσκαρ ήταν ως αλκοολικός πρώην διπλωμάτης στο «Under the Volcano», ενώ κέρδισε και άλλη μία υποψηφιότητα σε δεύτερο ρόλο το 2001 για την «Erin Brockovich» του Στίβεν Σόντερμπεργκ.

 

Στο «Skyfall» είχε τον τελευταίο του βασικό ρόλο
Στο «Skyfall» είχε τον τελευταίο του βασικό ρόλο

 

Οι πιο πρόσφατοι ρόλοι του στο «Πέρασμα του Μίλερ» των αδελφών Κοέν, στο «Traffic» του Σόντερμεπργκ, στη «Νεκρή Νύφη» του Τιμ Μπάρτον (όπου μόνο ακουγόταν) και στο «Big Fish» συντήρησαν το ενδιαφέρον των σκηνοθετών του Χόλιγουντ για τον ηθοποιό που το πέρασμα του χρόνου του έδωσε ακόμα μεγαλύτερο status. Στη τηλεόραση έπαιξε επίσης πολλούς και σημαντικούς ρόλους.

 

Ο τελευταίος βασικός ρόλος του ήταν στο «Skyfall», την ταινία της σειράς του Τζέιμς Μποντ, το 2011.

 

Ο Άλμπερτ Φίνεϊ παρόλο που δεν ήταν ποτέ έξω από τα εμπορικά κυκλώματα και οι ταινίες του ήταν για μεγάλο κοινό, αρνήθηκε το βραβείο του τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας το 1980 και τη βράβευσή του ως ιππότη το 2000. Το 2011 αποκάλυψε ότι πάσχει από καρκίνο στο νεφρό.

 

Είχε παντρευτεί τρεις φορές, με την ηθοποιό Jane Weanham το 1957, με την Ανούκ Εμέ το 1970 και την Pene Delmage το 2006. Είχε έναν γιο από τον πρώτο γάμο του.