ΤΟ 2020 ΗΤΑΝ μια καλή χρονιά για την εγχώρια ηλεκτρονική μουσική, η οποία, απ' ό,τι φαίνεται, γίνεται όλο και πιο εξωστρεφής.


Δύο από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ που ακούσαμε φέτος κυκλοφόρησαν από ξένες εταιρείες: το «Rizitiko» της Venus Volcanism, που τυπώθηκε σε βινύλιο από τη σκωτσέζικη Optimo Music, και πιο πρόσφατα το «Mετά το ρέιβ» της Ελληνοκύπριας Μaria Spivak ή απλώς Spivak.


Μέχρι πρότινος, δεν ήταν κάτι αυτονόητο, δηλαδή να ανθεί η σύγχρονη ανεξάρτητη ελληνική μουσική σε διεθνές επίπεδο. Ελάχιστα ονόματα έχουν πετύχει κάτι ανάλογο την τελευταία δεκαετία και σίγουρα είναι μια σημαντική εξέλιξη. Επιπλέον, αυτό συμβαίνει από ανεξάρτητους καλλιτέχνες που δεν έχουν ακουστεί ακόμα πολύ στη σχετικά μικρή ντόπια μουσική σκηνή, όπου, όπως και να το κάνεις, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους.

 

Ένα άλλο στοιχείο που κάνει τα συγκεκριμένα άλμπουμ να ξεχωρίζουν είναι ότι και τα δύο έχουν γίνει από γυναίκες δημιουργούς. Κυρίως, όμως, και τα δύο αντλούν έμπνευση από ένα νησί του Αιγαίου, καθένα από διαφορετική σκοπιά: η Venus επανεξετάζει την κρητική μουσική παράδοση μέσα από ένα δημοφιλές είδος τραγουδιού που ερμηνεύουν αποκλειστικά άνδρες, από την άλλη η Spivak έχει ως αφετηρία το γεωπολιτικό και φυσικό περιβάλλον της γενέτειράς της.

 

Το ένστικτό της έπεσε μέσα επειδή το LP είναι ήδη sold-out, λίγες μόλις ημέρες μετά την κυκλοφορία. 


H συνεργασία της φέτος με τον Jay Glass Dubs στο κομμάτι «Our Reversed Uniforms» από το τελευταίο άλμπουμ του, «Soma», έκανε την Ecstatic να την προσέξει και να επενδύσει στο ντεμπούτο άλμπουμ της. Το ένστικτό της έπεσε μέσα επειδή το LP είναι ήδη sold-out, λίγες μόλις ημέρες μετά την κυκλοφορία.

 

 

Our Reversed Uniforms

 

Η Spivak δεν είναι εντελώς άγνωστη στα αθηναϊκά πράγματα. Αν και η έδρα της είναι στη Λευκωσία, κάνει σποραδικές εμφανίσεις και συνεργασίες εδώ από το 2017, οπότε κυκλοφόρησε μια εξαιρετική κασέτα στην ανεξάρτητη Nutty Records. Το «Error in Palace», για όσους έτυχε να το προσέξουν, προϊδέαζε για μια εξαιρετική συνέχεια ‒ όπως και συνέβη.


Με τη μουσική ξεκίνησε να ασχολείται πιο σοβαρά όταν τελείωσε το μεταπτυχιακό της στην Αρχιτεκτονική στη Βρετανία και επέστρεψε στη Λευκωσία. Τότε άρχισε να συμμετέχει πιο ενεργά στη μικρή, αλλά ζωηρή τοπική σκηνή, διοργανώνοντας noise-happenings. Είναι αυτοδίδακτη παραγωγός, οπότε της πήρε αρκετό χρόνο μέχρι να βρει τη ροή της μέσα στο στούντιο, αναθεωρώντας συνεχώς μεθοδολογίες και πρακτικές για να εξελίξει και να εξερευνήσει τον ήχο της.


Η DIY προσέγγισή της, όμως, και η φαινομενική ανασφάλειά της μέσα στο στούντιο δεν επηρεάζουν καθόλου την ηχητική απόλαυση του «Μετά το ρέιβ». Τα νυχτερινά synth-pop και ambient κομμάτια του, συνυφασμένα με την κυπριακή καταγωγή της, ξεκινούν με έναν αφαιρετικό ηχητικό πλαίσιο, κάνοντας έναν ποιητικό διάλογο με συνομιλητές από τη Λένα Πλάτωνος μέχρι τους Drexciya και ενθουσιάζοντας το Boomkat.

 

Πέρα από τον ηλεκτρονικό τους χαρακτήρα, όμως, στην ουσία είναι σαν να κάνει σύγχρονη φολκ και εκεί βρίσκεται το μυστικό της γοητείας τους. Για ντεμπούτο είναι απροσδόκητα συναρπαστικό. Στιχουργικά, η ελληνική γλώσσα εναλλάσσεται με την αγγλική ανά κομμάτι, με τους στίχους να μην κοντράρουν το τελικό αποτέλεσμα ‒ έπειτα είναι και ο μυστηριώδης τίτλος του άλμπουμ, που σε προστάζει να το ακούσεις.

 

Η Spivak δεν είναι εντελώς άγνωστη στα αθηναϊκά πράγματα. Αν και η έδρα της είναι στη Λευκωσία, κάνει σποραδικές εμφανίσεις και συνεργασίες εδώ από το 2017. Φωτ. Παναγώτης Μήνα @therealpannybrown
Η Spivak δεν είναι εντελώς άγνωστη στα αθηναϊκά πράγματα. Αν και η έδρα της είναι στη Λευκωσία, κάνει σποραδικές εμφανίσεις και συνεργασίες εδώ από το 2017. Φωτ. Παναγώτης Μήνα @therealpannybrown


Στο «Minus the motivational speech», το κομμάτι που σε εισάγει στον κόσμο του «Μετά», η ήρεμη φωνή της πάνω από το μινιμαλιστικό beat δίνει το τέμπο που θα ακολουθήσει στο υπόλοιπο άλμπουμ. Είναι ένα τραγούδι με θέμα τους μονολόγους επινοεί όταν θέλει να εμψυχώσει τον εαυτό της. «Κάποιες φορές αυτό αποδίδει, κάποιες άλλες καταντά κουραστικό» αναφέρει. Εδώ αποδίδει, και με το παραπάνω. Η post-punk/minimal synth αισθητική του, που αντλεί στοιχεία από τα '80s, ακούγεται καθησυχαστική στον ακροατή και μεταφέρει πετυχημένα την ατμόσφαιρα αυτών των μονολόγων.

 

Οι παιχνιδιάρικες house συγχορδίες και οι φωνητικές πινελιές στο σχεδόν instrumental «Sec» είναι η προσπάθειά της να συνομιλήσει με τα πιο «σκληρά» broken beats στοιχεία από το κλασικό Roland TR606. To κομμάτι έγινε με αφορμή τη συμμετοχή της στη συλλογή «Selana» της Nutty Wombat, που κυκλοφόρησε σε κασέτα. Στο «The Place» πλάθει μια τρίλεπτη ιστορία επιστημονικής φαντασίας με αβέβαιο τέλος. Σε αυτό τοπίο που μοιάζει με εφιάλτη οι μηχανές στάζουν λάδι πάνω σε ό,τι αναπνέει, η ατμόσφαιρα είναι μαυρισμένη και πηχτή, η θάλασσα σχεδόν ακίνητη, ο ήχος έχει αλλοιωθεί κι αυτό που κάποτε ήταν ένα ονειρεμένο καταπράσινο παραδεισένιο νησί τώρα έχει μετατραπεί σε σκοτεινή πέτρα, με τους κατοίκους φανερά αναστατωμένους. Με το «Enough Throwbacks» σταματά και η αγγλική πλευρά του άλμπουμ.


Ακολουθεί το «Mετά το Ρέιβ», το κεντρικό του κομμάτι, που έχει χαρίσει το όνομά του σε ολόκληρο τον δίσκο. Πρόκειται για έναν ακατέργαστο ambient πειραματισμό πάνω σε μια υπνωτική λούπα, τμήμα ενός μεγαλύτερου jam session που δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν θα να τελειώσει.


Το «Σχεδόν Σίγουρα» δημιουργήθηκε εντελώς αυθόρμητα, όταν φιλοξενούσε για μερικές ημέρες στο σπίτι της έναν φίλο της, τον παραγωγό Η4S. Το τελευταίο βράδυ πριν φύγει μπήκαν στο στούντιο και χρησιμοποίησαν ελάχιστο εξοπλισμό. Οι ελλειπτικοί στίχοι είναι από ένα βιβλίο που βρήκε εκεί, τυχαία το άνοιξε και διάβασε μια σελίδα. Ο H4S το ψευτομίξαρε μέσα στο αεροπλάνο και της το έστειλε.

 

 

Σχεδόν Σίγουρα


«Πήγαινέ με στην αυλή σου πριν ξεριζωθούν τα αγριόχορτα» λέει ένας στίχος στο βασισμένο στην ποίηση της Τουρκοκύπριας Tugce Tekhanli «Πήγαινε με, ένα love song», επηρεασμένο από την early electro και τον φουτουρισμό τύπου Drexciya, ενώ στο «Θυμάσαι;» διοχετεύει το πνεύμα της Λένας Πλάτωνος μέσα από τις τυπολογικές της αναζητήσεις και την ανάγκη της να εξερευνήσει την πραγματική φύση του νησιού. Απαγγέλλει ένα κείμενο του Στέφανου Στεφανίδη που περιγράφει με απρόσμενη ιλαρότητα τη χερσόνησο της Καρπασίας, μια περιοχή ορόσημο για τους ντόπιους.


Το προτελευταίο κομμάτι είναι το αγαπημένο της από το άλμπουμ. Αφιερωμένο στη θάλασσα, βασίζεται στις συνθέσεις και ερμηνείες του Μάνου Λοΐζου πάνω στα ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ. «Ένιωσα ότι μου έδωσε την αίσθηση αισιοδοξίας που χρειαζόμουν στη συγκεκριμένη φάση της ζωής μου» αναφέρει η Μαρία για την «Πιο όμορφη θάλασσα».


Σε ένα άλλο σημείο αναρωτιέται «Μετά το ρέιβ θα πάμε σπίτι; Ή θα συνεχίσουμε να κυνηγάμε την ευφορία; Όσες ώρες και να κρατήσει, κάποτε όλα τελειώνουν». Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτή είναι μουσική που δεν θέλεις να τελειώσει.