Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησαν δύο άλμπουμ βινυλίου από την B-Other Side Records, με κινηματογραφικές μουσικές του Μίμη Πλέσσα από το πρώτο μισό της δεκαετίας του '60.

 

Στο πρώτο απ' αυτά καταγράφονται τα σάουντρακ των ταινιών Έγκλημα στα Παρασκήνια (σκ. Ντίνος Κατσουρίδης, 1960) και Εφιάλτης (σκ. Ερρίκος Ανδρέου, 1961), ενώ στο δεύτερο μουσικές από τα φιλμ Ίλιγγος (1963), Εγωισμός (1963) και Ιστορία μιας Ζωής (1965), όλα σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη. Ας δούμε κάποιες λεπτομέρειες.

 

Έγκλημα στα Παρασκήνια / Εφιάλτης

Κατ' αρχάς να πούμε πως οι συγκεκριμένες μουσικές τού Μίμη Πλέσσα είχαν κυκλοφορήσει για πρώτη φορά ως μέρος ενός 2CD το 2009, στην εταιρεία Legend Recordings, κάτω από τον τίτλο "Film Noir". Εδώ διαχωρίζονται (και σωστά) από άλλα κατοπινά σάουντρακ (που υπήρχαν σ' εκείνο το 2CD), ενώ ονοματίζονται από την αρχή, έχοντας και τη γενικότερη επίβλεψη του μάστορα του ήχου Γιάννη Κύρη, αναφορικά με το τελικό master. Άρα καταγράφονται, για πολλούς και διαφόρους λόγους, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στους «πολλούς και διαφόρους λόγους» να συμπεριλάβουμε και το άψογο εξώφυλλο, μαζί με τα τέσσερα inserts με στοιχεία και φωτογραφίες (κατά βάση αναπαραγωγή παλαιών lobby cards).

 

Για το Έγκλημα στα Παρασκήνια, ένα από τα καλύτερα αστυνομικά φιλμ που γυρίστηκαν ποτέ στην Ελλάδα, είναι πολλά πράγματα γνωστά. Είναι γνωστό, δηλαδή το στόρι της ταινίας, που βασίστηκε σε σενάριο του Γιάννη Μαρή, όπως είναι αποδεδειγμένη και η σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του Ντίνου Κατσουρίδη, που κατόρθωσε να φτιάξει μια τέλεια ασπρόμαυρη ταινία, εκμεταλλευόμενος βασικά τη φωτογραφία του Αριστείδη Καρύδη-Φουκς.

 

Τίτος Βανδής (αστυνόμος Μπέκας) και Αλέκος Αλεξανδράκης (δημοσιογράφος Μακρής).
Τίτος Βανδής (αστυνόμος Μπέκας) και Αλέκος Αλεξανδράκης (δημοσιογράφος Μακρής).

 

Όλοι θυμούνται, επίσης, τους άψογους πρώτους και δεύτερους ρόλους που ενσάρκωσαν οι Τίτος Βανδής (αστυνόμος Μπέκας), Αλέκος Αλεξανδράκης (δημοσιογράφος Μακρής), Ζωρζ Σαρρή (Θάλεια Χαλκιά), Χρήστος Τσαγανέας (Παύλος Στεφάνου), Μάρω Κοντού (Έλενα Παυλίδη) κ.ά., ενώ στη δική μου τουλάχιστον μνήμη έρχονται και επανέρχονται ακόμη και οι τρίτοι ρόλοι της ταινίας, ερμηνευμένοι μοναδικά από τους σπουδαίους Δήμο Σταρένιο, Σαπφώ Νοταρά, Γκίκα Μπινιάρη και Γιώργο Δαμασιώτη.

 

Ο Μίμης Πλέσσας δίνει, για τον Εφιάλτη, ένα σκορ εξ ίσου σημαντικό μ' εκείνο από το Έγκλημα στα Παρασκήνια, αν όχι σημαντικότερο. Υπό την έννοια πως οι μουσικές του περιβάλλονται και από στοιχεία άγχους, με ωραία χρήση των εγχόρδων, μαζί με κινηματογραφική τζαζ και ακουστικά εφέ, συν αβάντ κρουστά συχνά σε πρώτο και σίγουρα υποβολιμαίο ρόλο.

 

Με ψαγμένη αναπαράσταση της μετακατοχικής και μετεμφυλιακής Αθήνας –ας μην ξεχνάμε πως το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε το 1954– την οποία (αναπαράσταση) καθόριζαν αισθητικά το ημίφως, οι σκιές και το σκοτάδι, με έξοχες στυλιζαρισμένες σκηνές όπως εκείνη στο καμπαρέ, που, σημειωτέον, είχε ανοίξει πρώην συνεργάτης των Γερμανών στην Κατοχή, το «Έγκλημα στα Παρασκήνια» ήθελε μόνο μια «σωστή» μουσική για να απογειωθεί (και από την πλευρά της ηχητικής μπάντας του). Και αυτή τη μουσική την αναζήτησε και τη βρήκε στις νότες του Μίμη Πλέσσα.

 

Το 1960, όταν γυρίστηκε η ταινία, ο Πλέσσας, παρότι ήταν 36 ετών (όχι μικρός δηλαδή), ήταν ουσιαστικά ανερχόμενος. Είχε βεβαίως μια πορεία στα πράγματα, και στην Ελλάδα και για κάποιο διάστημα στην Αμερική, αλλά δεν είχε ακόμη τις πολύ μεγάλες επιτυχίες στο τραγούδι (αυτές που όλοι μας γνωρίζουμε από το 1960 και μετά). Επίσης, πρέπει να σημειωθεί πως εκείνη ακριβώς την περίοδο ξεκινά κατ' ουσίαν και η σχέση του με τον κινηματογράφο, αφού όπως πληροφορούμαστε από τη βάση IMDb κάνει ένα πρώτο σάουντρακ το 1959 και εννέα(!) το 1960. Ένα απ' αυτά τα εννέα ήταν και η μουσική του για το Έγκλημα στα Παρασκήνια.

 

Το σάουντρακ σχετίζεται βεβαίως με την πιο διαχρονική αγάπη του Μίμη Πλέσσα, που ήταν και είναι η τζαζ φυσικά, όπως σχετίζεται ειδικότερα και με το τζαζ, ή περί την τζαζ, κινηματογραφικό score, που είχε αναδείξει το Χόλλυγουντ στα χρόνια του '50. Πρώτο στη σειρά το περίφημο The Man with the Golden Arm (1955) με την κλασική πια μουσική του Elmer Bernstein, οπωσδήποτε το Touch of Evil (1958) με τη μουσική του Henry Mancini και βεβαίως το Anatomy of a Murder (1959) με τα εκπληκτικά θέματα του Duke Ellington. Αυτά ήταν τρία πολύ βασικά αμερικάνικα «μπιγκ-μπαντικά» σάουντρακ (υπήρχαν κι άλλα φυσικά) πάνω στα οποία οπωσδήποτε θα στρεφόταν για μελέτη κάθε συνθέτης, σε κάθε γωνιά του κόσμου. Άρα και ο Μίμης Πλέσσας.

 

Το Έγκλημα στα Παρασκήνια, ως σάουντρακ, διαθέτει στιγμές ανθολογίας (και όχι μόνο για τα ελληνικά αστυνομικά scores), καθώς θέματα σαν τα «Τίτλοι», «Αστυνόμος Μπέκας» (ποιος να παίζει άραγε vibes;) και «Striptease» θα μπορούσαν να ακούγονται σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή ταινία της εποχής, δίχως φυσικά να υστερούν σε σημασία τα «Στο σωστό δρόμο», «Παρακολούθηση», «Ένστικτο», αλλά και όλα τα υπόλοιπα.

 

Και όμως το σάουντρακ του Μίμη Πλέσσα για το Έγκλημα στα Παρασκήνια δεν διακρίθηκε στην 1η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη (20-26 Σεπτεμβρίου 1960), αφού το σχετικό βραβείο είχε πάει τότε σε μιαν άλλη αξιόλογη επένδυση – στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για την ταινία Το Ποτάμι του Νίκου Κούνδουρου. Έλαβε όμως βραβείο φωτογραφίας, για τα εκπληκτικά κάδρα του Αριστείδη Καρύδη-Φουκς και δεύτερου γυναικείου ρόλου, για το υποχθόνιο παίξιμο της Ζωρζ Σαρρή.

 

Η Βούλα Χαριλάου και η Ντέπη Μαρτίνη στον Εφιάλτη.
Η Βούλα Χαριλάου και η Ντέπη Μαρτίνη στον Εφιάλτη.

 

Έναν χρόνο αργότερα, το 1961, ο Μίμης Πλέσσας (πάντα κατά τη βάση IMDb) γράφει μουσικές για τρεις ταινίες. Μία απ' αυτές ήταν και ο Εφιάλτης, σε σκηνοθεσία του 23χρονου(!) τότε Ερρίκου Ανδρέου, ενός πολύ νέου παιδιού, που κάνει ίσως το πιο ελπιδοφόρο ντεμπούτο στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (δεν μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή νεώτερο έλληνα σκηνοθέτη, σε μεγάλου μήκους ταινία, που να εμφανίζεται ως το ίδιο υποσχόμενος). Μπορεί, βεβαίως, ο Ανδρέου να μην δικαιολόγησε στη μετέπειτα πορεία του τις ελπίδες που πολλοί (του χώρου) είχαν αποθέσει, τότε, επάνω του, όμως δεν παύει ο Εφιάλτης να είναι μια κορυφαία ταινία –το μοναδικό ελληνικό ψυχολογικό θρίλερ για πολλές δεκαετίες–, η οποία ακόμη και σήμερα βλέπεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

 

Ο Μάριος Πλωρίτης, που ασχολιόταν τότε και με την κριτική κινηματογράφου, είχε γράψει καλά λόγια για τον Εφιάλτη στην εφημερίδα Ελευθερία (17 Ιαν. 1962), αντιμετωπίζοντας όμως το είδος του θρίλερ ως κατώτερο (υπήρχε τότε, και για πολλά χρόνια, αυτή η αντίληψη). Για να καταλήξει:

 

«Το σπουδαίο είναι πως ο Εφιάλτης μας γνωρίζει έναν σκηνοθέτη με δυνατότητες και με σοβαρότητα, που ελπίζουμε γρήγορα να τις αφιερώσει σε ταινίες πιο ουσιαστικές και πιο "χρήσιμες" για τον Κινηματογράφο μας».

 

Μπορεί η κεντρική ιδέα του σεναρίου να αναφέρεται καταφανώς στο Ψυχώ του Άλφρεντ Χίτσκοκ, που είχε γυριστεί την προηγούμενη χρονιά (1960), όμως ο Ανδρέου καινοτομεί και αυτός σε πολλά (και σε σχέση με την ελληνική κινηματογραφική πραγματικότητα).

 

Δείχνει, για παράδειγμα, σκηνή φόνου με αίμα, κάνει λεπτή και ουσιαστική χρήση ψυχαναλυτικών συμβόλων (το ψαλίδι ως όργανο επιτέλεσης φόνων, ο καθρέφτης ως μέσον επικοινωνίας με το άλλο εγώ, οι κάθετοι χώροι στους οποίους έχει διαμείνει ή διαμένει η πρωταγωνίστρια, όπως και τα λουλούδια που αφήνει να πέφτουν καθώς την κυνηγούν), ενώ υπαινίσσεται εμμέσως πλην σαφώς την ομοφυλοφιλία ενός εκ των πρωταγωνιστών του, κινηματογραφώντας ταυτοχρόνως με μεγάλη σοβαρότητα τον ήρωά του, όπως και την υπερπροστατευτική μητέρα του. Είναι απίστευτο, θέλω να πω, το πώς ένα 23χρονο παιδί, το 1961, κατορθώνει να φιλμάρει τόσο σοβαρά και τόσο εμφατικά ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα, όπως και τον τρόπο που αντανακλά στην συμπεριφορά της κόρης-πρωταγωνίστρια η σκληρότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος. Μπορεί όλα αυτά να μοιάζουν κάπως αυτονόητα σήμερα ή και απλοϊκά, αλλά το 1961 δεν ήταν. Και αυτό έχει σημασία.

 

Αθηνά Μιχαηλίδου, Μιχάλης Νικολινάκος και Θανάσης Μυλωνάς στον Εφιάλτη.
Αθηνά Μιχαηλίδου, Μιχάλης Νικολινάκος και Θανάσης Μυλωνάς στον Εφιάλτη.

 

Σε όλα τα προηγούμενα προσθέστε, τώρα, την μοναδική ερμηνεία της «διχασμένης» Βούλας Χαριλάου (εντυπωσιακή και ως Άννα Μαργκώ και ως δήθεν Εύη Λινάρδου), το πραγματικά αξιοπρόσεκτο παίξιμο της μητέρας Αθηνάς Μιχαηλίδου, την εντυπωσιακή παρουσία της ξανθής Ντέπης Μαρτίνη (η αληθινή Εύη Λινάρδου), μια ευθεία αναφορά του Ανδρέου στις μοιραίες χιτσκοκικές ξανθές ηρωίδες, και θα έχετε το παζλ της ταινίας σχεδόν συμπληρωμένο. Σχεδόν δηλαδή, γιατί λείπει η μουσική...

 

Ο Μίμης Πλέσσας δίνει, για τον Εφιάλτη, ένα σκορ εξ ίσου σημαντικό μ' εκείνο από το Έγκλημα στα Παρασκήνια, αν όχι σημαντικότερο. Υπό την έννοια πως οι μουσικές του περιβάλλονται και από στοιχεία άγχους (κατά το πρότυπο του Bernard Herrmann), με ωραία χρήση των εγχόρδων, μαζί με κινηματογραφική τζαζ και ακουστικά εφέ (που περιγράφουν τους εφιάλτες), συν αβάντ κρουστά συχνά σε πρώτο και σίγουρα υποβολιμαίο ρόλο. Υπάρχουν και πιο light στιγμές εδώ, αλλά βασικά το σάουντρακ είναι βαρύ και σκοτεινό, και με εξάρσεις που κόβουν τα ήπατα. Ιδίως τα θέματα «Στη σκάλα», «Καταιγίδα» και «Αποκάλυψη» είναι εκπληκτικά και δείχνουν το μεγάλο ταλέντο του Μίμη Πλέσσα και στη μουσική κάλυψη.

 

Η ταινία ψιλο-αγνοήθηκε (θρίλερ γαρ) στη 2η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου, στη Θεσσαλονίκη, 18-24 Σεπτεμβρίου 1961, καθώς απέσπασε ένα μόνο βραβείο (Β γυναικείου ρόλου για την «μητέρα» Αθηνά Μιχαηλίδου), αλλά έλαβε «Ειδικό βραβείο τιμητικής διακρίσεως» στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Νέου Δελχί (Ινδία), λίγο καιρό αργότερα (27 Οκτωβρίου-2 Νοεμβρίου 1961).

 

Φυσικά, τα μεγαλύτερα βραβεία τα λαμβάνει έκτοτε η ταινία από τις δεκάδες χιλιάδες των θαυμαστών της, ενώ ήταν καιρός (επιτέλους!) να αντιληφθούμε ακόμη καλύτερα και τα της μουσικής της, μέσω τούτης της άψογης έκδοσης της B-Other Side Records.

 

Πλέσσας Μίμης - Έγκλημα στα παρασκήνια (1960) & Εφιάλτης (1961)

 

Ίλιγγος / Ιστορία μιας Ζωής / Εγωισμός

Σ' ένα CD με groovy μουσικές του Μίμη Πλέσσα, υπό τον τίτλο «Τα Χορευτικά του Ελληνικού Σινεμά», που είχε τυπωθεί από την Legend Recordings το 2001 (συμπεριλαμβάνονται και λίγα θέματα από τις ταινίες Ίλιγγος και Εγωισμός) υπάρχει ένα σημείωμα του συνθέτη, που έχει νόημα να το αναπαράγουμε, επειδή αναφέρεται στις μικρές διάρκειες πολλών σινε-θεμάτων, αλλά και στην ανάγκη για μοντέρνα ηχητική κάλυψη, που ταυτιζόταν αναγκαστικά με τα νεανικά ακούσματα εκείνων των χρόνων:

 

«Στα 35 μιλιμέτρ το φιλμ της ταινίας για τη μεγάλη οθόνη τρέχει με 24 καρέ το δευτερόλεπτο, με 24 εικόνες δηλαδή! Ίσως γι' αυτό οι χρονικές διάρκειες που είχαν οι μουσικές μας γέφυρες δεν υπερέβαιναν τα δύο λεπτά. Ο κινηματογράφος μας στη χρυσή του εποχή είχε το ένα αυτί του στην Ανατολή και το άλλο στραμμένο στη Δύση. Στις ταινίες μας, οι μουσικοχορευτικές σκηνές για τους μοντέρνους νέους της κάθε εποχής, δανείζονταν τους ρυθμούς από τις επικρατούσες χορευτικές μόδες.(...) Από το αιώνιο τανγκό, μέχρι τους πιο χαρακτηριστικούς ρυθμούς του madison, του hully gully, της bossa nova, του limbo... υπήρχαν μέσα στα σάουντρακ των ταινιών μας(...). Έτσι δεν χάνω την ευκαιρία να αναφερθώ στους εξαιρετικούς σολίστες και μουσικούς μου, που στα διάφορα στούντιο με ηχολήπτες τους Μικέ Δαμαλά (Φίνος Φιλμς), Νίκο Κανελλόπουλο (Κολούμπια) και Γιάννη Σμυρναίο (ΕΡΑ) πετύχαιναν τα ακούσματα, που, παρά την τεράστια προκοπή της τεχνολογίας, παραμένουν αξεπέραστα! Τους ευχαριστώ όλους και πιστεύω πως ο χρόνος δικαίωσε το ταλέντο τους!».

 

Στον Εγωισμό η πρωταγωνίστρια κλέβει τον αρραβωνιαστικό της αδελφής της από εκδίκηση, αγαπάει άλλον, ο άλλος μαθαίνει το παρελθόν της και απομακρύνεται, αλλά στο τέλος η αληθινή αγάπη νικά.
Στον Εγωισμό η πρωταγωνίστρια κλέβει τον αρραβωνιαστικό της αδελφής της από εκδίκηση, αγαπάει άλλον, ο άλλος μαθαίνει το παρελθόν της και απομακρύνεται, αλλά στο τέλος η αληθινή αγάπη νικά.

 

Μάλιστα, στη συνέχεια, ο Μίμης Πλέσσας αναφέρεται και στα ονόματα των μουσικών του, με τη βοήθεια των οποίων ηχογράφησε όλα αυτά τα εντυπωσιακά (ακόμη και σήμερα) σάουντρακ. Ας τα αναφέρουμε λοιπόν, επειδή συνήθως περνούν απαρατήρητα και είναι λάθος...

 

Κώστας Παΐδας, Νίκος Αυγέρης, Γιάννης Ιωάννου, Άγγελος Τζιμόπουλος, Μιχάλης Γαβριηλίδης βιολιά, Γιάννης Θεοδωρίδης, Τάκης Πασβάντης τρομπέτες, Τώνης Σίβερας, Στέφανος Βλαβιανός τρομπόνι, Νίκος Τσεσμελής, Ανδρέας Ροδουσάκης μπάσο, Τίτος Καλλίρης, Σωτήρης Μαρίνος κιθάρες, Κίμων Βασιλάς, Λέανδρος Κοκκόρης, Απόστολος Σακαντάρης ακορντεόν, Νίκος Γκίνος, Θανάσης Αραπίδης, Ανδρέας Ορτέγκα, Βούλης Κουιμελής, Ρήγας Σαριτζιώτης σαξόφωνα, Νίκος Λαβράνος κρουστά, Ιγκόρ Ράνιετς, Γιώργος Λαβράνος ντραμς.

 

Μπορεί να ακουστεί κάπως υπερβολικό, αλλά άλλο 1960-61 και άλλο 1963-65. Άλλο Κατσουρίδης και Ανδρέου και άλλο Δαλιανίδης. Θέλω να πω πως στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε συντελεστεί μια μεταβολή, που είχε ισχυρά κοινωνικά και αισθητικά χαρακτηριστικά. Πολλές φορές τα μεν επηρέαζαν τα δε, αλλά δεν είναι πάντα εύκολο να πεις τι είχε προηγηθεί και τι ακολουθούσε. Πάντως το ελληνικό σινεμά, όπως και η ελληνική κοινωνία άλλαζαν. Με ιλιγγιώδεις ρυθμούς.

 

Ο Γιάννης Δαλιανίδης είναι από τους πρώτους που επενδύουν σ' αυτή την αλλαγή, προτείνοντας για τους ρόλους των ταινιών του νέα, άφθαρτα πρόσωπα. Ηθοποιούς, που ήταν ακόμη παιδιά ή εν πάση περιπτώσει νέοι και που αποτελούσαν, τότε, μια καινούρια «κοινωνική τάξη» (οι νέοι) με εντελώς δικά της χαρακτηριστικά (σπάσιμο των οικογενειακών δεσμών και περαιτέρω ανεξαρτησία, νέος τρόπος ζωής, μια νέα σχέση με την κουλτούρα, ροπή προς την παραβατικότητα κ.λπ.).

 

Μάνος Κατράκης και Ζωή Λάσκαρη στο Ιστορία μιας Ζωής
Μάνος Κατράκης και Ζωή Λάσκαρη στο Ιστορία μιας Ζωής

 

Αυτά τα νέα πρόσωπα (Ζωή Λάσκαρη, Φαίδων Γεωργίτσης, Λευτέρης Βουρνάς, Σπύρος Φωκάς, Βαγγέλης Βουλγαρίδης, Ανδρέας Ντούζος κ.ά.) πλημμυρίζουν τις ταινίες του Δαλιανίδη, ο οποίος με τα κοινωνικά δράματά του, μεταφέρει το ενδιαφέρον των θεατών στα αναδυόμενα μικροαστικά και μεσοαστικά περιβάλλοντα, μέσα στα οποία υποφέρει πρώτον απ' όλα ένα γυναικείο σώμα (Ζωή Λάσκαρη).

 

Στην ταινία Ίλιγγος η πρωταγωνίστρια οδηγείται στο φόνο, για να γλιτώσει από τον εραστή της μάνας της, στον Εγωισμό η πρωταγωνίστρια κλέβει τον αρραβωνιαστικό της αδελφής της από εκδίκηση, αγαπάει άλλον, ο άλλος μαθαίνει το παρελθόν της και απομακρύνεται, αλλά στο τέλος η αληθινή αγάπη νικά, ενώ στην Ιστορία μιας Ζωής (μιας... κάποιας Ζωής) η πρωταγωνίστρια ξεκινά ατιμασμένη από το χωριό της, για να βρεθεί τελικά στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας, πριν δώσει τέλος η ίδια στη ζωή της αδυνατώντας να επιλέξει ανάμεσα σε μια σύμβαση κι έναν αληθινό έρωτα. 

 

Μέσα σ' αυτά τα σκηνικά η μουσική του Μίμη Πλέσσα θα έρθει να παίξει το δικό της ρόλο. Σε κάθε περίπτωση ενδύεται νέα δραματικά χαρακτηριστικά, ικανά να περιγράψουν ή και να βαθύνουν τις δύσκολες συναισθηματικές καταστάσεις των ηρώων, δίχως πάντως να χάνουν τη φρεσκάδα και την ελαφρότητά τους στις νεανικές σκηνές της χαράς και της διασκέδασης («Βlues», «Στο πάρτυ», «Night club», «Cha-cha», και πάλι «Βlues», «Χορευτικό» κ.λπ.). Έξοχες μουσικές λοιπόν και ανάμεσα ένα ωραίο slow τραγούδι («Θα σου δώσω») με την Σούλα Μπιρμπίλη (από την Ιστορία μιας Ζωής), τέλεια φινιρισμένες και επεξεργασμένες στην κάθε τους λεπτομέρεια.

 

Αξίζει να πούμε πως, σε πρώτο χρόνο, απ' όλες αυτές τις μουσικές, στη δισκογραφία εμφανίστηκαν μόνο δύο θέματα από τον Ίλιγγο σ' ένα 6-tracks EP της Polydor το 1964 (πολύ σπάνιο σήμερα), ενώ είχε κυκλοφορήσει σε δισκάκι της Lyra, το 1965, και το τραγούδι με την Σούλα Μπιρμπίλη (σε μουσική-στίχους τους Πλέσσα), όπως και στην εποχή του CD κάποια θέματα εμφανίστηκαν σε διάφορες εκδόσεις της Legend.

 

Τώρα, πάντως, και για τα τρία αυτά soundtracks έχουμε την πιο σωστή και πλήρη αντιμετώπιση. Με ωραίες αποτυπώσεις των παλαιών μουσικών, σ' ένα άψογο εικαστικά πακέτο (και εδώ με ένθετο και με αναπαραγωγές φωτογραφιών και lobby cards). Μια αληθινά ωραία δουλειά λοιπόν από την B-Other Side Records!

 

Πλέσσας Μίμης- Ίλιγγος (1963)/ Ιστορία μιας ζωής (1965)/ Εγωισμός (1963)