Ο Τζέιμς Όστερμπεργκ Τζούνιορ, γνωστός ανά την υφήλιο ως Iggy Pop, θα κλείσει στις 21 Απριλίου τα 72, αλλά το παρατσούκλι «νονός του πανκ» του έχει αποδοθεί εδώ και δεκαετίες χάρη στη θητεία του ως τραγουδιστής και ηγέτης του υπέρτατου πρωτο-πανκ σχήματος των Stooges αλλά και της μετέπειτα σόλο καριέρας του, που συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από μια απίστευτα δυναμική σκηνική παρουσία ελεγχόμενου χάους και απόλυτης άφεσης.

 

Ο Iggy βρέθηκε ξανά στην επικαιρότητα αυτές τις μέρες με την παρουσία του αλλά και την ιδιότητά του ως executive producer στο ντοκιμαντέρ με τίτλο "Punk" που έκανε ντεμπούτο πριν λίγες μέρες και θα προβληθεί σε τέσσερα επεισόδια.

 

Κεντρικός παραγωγός της σειράς είναι ο γνωστός σχεδιαστής μόδας John Varvatos, γεγονός που έχει προκαλέσει αντιδράσεις, ειδικά αν θεωρήσει κανείς ότι ο Varvatos ήταν αυτός που έβαλε το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του πανκ το 2007, αγοράζοντας το CBGB, την ιστορική «Μέκκα του πανκ» στη Νέα Υόρκη, μετατρέποντας το σε μπουτίκ των προϊόντων του.

 

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στους New York Times με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ, ο κύριος Όστερμπεργκ μίλησε για τη σχέση του με τον Varvatos, για τα διαφορετικά είδη ναρκωτικών στην μακρά πορεία του στο μουσικό προσκήνιο και για το ρόλο του ως «νονός του πανκ»...

 

«Παλιότερα με ενοχλούσε αυτό το παρατσούκλι, αλλά πια δε με νοιάζει να με αποκαλούν 'νονό του πανκ'. Μάλλον αποφάσισα ότι μου πάει το κουστούμι. Τελικά είναι συγκινητικό και σημαντικό να σου λέει κάποιος, ειδικά πρόσωπο με πρόσωπο, πόσο η δουλειά σου επηρέασε τη ζωή του. Επίσης, είναι σημαντικό να συνεχίζει ένα είδος να μοιάζει ζωτικό και να έχει κοινωνική επίδραση, ακόμα κι αν ανανεώνεται με ακαδημαϊκές προσεγγίσεις».

 

Στιγμιότυπο από το νέο ντοκιμαντέρ με τίτλο "Punk".
Στιγμιότυπο από το νέο ντοκιμαντέρ με τίτλο "Punk".

 

«Όταν ξεκινούσαμε, εκεί γύρω στα 1966 – 1967, οι ουσίες που έπαιζαν κυρίως ήταν το LSD και η μαριχουάνα. Εξαρχής επικρατούσε η αντίληψη ότι τα drugs έσπαγαν τα φράγματα που έχουν ανάγκη οι άνθρωποι για να βρίσκονται σε συνοχή. Συγχρόνως όμως, οι ουσίες βοηθούσαν να αποκτήσεις μια ενόραση για τη ζωή και τον κόσμο τριγύρω σου, ειδικά αν έχεις ανατραφεί ως Αμερικανάκι προορισμένο να καταλήξει σαν αρνί στο σφαγείο, όπως όλοι μας τότε, όταν μας έλεγαν 'πήγαινε στο Βιετνάμ και μη ρωτάς γιατί'».

 

«Αργότερα ήρθε η κοκαΐνη που έμοιαζε αρχικά καλή εξέλιξη, από τη στιγμή που η φούντα και το LSD δεν φτουρούσαν πλέον. Κάποιοι είχαν αρχίσει να κολλάνε με το speed, η κόκα όμως ήταν πιο ανεβασμένο διεγερτικό που συνέχιζε το πάρτι για πάντα. Στην πορεία, καταστράφηκαν τα νεύρα και στέρεψε η υπομονή των χρηστών, και κάποιοι το γύρισαν στο Valium και στα παρεμφερή. Αυτά ήταν ίσως τα πιο ύπουλα και τα πιο επικίνδυνα από όλα τα ναρκωτικά».

 

«Τον John Varvatos τον ήξερα πολύ πριν αποδεχτώ τη συνεργασία μαζί του για το ντοκιμαντέρ. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το ενδιαφέρον και η αγάπη του για τη μουσική είναι γνήσια».

 

«Όσον αφορά στο CBGB, υπήρχε πράγματι κάτι σ' αυτήν την τρύπα που τοποθετούσε ένα ευρύτατο φάσμα μουσικών προσεγγίσεων σε έναν κοινό παρονομαστή που θα του έδινα μάλλον τον προσδιορισμό 'art rock' παρά 'πανκ'. Όπως οι Talking Heads λόγου χάρη, ή ακόμα και οι Ramones, που στην πραγματικότητα είχαν κάτι πολύ στυλιζαρισμένο. Και οι Blondie επίσης. Η Ντέμπι Χάρι έμαθε να τραγουδά από το πουθενά και αυτό δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί αν δεν υπήρχε αυτό το κλαμπ να συχνάζει καθημερινά και να μαθαίνει».

 

«Πιο πολύ κι από το CBGB πάντως, μου έρχεται στο μυαλό ένα ακόμα πιο μικρό κλαμπ εκείνης της εποχής, το Nightingale. Κάθε μέρα έριχναν πριονίδι στο πάτωμα για να απορροφά κάπως τον εμετό, τα ούρα και τις ροχάλες...»

 

 

Με στοιχεία από τους New York Times