Ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με τη φιλμογραφία του Κριστόφ Κισλόφσκι λόγω της μακράς συνεργασίας τους (που τράβηξε από το 1985 με το «Χωρίς τέλος» μέχρι και την «Κόκκινη Ταινία» του 1994) δεν σταμάτησε ποτέ να εργάζεται για το σινεμά (η τελευταία του συμμετοχή ήταν στην «Τέλεια Ομορφιά» του Πάολο Σορεντίνο) ενώ παράλληλα δουλεύει ακατάπαυστα, είτε παρουσιάζοντας πρωτότυπα έργα, είτε ενορχηστρώνοντας συνθέσεις του νεανικού του ινδάλματος, του Ντέιβ Γκίλμουρ των Pink Floyd.

 

Εμείς όμως πάντα θα αναφέρουμε τον Ζμπίκνιου Πράισνερ δίπλα στο όνομα του σπουδαίου Πολωνού σκηνοθέτη, όπως ακριβώς δεν μπορούμε να φανταστούμε το έργο του Φελίνι δίχως τον Ρότα, του Λεόνε δίχως τον Μορικόνε, του Αρτζέντο δίχως τους Goblin, του Αγγελόπουλου δίχως την Καραΐνδρου – περιπτώσεις δηλαδή όπου η μουσική ιδιοσυστασία όχι μόνο «παντρεύτηκε» αλλά ταυτίστηκε με τη κινηματογραφική γλώσσα, επιτυγχάνοντας αυτή τη σπάνια σύζευξη εικόνας και ήχου όπου πλέον αδυνατείς να διαχωρίσεις το ένα στοιχείο από το άλλο.

 

Πάντως, ο πανύψηλος άντρας με το μαύρο t-shirt, το στενό τζιν και το ξυρισμένο κεφάλι που με περίμενε στην ταράτσα ενός κεντρικού ξενοδοχείου της Αθήνας, σε μια συνέντευξη για τις ανάγκες προώθησης της επερχόμενης εμφάνισης του στο Μέγαρο Μουσικής, απείχε πολύ από την εικόνα του εστέτ «κλασικού» συνθέτη. Και η κουβέντα μαζί του, ολότελα άνετη, εξελίχθηκε πολύ διαφορετικά απ' ό,τι φανταζόμουν.

 

Η κατασκευή είναι κάτι που «χτίζεται» ενώ συνθέτεις, αλλά εγώ προσωπικά χρειάζομαι τη μελωδία, η μελωδία για μένα είναι το αίμα που κυλά στο σώμα μιας σύνθεσης. Και, να σας πω την αλήθεια, ξεκινώ πάντα από το προσωπικό μου κριτήριο.

 

— «Κοσμοπλάστρα μουσική». Είναι η μουσική, για εσάς, μια δύναμη της φύσης;

Χα! Ίσως. Θα μπορούσε. Για τον Παλαμά ήταν. Για μένα... μακάρι να συνέβαινε αυτό, αλλά επειδή είμαι μουσικός ο ίδιος, ίσως δεν είμαι αρμόδιος να σας απαντήσω.

 

— Ο κάθε μουσικός πάντως έχει τη μεθοδολογία του. Πως δουλεύετε εσείς;

Ξεκινώ πάντα από μια μελωδία. Η τεχνική έρχεται μετά. Τι θες να κάνεις; Φούγκα; Δωδεκαφθογγισμό; Δεν έχει σημασία. Η κατασκευή είναι κάτι που «χτίζεται» ενώ συνθέτεις, αλλά εγώ προσωπικά χρειάζομαι τη μελωδία, η μελωδία για μένα είναι το αίμα που κυλά στο σώμα μιας σύνθεσης. Και, να σας πω την αλήθεια, ξεκινώ πάντα από το προσωπικό μου κριτήριο. Δηλαδή, για να το πω πιο απλά, συνθέτω μουσική που εγώ ο ίδιος θα ήθελα να ακούσω. Φυσικά έχεις τους περιορισμούς σου: «Ντύνω» κάποια ταινία; Δουλεύω μια κλασική σύνθεση ή κάποιο τραγούδι; Αλλά πρέπει να είναι και του γούστου μου!

 

— Δεν μιλάμε για μουσική πια νομίζω, μιλάμε για κάτι άλλο.

Ναι, μιλάμε για την ειλικρίνεια. Έχει τεράστια σημασία για μένα, ειδικά σήμερα που παρατηρώ πως πολλοί συνθέτες δουλεύουν «στον αυτόματο». Και αυτό φυσικά δεν αφορά μόνο τους μουσικούς αλλά τους καλλιτέχνες γενικότερα.

 

— Ήταν ειλικρινής άνθρωπος ο Κριστόφ Κισλόφσκι;

Απόλυτα! Απόλυτα ειλικρινής με όλους μας και πρώτα απ' όλα με τον εαυτό του. Και τρομερά δημιουργικός. Είχαμε μια υπέροχη συνεργασία. Με εμπιστευόταν. Και εμπιστευόταν τη δύναμη της μουσικής. Πολλοί σκηνοθέτες τη φοβούνται ξέρετε. Ο Κισλόφσκι ήταν μοναδικός γιατί, από τη μια έμοιαζε να έχει μια σχεδόν μεταφυσική σύνδεση με τη μουσική και από την άλλη μπορούσε να είναι και εξαιρετικά «πρακτικός» μαζί της. Ήταν όμως πάντα προσεκτικός. Για τον Κισλόφσκι η μουσική ήταν σαν τη νιτρογλυκερίνη! Με ρωτούσε: Για τι μιλάμε εδώ; Τι θέλουμε να πούμε; Ακολουθούμε τον ήρωα μας τώρα ή απευθυνόμαστε στο κοινό; Ποιος είναι ο σκοπός της μουσικής σε αυτή τη σκηνή; Και μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες, γιατί όπως καταλαβαίνετε, αυτές οι κουβέντες έχουν την τάση να ξεφεύγουν από το αρχικό τους σημείο...

 

 

Zbigniew Preisner - «Trois couleurs - Blanc» (Krzysztof Kieslowski)

  

— ...μέχρι να επιστρέψουν ξανά σε αυτό.

Ναι, τέτοιους κύκλους κάναμε. Μη νομίζετε βέβαια πως φιλοσοφούσαμε όλη την ώρα. Τις περισσότερες φορές, όταν δε μιλούσαμε για μουσική ή για τις ζωές μας, μιλούσαμε για αυτοκίνητα – ήταν η κοινή μας τρέλα. Κανείς δεν ήξερε για τα αυτοκίνητα όσα ήξερε ο Κισλόφσκι! Αλλά, ναι, μοιραζόμασταν το ίδιο βλέμμα απέναντι στον κόσμο, στην ανθρωπότητα. Και ήταν ανυποχώρητος. Ο Χάρβεϊ Γουάινστιν θυμάμαι απαίτησε αλλαγές στο μοντάζ της «Κόκκινης Ταινίας». Ο Κισλόφσκι άλλαξε μονάχα μία λέξη και του είπε «αν δεν τη θέλεις όπως είναι, μην την πάρεις»!

 

— Τι έχει αλλάξει στην κινηματογραφική μουσική σήμερα; Γιατί έχουν εξαφανιστεί οι μελωδίες;

Δεν ξέρω, έχουν εξαφανιστεί λέτε;

 

— Όλοι ξέρουν τη μελωδία του «Ένας άντρας και μια γυναίκα» του Φράνσις Λάι, κι ας μην ξέρουν την ταινία. Μη μου πείτε πως συμβαίνει κάτι ανάλογο σήμερα!

Έχετε δίκιο. Σκεφτείτε όμως αυτό: Πόση από τη μουσική του Λάι υπήρχε μέσα στην ταινία; Θα σας πω εγώ. Είκοσι λεπτά! Όταν έχεις μονάχα είκοσι λεπτά μουσικής, τότε αυτή αποκτά χαρακτήρα, τότε είναι σημαντική. Τώρα το κοινό βομβαρδίζεται με μουσική από την αρχή μέχρι το τέλος μιας ταινίας. Ε, τι να συγκρατήσει ο καημένος ο θεατής! Και πόσες μελωδίες μπορεί να εμπνευστεί ένας συνθέτης; Το μεγάλο πρόβλημα στη κινηματογραφική βιομηχανία σήμερα είναι η ανασφάλεια. Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν.

 

— Αναφέρεστε στις σχέσεις μεταξύ των συντελεστών;

Φυσικά. Ο παραγωγός δεν εμπιστεύεται τον σκηνοθέτη. Ο σκηνοθέτης δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του. Έτσι, όλα κάθονται στη πλάτη του μουσικού. Όταν οι πρωταγωνιστές φιλιούνται, «φιλάκι» και στη μουσική. Όταν σφάζονται, «σφαγή» και στη μουσική (γέλια)! Ξέρετε πώς πρέπει να είναι η μουσική στο σινεμά; Σαν ταπετσαρία! Πρέπει να έχει αυτή την ιδιότητα, να είναι σχεδόν «αυτόματη», ενστικτώδης. Υπάρχει και ένα άλλο μεγάλο ζήτημα στο σινεμά σήμερα: Οι παραγωγοί συνήθως αποστρέφονται την πρωτότυπη μουσική. Προτιμούν να αγοράζουν μουσική που ήδη υπάρχει. 

 

 

«La Grande Bellezza»

  

— Ο Κιούμπρικ το έκανε με επιτυχία.

Ο Κιούμπρικ πολλές φορές χρησιμοποιούσε διασκευασμένες εκδοχές προϋπάρχουσας μουσικής, που δεν είναι το ίδιο, άσε που έκανε σχεδόν τα πάντα, φωτογράφιζε τις ταινίες του συχνά, επέβλεπε σχολαστικά το μοντάζ, θα έλεγε κανείς πως «έγραφε» ο ίδιος τη μουσική. Αλλά υπάρχουν άλλοι, όπως ο Τέρενς Μάλικ στο «Δέντρο της ζωής» για παράδειγμα, που χρησιμοποίησε παλαιότερες δικές μου συνθέσεις. Είμαι ενάντια σε αυτή την πρακτική, τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και σε ηθικό, αν θέλετε, επίπεδο. Είναι μια πρακτική που δεν λειτουργεί. Γιατί εμείς, οι καλλιτέχνες, θα έπρεπε να είμαστε αυτοί που δημιουργούν τον κόσμο! Πώς κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως δημιουργεί τον κόσμο όταν στην πραγματικότητα δημιουργεί δημαγωγία; Η δημαγωγία δεν θα αφήσει κανένα αποτύπωμα στον χρόνο, καμία ανάμνηση. Γι αυτό εκτιμούσα τη μεταφυσική σχέση του Κισλόφσκι με τη μουσική.

 

— Όταν μιλάμε για μεταφυσική, τι εννοούμε;

Κοιτάξτε, όταν δουλεύαμε με τον Κισλόφσκι, διάβαζα το σενάριο, κουβεντιάζαμε για την ταινία, για τους ήρωες, για τα κίνητρα, για το τι ήθελε να πει, πήγαινα μαζί του στα γυρίσματα, αλλά το υλικό δεν το έβλεπα. Καταργούσαμε έτσι την «ακρίβεια». Σήμερα σου δίνουν το οπτικό υλικό, τις σκηνές έτοιμες, και είναι αδύνατον να κάνεις λάθος. Έχεις τη σεκάνς στο σπίτι, συνθέτεις μια πρώτη εκδοχή, μετά μια δεύτερη, ε, κάποια στιγμή θα είναι «σωστό». Αλλά έτσι η μουσική χάνει τη μεταφυσική της ένταση, εκμηδενίζεται δηλαδή αυτό το αόρατο σύμπαν πιθανοτήτων απ' όπου γεννιούνται τα πραγματικά σπουδαία έργα τέχνης. Εξαφανίζεις το «ατύχημα», το τυχαίο, αυτό που δεν πιάνεται, που δεν μπορείς να εντοπίσεις με ορισμούς και κανόνες. Εγώ την τέχνη δεν τη θέλω χωρίς αυτό, η ζωή είναι από μόνη της ένα «ατύχημα». Από ένα τέτοιο ανακάλυψα το σπουδαίο σινεμά: Οι ταινίες του Φελίνι ήταν από τις ελάχιστες που γλίτωναν από το ψαλίδι της λογοκρισίας (ή της ολικής απαγόρευσης) επειδή οι λογοκριτές θεωρούσαν πως οι ταινίες του δεν είναι πολιτικές. Ευτυχώς για μένα, τόσα καταλάβαιναν! Ακόμη και η συνεργασία μου με τον Κριστόφ ένα «ατύχημα» ήταν: έτυχε να συνεργαζόμασταν για τον ίδιο παραγωγό. Το ίδιο πιθανότατα ισχύει για κάθε συνεργασία μου.

 

— Πώς θυμόσαστε σήμερα τη συνεργασία σας με τη Λουκία Ρικάκη για το «Κουαρτέτο σε τέσσερις κινήσεις»;

Η Λουκία... Φανταστική γυναίκα! Συνεννοηθήκαμε αμέσως. Τρομερό μυαλό και σπουδαία συνεργάτιδα, είχαμε μια υπέροχη συνεργασία και ο θάνατός της με στεναχώρησε πολύ. Ήταν, ξέρετε, και η πρώτη φορά που επισκέφτηκα την Ελλάδα. Ακολούθησαν πολλές, φυσικά. Πριν από δέκα χρόνια θυμάμαι, η Ελλάδα είχε πληγεί σοβαρά από εμπρησμούς. Τώρα μαθαίνω πως συμβαίνει κάτι τέτοιο και σήμερα. Ταξιδέψαμε σε άπειρα μέρη τότε που είχα πρωτοέρθει, νομίζω πρέπει να γυρίσαμε όλη την Πελοπόννησο. Και ξέρετε, οι εικόνες αυτές αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για μένα, πηγή στην οποία επιστρέφω τακτικά. Γι' αυτό και μου αρέσει τόσο να έρχομαι στην Ελλάδα, είναι μια χώρα γεμάτη μουσική.

  

 

«La Double Vie de Veronique»

  

— Μια και το αναφέρατε, αλήθεια, ποιες είναι οι μουσικές σας επιρροές;

Ξέρετε, με ρωτούν για τις μουσικές επιρροές μου και περιμένουν να τους αναφέρω κάποιον μεγάλο κλασικό. Αν είναι να μιλήσω για τις επιρροές μου όμως, τότε πρέπει να ξεκινήσω από τους Pink Floyd. Ήταν η πρώτη μου αγάπη.

 

— Συνεργάζεστε με τον Dave Gilmour σήμερα, ενορχηστρώνετε πολλά κομμάτια του.

Ο Dave ήξερε πως αγαπούσα τους Floyd και κάποια στιγμή βρέθηκα στο Λονδίνο για τις ανάγκες μιας τηλεοπτικής σειράς. Με κάλεσε σπίτι του για φαγητό, κουβεντιάσαμε για τα πάντα και μετά από κάποια χρόνια –δίχως να έχουμε ανταλλάξει κουβέντα ενδιαμέσως– μου τηλεφώνησε και μου πρότεινε να συνεργαστούμε. Τι να σας πω, ήταν σαν να συναντώ έναν παλιό φίλο.

 

— Άλλες μπάντες που αγαπούσατε εκείνα τα χρόνια;

OK, μετά τους Floyd φαντάζομαι πάμε στους King Crimson. Μετά, φυσικά, Black Sabbath και Led Zeppelin. Οι Beatles, με συγχωρείτε, δεν με «έπεισαν» ποτέ, δεν ήμουν φίλος – ανέκαθεν προτιμούσα τους Rolling Stones, ειδικά το «Angie». Μου άρεσαν επίσης πολύ οι Slade. Και υπήρχε ένα φανταστικό γκρουπ από την Ουγγαρία, οι Omega.

 

— Με το φοβερό «Girl with pearls in her hair»!

(Σ.σ.: Με κοιτάζει, χαμογελάει και αρχίζει, επιτόπου να τραγουδά το ρεφρέν, ενθουσιασμένος!) Τρομερή μπάντα, ανάμεσα στο ψυχεδελικό και το progressive rock, γνώρισα και τον τραγουδιστή τους στη Βουδαπέστη πρόσφατα, ωραίος τύπος. Να διευκρινίσουμε όμως πως όλα αυτά που κουβεντιάζουμε τώρα είχαν το στίγμα του απαγορευμένου. Μιλάμε για μουσικές που δεν μπορούσες να τις ακούσεις εκείνα τα χρόνια, δεν έβρισκες τα βινύλια τους στα μαγαζιά. Ευτυχώς υπήρχε η ραδιοφωνική συχνότητα του Λουξεμβούργου. Εκεί μάθαμε ό,τι μάθαμε. Κιθαρίστας ήμουν, σε μπάντες hard rock. Σιγά-σιγά τα ακούσματά μου άλλαξαν. Και επειδή οι χώρες μας ήταν δίπλα-δίπλα, άκουσα με μεγάλο ενθουσιασμό τις μουσικές του Μίκη Θεοδωράκη και του Βαγγέλη Παπαθανασίου – θυμάμαι πολύ έντονα την πρώτη φορά που άκουσα το θέμα για τους «Δρόμους της φωτιάς» (Σ.σ.: αρχίζει πάλι να τραγουδάει τη μουσική!). Μετά έμπλεξα με τη Φιλοσοφική και πολύ γρήγορα, μέσα στο εξάμηνο, συνειδητοποίησα πως στ' αλήθεια ήθελα να γράφω μουσική. Τα παράτησα όλα και έπεσα με τα μούτρα στην εξερεύνηση της μουσικής γλώσσας, γιατί ήταν μια γλώσσα που έπρεπε να μάθω. Ήθελα μέσα σε δυο χρόνια να μάθω όσα οι μουσικοί μαθαίνουν σε όλη τους τη ζωή!

  

 

«Valley of Shadows» - Μουσική: Zbigniew Preisner και Lisa Gerrard

  

— Καλά, γίνεται κάτι τέτοιο;

Μη με κοιτάτε με έκπληξη, σας λέω πως γίνεται. Και σας το υπογράφω: Δεν υπάρχει εκεί έξω ούτε μία μουσική σχολή που μπορεί να σε μάθει να συνθέτεις μουσική. Ενορχήστρωση μπορείς να μάθεις, τη «φόρμα» μπορείς να τη μάθεις. Αλλά πάνω απ' όλα πρέπει να το 'χεις μέσα σου. Αν δεν το έχεις, τσάμπα κόπος! Εγώ ήμουν τυχερός στις συνεργασίες μου, γιατί συνεργάστηκα με ανθρώπους που «αισθανόντουσαν» τη μουσική, κι ας μην είχαν σπουδάσει. Τον Κριστόφ, τον Λουί Μαλ, τον Έκτορ Μπαμπένκο, την Ανιέσκα Χόλαντ.

 

(Μου κάνουν νόημα πως ο χρόνος μας τελειώνει) 

— Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας. Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι τελευταίο;

Παρακαλώ.

 

— Αφού είστε κι εσείς οπαδός των Floyd και δουλεύετε με τον Gilmour, δεν μπήκατε ποτέ στον πειρασμό να τον παρακαλέσετε για ένα reunion;

Δεν μπήκα απλώς στον πειρασμό, του το ζήτησα ευθέως (γέλια). Ο ίδιος μάλιστα το σκεφτόταν μια εποχή – μιλούσε για ένα μεγάλο αποχαιρετιστήριο σόου. Εκείνος ήταν ο συναισθηματικός πυρήνας της μπάντας και ο Roger Waters ο εγκεφαλικός, μου είχε πει κάποια στιγμή. Αλλά δεν μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους απ' ό,τι φαίνεται. Εγώ πάντως του είπα πως αν είναι να το κάνουν, ας το κάνουν στη Πολωνία!

 

Info:

Ο Ζμπίκνιου Πράισνερ φτάνει στην Αθήνα για να δώσει δυο συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής, στις 3 και 4 Νοεμβρίου, υπό τον γενικό τίτλο «Κοσμοπλάστρα Μουσική», παρουσιάζοντας συνθέσεις απ' όλο το φάσμα της καριέρας του.

Τον συνθέτη θα πλαισιώσουν η Λίζα Γκέραρντ των Dead Can Dance, η Μαρία Φαραντούρη, η σοπράνο Εντίτα Κρζεμιέν, ο πιανίστας Κοντράντ Μαστίλο, ο βιολιστής Ζμπίκνιου Παλέτα, η Νέα Συμφωνική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης (διδασκαλία, προετοιμασία Καμπάνης Σαμαράς) και η Μικτή Χορωδία Νίκος Αστρινίδης (διδασκαλία, προετοιμασία Βασιλική Κατσούκα- Σαμαρά).