ΟΤΑΝ ΤΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟ 1983, αποτελούσε το καμάρι του Σοβιετικού Πολεμικού Ναυτικού. Το Κομσομόλετς, ή K-278, ήταν το μοναδικό του είδους του, με διπλό κύτος από τιτάνιο που του επέτρεπε να καταδύεται σε μεγαλύτερα βάθη από οποιοδήποτε άλλο υποβρύχιο. Το πυρηνικό σύστημα πρόωσης με πλουτώνιο ως καύσιμο το καθιστούσε αύταρκες για χρόνια. Και εκτός από μια ντουζίνα συμβατικές τορπίλες, μετέφερε επίσης δύο πυρηνικές κεφαλές. Στις 7 Απριλίου 1989, ενώ έπλεε στη Νορβηγική Θάλασσα, ξέσπασε πυρκαγιά στο διαμέρισμα 7 του σκάφους. Η φωτιά εξαπλώθηκε στα γειτονικά διαμερίσματα μέσω των αγωγών εξαερισμού, αναγκάζοντας το υποβρύχιο να αναδυθεί, μόνο για να βυθιστεί λίγο αργότερα κοντά στο νησί Bear στο Σβάλμπαρντ. Σαράντα δύο μέλη του πληρώματος έχασαν τη ζωή τους, τα περισσότερα εξαιτίας του παγωμένου νερού· μόνο 27 επέζησαν. Τώρα, σε βάθος 1.667 μέτρων, το Koμσομόλετς αποτελεί μια απειλή που έρχεται από τα βάθη του ωκεανού, σύμφωνα με μια νέα μελέτη.
«Σύμφωνα με μία από τις πρώτες ρωσικές έρευνες για το δυστύχημα, το πυρηνικό υλικό στις κεφαλές ήρθε σε επαφή με θαλασσινό νερό λόγω των υλικών ζημιών που υπέστησαν οι ίδιες οι τορπίλες κατά τη βύθιση του υποβρυχίου», εξηγεί ο Τζάστιν Γκουίν, επιστήμονας της Νορβηγικής Αρχής Ραδιολογικής και Πυρηνικής Ασφάλειας. Λίγο μετά το δυστύχημα, στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου, οι Σοβιετικοί οργάνωσαν αρκετές αποστολές χρησιμοποιώντας υποβρύχια MIR για να εκτιμήσουν την κατάσταση του Koμσομόλετς. Η καταστροφή του Τσερνόμπιλ ήταν ακόμα νωπή στη μνήμη τους και έπρεπε να κατευνάσουν τον φόβο. «Αυτό ώθησε τους Ρώσους να καλύψουν τις ρωγμές και στις δύο πλευρές του διαμερίσματος των τορπιλών, να φράξουν άλλα ανοίγματα, να γεμίσουν το κενό στο διαμέρισμα και να σφραγίσουν τους σωλήνες των τορπιλών». Και το έκαναν αυτό χρησιμοποιώντας τιτάνιο.
Μια μικρή ποσότητα ραδιενέργειας εξακολουθεί να υπάρχει σε όλους τους ωκεανούς, και όχι μόνο στην επιφάνεια. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτής της ακτινοβολίας στις θάλασσες προέρχεται από πυρηνικές δοκιμές που διεξήχθησαν στις δεκαετίες του 1960 και του 1970.
Ο Γκουίν είναι ο κύριος συντάκτης της έκθεσης για την προτελευταία αποστολή στο Κομσομόλετς. Μετά τις αρχικές σοβιετικές και ρωσικές αποστολές, οι Νορβηγοί ανέλαβαν την παρακολούθηση του βυθισμένου υποβρυχίου και το επιστημονικό περιοδικό PNAS δημοσίευσε τα κύρια ευρήματα αυτής της επιχείρησης. Το K-278 παραμένει στον βυθό, θαμμένο σε βάθος τριών μέτρων. Αν και η δομή του παραμένει άθικτη, παρατηρήθηκαν σοβαρές ζημιές στην πλώρη και στο άνω κατάστρωμα, συγκεκριμένα στο τμήμα των τορπιλών. «Δεν βρήκαμε κανένα ίχνος πλουτωνίου “πολεμικού επιπέδου” στα δείγματα θαλασσινού νερού και ιζήματος που συλλέξαμε κοντά στο κύτος του υποβρυχίου», τονίζει ο Γκουίν.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια μίας από τις καταδύσεις, παρατήρησαν ανωμαλίες στη στήλη νερού πάνω από τον αγωγό εξαερισμού του διαμερίσματος του κινητήρα. Αναλύοντας αυτό το νερό, ανακάλυψαν επίπεδα εκατοντάδες χιλιάδες φορές υψηλότερα από το φυσιολογικό. Μέτρησαν συγκεντρώσεις 398 κιλομπεκερέλ ανά κυβικό μέτρο (kBq/m3) στροντίου-90 και 792 kBq/m3 καισίου-137. Τόσο αυτό το ισότοπο στροντίου όσο και το ισότοπο καισίου είναι προϊόντα της σχάσης του πλουτωνίου και του ουρανίου που τροφοδοτούσαν τον πυρηνικό αντιδραστήρα του Κομσομόλετς, ενώ το μπεκερέλ είναι η μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας. Αυτά τα επίπεδα υπερέβαιναν τη συνήθη ακτινοβολία στη Νορβηγική Θάλασσα κατά 400.000 φορές και 800.000 φορές, αντίστοιχα. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά από τότε που βυθίστηκε το πλοίο.
Όσον αφορά τις επιπτώσεις στη θαλάσσια ζωή, «σε ορισμένα από τα δείγματα θαλάσσιων οργανισμών που συλλέξαμε και στις δύο πλευρές του υποβρυχίου, παρατηρήσαμε χαμηλές συγκεντρώσεις καισίου-137, πιθανώς λόγω συνεχών εκπομπών, αλλά αυτά τα επίπεδα δεν αναμένεται να έχουν καμία επίδραση στους ίδιους τους οργανισμούς», αναφέρει η Χίλντε Χελντάλ, ερευνήτρια στο τμήμα ρύπων και βιολογικών κινδύνων του Νορβηγικού Ινστιτούτου Θαλάσσιας Έρευνας. Στην πραγματικότητα, προσθέτει η ίδια, «όπως μπορείτε να δείτε σε μερικές από τις φωτογραφίες, το κύτος του υποβρυχίου καλύπτεται από ένα λεπτό στρώμα διαφόρων θαλάσσιων οργανισμών».
Αυτό που έχουν επίσης παρατηρήσει οι ερευνητές είναι ότι το καύσιμο του αντιδραστήρα διαβρώνεται. Το ουράνιο ή το πλουτώνιο στους πυρηνικούς αντιδραστήρες συμπιέζεται σε κυλίνδρους που εισάγονται σε μεταλλικούς σωλήνες, συνήθως κατασκευασμένους από ζιρκόνιο. «Εάν αυτή η δομή υποβαθμιστεί, τότε το ουράνιο ή το πλουτώνιο δεν μπορούν πλέον να περιοριστούν», εξηγεί η Νούρια Καζακουμπέρτα, ερευνήτρια Φυσικής Ωκεανογραφίας στο Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Ζυρίχης (ETH Zurich). Η επιστήμονας χρησιμοποιεί την παρουσία ραδιοϊσοτόπων στη θάλασσα για να μελετήσει τη δυναμική των ωκεανών και τα μεγάλα ωκεάνια ρεύματα, συνεπώς είναι πολύ εξοικειωμένη με τη ραδιενέργεια στη θάλασσα.
Μια μικρή ποσότητα ραδιενέργειας εξακολουθεί να υπάρχει σε όλους τους ωκεανούς, και όχι μόνο στην επιφάνεια. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτής της ακτινοβολίας στις θάλασσες προέρχεται από πυρηνικές δοκιμές που διεξήχθησαν στις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Οι περισσότερες από αυτές τις δοκιμές πραγματοποιήθηκαν στην ατόλη Μπικίνι από τις Ηνωμένες Πολιτείες και στο αρχιπέλαγος της Νόβαγια Ζεμλιά στην Αρκτική από τη Σοβιετική Ένωση. Το δεύτερο μεγαλύτερο μέρος αυτής της μόλυνσης προέρχεται από εγκεκριμένες απορρίψεις των δύο κύριων εργοστασίων επανεπεξεργασίας πυρηνικών αποβλήτων: του La Hague, στη Γαλλία, και του Sellafield, στην ακτή της Βρετανίας. Μια τρίτη πηγή είναι η ακτινοβολία που διέφυγε από το Κομσομόλετς και δύο άλλα σοβιετικά υποβρύχια που βυθίστηκαν στη ρωσική Αρκτική μετά το τέλος της λειτουργικής τους ζωής. Οι υπολογισμοί αυτοί δεν περιλαμβάνουν το Κουρσκ, ένα άλλο πυρηνικό υποβρύχιο που βυθίστηκε το 2000, παίρνοντας μαζί του 118 άτομα.
Μένει να δούμε τι θα συμβεί με τις δύο τορπίλες. «Τις σφράγισαν με πλάκες τιτανίου, έκαναν μετρήσεις εκεί και, όπως φαίνεται, η σφράγιση εξακολουθεί να λειτουργεί», σημειώνει η Καζακουμπέρτα. «Δεν μπορούμε να κάνουμε εικασίες για το αν μπορεί να ανακτηθεί κάτι. Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι δεν έχουμε παρατηρήσει καμία ένδειξη πλουτωνίου πολεμικού επιπέδου στο θαλάσσιο περιβάλλον γύρω από το υποβρύχιο», καταλήγει ο Γκουίν. Παρ' όλα αυτά, θα συνεχίσουν να καταδύονται για να παρακολουθούν το σοβιετικό υποβρύχιο που αργοπεθαίνει εδώ και τέσσερις δεκαετίες στα βάθη της παγωμένης θάλασσας.
Με στοιχεία από την «El Pais»