Στενή κουζίνα


Είναι τόσο ωραία τα πλάσματα όταν πετούν (ακόμα κι αν πετούν μακρυά μας)

 

Κες, του Κεν Λόουτς
Κες, του Κεν Λόουτς


Συμβαίνει κάτι κάθε λίγα χρόνια που με αφήνει άναυδο. Έρχεται ένας κοκκινολαίμης στο παράθυρο της κουζίνας μου την ώρα που φτιάχνω καφέ. Την αυγή. Για δευτερόλεπτα. Κάθεται στο χείλος μιας γλάστρας με πιπεριές και με κοιτάει συστρέφοντας το κεφάλι του. Πονηρός. Σαν να καταλαβαίνει τι έχω.

 

Έχω ένα κόλλημα με ό,τι πετάει – από σπουργίτια έως αεροπλάνα. Μικρός είχα έναν τσαλαπετεινό. Πάπουζα τον λέμε στη Ζάκυνθο. Τον είχε φέρει ο πατέρας μου λαβωμένο από το κυνήγι. Τον έπλυνα, του έβαλα λάδι και τον έσωσα. Δειλά άρχισε να πετάει. Δεν τον έβαλα ποτέ σε κλουβί. Πέταγε γύρω απ’ τον κήπο, καθόταν στα καλάμια της περγουλιάς. Ερχόταν όταν τον φώναζα και καθόταν στον ώμο μου. Έχω μια φωτογραφία στο πανηγύρι του Αγίου Λύπιου (εκεί που ο Σολωμός βάζει τον Ιερομόναχο Διονύσιο να μετράει στα δάχτυλα του ενός χεριού του τούς δίκαιους του κόσμου), κάτω από τις αιωνόβιες ελιές: ο πατέρας μου, δυο θείοι μου, η νόνα μου η Ελένη (όλοι νεκροί) κι εγώ με κοντά παντελόνια και τον πάπουζα κρατημένο στο στήθος. Το λοφίο σε πλήρη ανάπτυξη. Λάμπω από ευτυχία.

 

Αργότερα, είδα στο αριστουργηματικό Κες του Κεν Λόουτς την ίδια αγάπη ενός παιδιού της εργατικής Αγγλίας για το γεράκι του. Και διέκρινα ότι τέτοιο δέσιμο είναι χαρακτηριστικό των στριμωγμένων προσώπων. Ναι, ήμουν απόλυτα στριμωγμένος, πράγμα που έκανε εύφορη την εσωτερική μου ζωή (εύφορη -- όχι κατ’ ανάγκην ενδιαφέρουσα), και χωρίς να το καταλαβαίνω, στο πέταγμα του τσαλαπετεινού μου (ακόμα κι ενός καναρινιού που είχα αργότερα και το άφηνα επίσης ελεύθερο έξω από το κλουβί του!) λαχτάραγα τη δική μου ελευθερία.

 

Είναι τόσο ωραία τα πλάσματα όταν πετούν (ακόμα κι αν πετούν μακρυά μας)! Σε ένα μικρό ξενοδοχείο που πάω στον Βόσπορο οι γλάροι έρχονται και αράζουν στο μπαλκόνι μου. Κάθονται σαν μπανιέρες με κίτρινα πόδια κότας, φρικαλέα πέλματα και περπάτημα γριάς κουτσομπόλας. Σιχαμένοι! Αλλά μετά εκτινάσσονται στον ουρανό του Σαββατόβραδου κι αρχίζουν αυτά τα αβαρή, ανάερα οχτάρια, που αν τα δεις με το κεφάλι γερτό, μοιάζουν με το σύμβολο του απείρου – και είναι όντως ένα διαμαντένιο θραύσμα του απείρου.

 

Εν πάση περιπτώσει, προχθές που ξύπνησα με πόνους από μια εγχείρηση που έκανα (όλα πήγαν καλά), πήγα να φτιάξω τον καφέ μου με αυτές τις σκέψεις που είναι καθαρές σαν λάμα και τις κάνεις μετά από κάθε εμπειρία πόνου (ή θανάτου) και όλες είναι μια δοξολογία της ύπαρξης. Και ήρθε πάλι ο παλιός κοκκινολαίμης στη γλάστρα με τις πιπεριές! Λιγότερο από 10 δεύτερα. Πλάγιασε το κεφάλι και με κοίταξε με το τεταμένο πονηρό μάτι του -- κι ήταν σαν να κοιτάει το μάτι του σύμπαντος έναν άνθρωπο στην κουζίνα του που αναρρωνύει. Και να του δίνει δύναμη χύμα.

 

Στη στενή κουζίνα κάθισα και ήπια τον πρώτο καφέ της μέρας, εντελώς ήσυχος, εντελώς σίγουρος: όσο ζούμε, τίποτα δεν μπορεί να μας καθηλώσει. Είναι απλό – απλώνεις τα χέρια σου και πετάς.

 

Κι ό,τι θες, κάνεις. Απ' την αρχή κι απ' την αρχή ξανά.

 

________

LIFO, 2013. Το αναδημοσιεύω γιατί υπάρχει λόγος.