ΕΧΟΝΤΑΣ ΑΦΙΕΡΩΣΕΙ μεγάλο μέρος της ζωής μου ‒θα έλεγα, ολόκληρη‒ στην καταγραφή των ιδιωμάτων της Ηπείρου, της ιδιαίτερης πατρίδας μου, αποτελεί για μένα ιδιαιτέρως γοητευτική πρόκληση το να ανακαλύπτω τόσο ξεχασμένες λέξεις όσο και σημασίες που εξέλιπαν, οπότε σήμερα χρησιμοποιούνται μόνο μεταφορικά.


Στο σώμα του «Ηπειρώτικου Λεξικού» που έχω συντάξει (θα εκδοθεί σύντομα) εμφανίζεται ένας μεγάλος αριθμός λημμάτων με μειωτική σημασία – μεταξύ πολλών άλλων, οι σύνθετες λέξεις που έχουν ως δεύτερο συνθετικό τη λέξη «σουσούμι» (εμφάνιση): αλλοσούσουμος, παρασούσουμος, κακοσούσουμος.


Ειδικότερα, υπάρχει μια αξιοσημείωτη ομάδα λέξεων που χαρακτηρίζουν μειωτικά κάποιον με βάση τα σχετικά με τη γέννησή του. Για παράδειγμα, οι λέξεις «κυττάρι» και «απόρριμμα». Η μεν πρώτη σημαίνει τον πλακούντα των θηλαστικών: «Το 'καμι του κυττάρι η γίδα... Είνι γιρά κι τα κατσίκια κι η γίδα». Στα νεογέννητα μωρά λέγεται «ύστερο» ή «ντύμα». Όταν χρησιμοποιείται η λέξη «κυττάρι»για άνθρωπο, η μειωτική σημασία είναι έντονη, εφόσον η λέξη κανονικά αναφέρεται στα ζώα.

 

 

γιορτόπιασμα: το παιδί που συνελήφθη παραμονή ή ανήμερα μεγάλης γιορτής. Επειδή απαγορευόταν από τη χριστιανική θρησκεία η συνεύρεση κατά τις ημέρες αυτές, πίστευαν ότι τα παιδιά που συλλαμβάνονταν τότε είχαν δαιμονική ενέργεια και πολύ συχνά εμφάνιζαν κάποια σωματική ή και διανοητική αναπηρία, ήταν υπερκινητικά κ.λπ.


Σχεδόν το ίδιο σκληρή είναι και η δεύτερη εκ των προαναφερθεισών λέξεων. «Απόρριμμα» είναι το νεκρό έμβρυο, το εξάμβλωμα. Η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως για το ζώο που γεννιέται νεκρό. Μεταφορικά, όμως, λέγεται και για καχεκτικό άνθρωπο, ιδίως παιδί: «Τι απόρρ'μμ αείν' αυτό του πιδί τ'ς Μαρία...».


Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και άλλες λέξεις, που χρησιμοποιούνται κυρίως υβριστικά, όταν οι φυσικοί ομιλητές αναφέρονται σε άτακτα παιδιά:


α) απόπιασμα: παιδί του οποίου η σύλληψη έγινε χωρίς τη θέληση των γονιών του


β) διαολόσπερμα/διαολόσπαρμα, «διαβολόπαιδο»: με την ίδια σημασία χρησιμοποιείται και η φράση «σπέρμα του Διαόλου».


γ) γιορτόπιασμα: το παιδί που συνελήφθη παραμονή ή ανήμερα μεγάλης γιορτής. Επειδή απαγορευόταν από τη χριστιανική θρησκεία η συνεύρεση κατά τις ημέρες αυτές, πίστευαν ότι τα παιδιά που συλλαμβάνονταν τότε είχαν δαιμονική ενέργεια και πολύ συχνά εμφάνιζαν κάποια σωματική ή και διανοητική αναπηρία, ήταν υπερκινητικά κ.λπ. Τα παλιά χρόνια συχνές ήταν οι υπενθυμίσεις των γονιών προς τα παντρεμένα παιδιά τους. Για παράδειγμα: «Αύριου είνι τ' Αϊ-Νικουλάου. Του νου σας μη βγάλιτι κάνα γιουρτόπιασμα». Και συνεκδοχικά για το άτακτο παιδί: «Άμα σι πιάσου στα χέρια μ', μουρέ γιουρτόπιασμα, αλίμουνό σου!».


δ) κακόπιασμα: παιδί που κακώς έχει συλληφθεί κατά τη συνεύρεση των γονιών του.


ε) τουρκόπιασμα: 1. παιδί που έχει Τούρκο πατέρα και χριστιανή μητέρα 2. άτακτο παιδί. Η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως με τη δεύτερη σημασία.


στ) γεροντόπιασμα: παιδί που έχει γέρους γονείς, που το έκαναν οι γονείς του σε μεγάλη ηλικία: Συνώνυμό του το γεροντοπαίδι.


ζ) αποσπόρι: 1. καχεκτικό παιδί που γεννήθηκε από ηλικιωμένους γονείς, συνώνυμο σ' αυτήν τη σημασία με το γεροντόπιασμα 2. το στερνοπαίδι

 

Τι πραγματικά ήταν η μισοριξιά

Αυτή είναι μια μισοριξιά.
Αυτή είναι μια μισοριξιά.

 

Στο προαναφερθέν πλαίσιο εντάσσεται και η κοινή νεοελληνική λέξη «μισοριξιά», ευρέως διαδεδομένη με μειωτική/απαξιωτική σημασία. Στο «Ηπειρώτικο Λεξικό» προτάσσεται η κυριολεκτική, άγνωστη εν πολλοίς σημασία της λέξης, που είναι γνωστή και εν χρήσει ακόμη και σήμερα από ηλικιωμένους φυσικούς ομιλητές (αξιοπρόσεκτη και η μεταφορική χρήση του ρήματος «τουφεκάω», «αφήνω έγκυο», με συνώνυμο το «μπολιάζω»). Η κυριολεκτική σημασία της λέξης, λοιπόν, είναι «ελλιπές γέμισμα, η μισή δόση σκαγιών και μπαρούτης (βάρους μισού δραμιού) σε φυσίγγιο κυνηγετικού όπλου».


Και στην Ήπειρο, φυσικά, χρησιμοποιείται η λέξη μειωτικά ως χαρακτηρισμός, ξεκινώντας από τη σημασία «μικρή ποσότητα σπέρματος, ατελής εκσπερμάτιση για τη σύλληψη εμβρύου».


Στο επίπεδο της κυριολεξίας, αντώνυμη της μισοριξιάς είναι η κανονική ριξιά: «χωρητικότητα μπαρούτης και σκαγιών βάρους ενός δραμιού».


Συνώνυμο της «μισοριξιάς» είναι και η λέξη «μισόδραμο», δηλαδή το φυσίγγι κυνηγετικού όπλου που περιέχει μισή γέμιση (μισό δράμι) από σκάγια και μπαρούτι.


Στο «Ηπειρώτικο Λεξικό» αυτό που με ενθουσιάζει είναι ακριβώς ο εντοπισμός σπασμένων κρίκων στη λεξιλογική συνέχεια της ελληνικής, κυρίως σημασίες μιας λέξης που αποκαθιστούν τη μετάβαση από μια σημασία σε άλλη. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που περισσότερο με συνεπήρε ήταν ότι, κατά αγαθή τύχη, συγγενικό μου πρόσωπο βρήκε παμπάλαιο δοσομετρητή της μισοριξιάς (βλ. φωτό), που έχει χαρακτηριστική εγκοπή στο σημείο όπου ήταν η μισή ποσότητα των πυρομαχικών σε ιδιοπαρασκευαζόμενα φυσίγγια (φυσέκια) εμπροσθογεμούς («μπροστογιομί»!) κυνηγετικού όπλου, ενώ στην πλήρη χωρητικότητά του ο δοσομετρητής εμπεριείχε την ποσότητα της κανονικής ριξιάς.

 

* Ο Βασίλης Μαλισιόβας είναι κλασικός φιλόλογος, επιμελητής εκδόσεων και λεξικογράφος. Επί σειρά ετών καταγράφει τα ιδιώματα της ιδιαίτερης πατρίδας του, αξιοποιώντας τα στη σύνταξη Ηπειρώτικου Λεξικού. Ως ερευνητής έχει συνεργαστεί, μεταξύ άλλων, με το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης (ΜΕΛΤ), το Μουσείο Λουτρών & Σωματικής Υγιεινής, το Ελληνικό Λογοτεχνικό & Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Είναι επίσης συνεργάτης του Κέντρου Λεξικολογίας (επιμέλεια λεξικών Γ. Μπαμπινιώτη).