Σε μια πρωτόγνωρη υγειονομική κρίση, μπροστά σε έναν νέο, άγνωστο και ύπουλο εχθρό, τον Covid-19, που τώρα γνωρίζουν οι επιστήμονες και που, όπως λέει ο καθηγητής Παθολογίας-Λοιμωξιολογίας Σωτήρης Τσιόδρας, δεν υπάρχει χρυσή συνταγή για την αντιμετώπισή του, τα συστατικά τα οποία οδηγούν στον δρόμο της επιτυχίας περιλαμβάνουν επαγρύπνηση, έρευνα, γρήγορα αντανακλαστικά και κοινωνική προσφορά.

 

Επιδεικνύοντας ταχύτατα αντανακλαστικά και βάζοντας ψηλά τον πήχη της κοινωνικής προσφοράς για το συνολικό καλό, οι φαρμακοβιομηχανίες Uni-Ρharma και InterΜed του Ομίλου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Τσέτη (ΟΦΕΤ) κινητοποιήθηκαν από τις πρώτες ημέρες που το «κύμα» της πανδημίας χτύπησε τη χώρα μας και με πρωτοβουλία της Ιουλίας Τσέτη, προέδρου και CEO του ΟΦΕΤ, οργάνωσαν και υλοποίησαν σημαντικές δράσεις για τη στήριξη του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) και των ασθενών που επλήγησαν και θα πληγούν από τη λοίμωξη που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός Covid-19.

 

Καθώς τα διεθνή ερευνητικά δεδομένα είχαν δείξει ήδη ότι η χλωροκίνη αποτελεί δυνάμει φαρμακευτικό «όπλο» σε αυτόν τον άνισο πόλεμο με τον νέο ιό και βρίσκονται σε εξέλιξη κλινικές μελέτες όπου η χλωροκίνη χορηγείται με επιτυχή έκβαση σε νοσηλευόμενους ασθενείς με Covid-19, η Ιουλία Τσέτη φρόντισε να φέρει με δική της πρωτοβουλία και με τη συνδρομή της Aegean Airlines 5 τόνους φωσφορικής χλωροκίνης από εργοστάσιο πρώτων υλών στην Ινδία, προκειμένου να παρασκευάσει το φάρμακο που βοηθά στην αντιμετώπισης της λοίμωξης και των σοβαρών της επιπλοκών. Καθώς οι μέρες ήταν κρίσιμες και η διακοπή των αερομεταφορών λόγω των περιοριστικών μέτρων που ελήφθησαν σε παγκόσμιο επίπεδο για τη μείωση της διασποράς του νέου κορωνοϊού προ των πυλών, η Ιουλία Τσέτη έδρασε ακαριαία, φροντίζοντας ώστε η πολύτιμη πρώτη ύλη να φτάσει εντός 24 ωρών στην Ελλάδα.

 

Σε αυτήν της την πρωτοβουλία αξιοποίησε την εμπειρία και τις επαφές που είχε η οικογένεια Τσέτη από το 1980, όταν ο πατέρας της, ο φαρμακοποιός Κλέων Τσέτης, παρασκεύαζε τη φωσφορική χλωροκίνη για την αντιμετώπιση της ελονοσίας στη Νιγηρία, έχοντας άδεια για το συγκεκριμένο φαρμακευτικό σκεύασμα από το 1984. Το υπερ-σύγχρονο εργοστάσιο της Uni-Ρharma στην Κηφισιά, αφότου παρέλαβε την απαιτούμενη πρώτη ύλη, δούλεψε νυχθημερόν για να παρασκευάσει σε χρόνο ρεκόρ 24 εκατ. δόσεις χλωροκίνης (Unikinon), οι οποίες, μετά από έγκριση του ΕΟΦ, διανεμήθηκαν δωρεάν στα νοσοκομεία αναφοράς της ελληνικής επικρατείας, ενώ 60.000 δόσεις Unikinon προσφέρθηκαν στην Κύπρο. 

 

Το όλο εγχείρημα ολοκληρώθηκε με μεγάλη ταχύτητα, ακριβώς όπως λήφθηκε και η απόφαση γι' αυτή την πρωτοβουλία, με τη διορατικότητα και την αποφασιστικότητα που χαρακτηρίζει σε κάθε της κίνηση την Ιουλία Τσέτη, πρώτα ως άνθρωπο και μετά ως επιχειρηματία. Προκειμένου να μην επιβαρύνει στο ελάχιστο την πολιτεία σε αυτήν τη δύσκολη συγκυρία, η Uni-Ρharma τόνισε ότι η αγορά των 5 τόνων της δραστικής ύλης, που πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαρτίου, ήταν μια προσωπική πρωτοβουλία όσον αφορά την απόφαση και την κάλυψη του συνολικού κόστους. Το Unikinon έχει διανεμηθεί ήδη στα νοσοκομεία αναφοράς από τις 3 Απριλίου, όπου και χορηγείται ήδη σε ασθενείς με τα θεραπευτικά πρωτόκολλα που ορίζουν οι θεράποντες ιατροί.

 

Ακριβώς πέντε εβδομάδες μετά την πρωτοβουλία για την παρασκευή και δωρεάν διάθεση των 24 εκατ. δόσεων Unikinon στο ελληνικό κράτος και 60.000 δόσεων στην Κύπρο, ο ΟΦΕΤ προέβη σε μία ακόμη δωρεά προς το υγειονομικό σύστημα της χώρας στην πιο κρίσιμη στιγμή της αντιμετώπισης της πανδημίας του Covid-19, καθώς η Ελλάδα ετοιμάζεται να προχωρήσει στην επόμενη φάση της καταστολής με το σταδιακό και ελεγχόμενο άνοιγμα της κοινωνίας και την προσεκτική επιστροφή σε μια νέα κανονικότητα.

 

Με «μπροστάρισσα» τη βιομηχανία InterMed, ο ΟΦΕΤ παρασκεύασε περισσότερα από 14.000 λίτρα αντισηπτικού με τις προδιαγραφές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, αξιοποιώντας τη δωρεάν χορήγηση οινοπνεύματος από το υπουργείο Ανάπτυξης, και στη συνέχεια πρόσφερε ΔΩΡΕΑΝ τη σημαντική αυτή ποσότητα αντισηπτικού στο υπουργείο Υγείας, προκειμένου να διοχετευτεί αμιγώς για νοσοκομειακή χρήση. Η παραγωγή του αντισηπτικού πραγματοποιήθηκε στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της φαρμακοβιομηχανίας InterMed στην Κηφισιά, η οποία διέθεσε ανθρώπινο δυναμικό και πόρους προκειμένου να υλοποιηθεί το σχέδιο με υψηλό αίσθημα κοινωνικής και ιστορικής ευθύνης.