«Το σπίτι μας ήταν το τελευταίο στη κορυφή του Νέου Βουτζά. Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν είδαμε τον πυκνό καπνό της φωτιάς και τις φλόγες να καταφθάνουν γρήγορα προς το μέρος μας. Όλα διήρκεσαν λίγα λεπτά. Το σπίτι μας κάηκε ολοσχερώς. Ρούχα, ντουλάπια, πόρτες και προσωπικά αντικείμενα χάθηκαν σε μια στιγμή. Τα πάντα είναι καμένα και το μόνο που έχει απομείνει είναι οι τοίχοι».


Η αφήγηση της Ελένης Καστανά γίνεται με δυσκολία. Όταν ανασύρει από τη μνήμη της τις έντονες στιγμές που έζησε μαζί με τη μητέρα της ιδρώνει, μιλά με ένταση και οι παλμοί της αυξάνονται.


Το πρωινό που επισκεφθήκαμε τον Νηρέα και το Marathon Beach, τα δύο ξενοδοχεία που προσφέρουν δωρεάν στέγαση στη Νέα Μάκρη, τίποτα δεν θύμιζε την καταστροφή που είχε προηγηθεί. Κάποιοι βουτούσαν στη θάλασσα, άλλοι είχαν κατέβει για τα ψώνια τους και τουρίστες τραβούσαν φωτογραφίες στο γραφικό λιμανάκι.

 

Το χειρότερο όλων είναι ότι μετά την καταστροφή έχουμε και πρόβλημα με το πλιάτσικο και τους ληστές. Τους γείτονες απέναντι τους έκλεψαν. Είμαστε εξαντλημένοι. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει. Είδα γείτονες στον διπλανό δρόμο καμένους. Πώς μπορείς, λοιπόν, να συνεχίσεις τη ζωή σου; Πώς μπορείς να μείνεις στο ίδιο σπίτι, όταν ξέρεις ότι χάθηκε τόσος κόσμος στους δρόμους αυτούς;


Το ξενοδοχείο «Νηρέας» βρίσκεται στη λεωφόρο Ποσειδώνος, δίπλα ακριβώς από τη θάλασσα. Στην είσοδο μας υποδέχονται η ιδιοκτήτρια και η υπάλληλος της ρεσεψιόν, η Κλειώ, η οποία μας μιλάει για τις πρώτες στιγμές μετά την πυρκαγιά.

 

«Στην αρχή δεν γνωρίζαμε τίποτα. Οι άνθρωποι, όσο περνούσε η ώρα, αυξάνονταν διαρκώς. Οι βάρκες και τα φουσκωτά έρχονταν συνέχεια και άφηναν πυρόπληκτους στην ακτή μπροστά στον χώρο του πάρκινγκ. Τα άτομα ήταν πάρα πολλά και όλοι οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου αποφάσισαν να παραχωρήσουν τα δωμάτιά τους για να στεγαστούν οι άνθρωποι, των οποίων τα σπίτια είχαν καταστραφεί.


Έλεγαν ότι θα προσφερθεί βοήθεια από τον δήμο ή ότι σε αυτόν θα χρεωνόταν το κόστος της διαμονής. Φυσικά, δεν έχει συμβεί τίποτα, αλλά εμείς το κάναμε εθελοντικά, προφανώς και δεν θα ζητούσαμε χρήματα. Το παράλογο είναι ότι το μόνο που έφεραν ήταν ξηρά τροφή για τους ανθρώπους, λες και θα τους ταΐζαμε μπισκότα.

 

Στην είσοδο του ξενοδοχείου Νηρέας μας υποδέχονται η ιδιοκτήτρια και η υπάλληλος της ρεσεψιόν, η Κλειώ, η οποία μας μιλάει για τις πρώτες στιγμές μετά την πυρκαγιά. «Όσα χρόνια βρισκόμαστε εδώ δεν έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Ήταν πρωτοφανές. Ακούγαμε τις ιστορίες των ανθρώπων και, όσο μπορούσαμε, προσπαθούσαμε να τους βοηθήσουμε» υποστηρίζει Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Στην είσοδο του ξενοδοχείου Νηρέας μας υποδέχονται η ιδιοκτήτρια και η υπάλληλος της ρεσεψιόν, η Κλειώ, η οποία μας μιλάει για τις πρώτες στιγμές μετά την πυρκαγιά. «Όσα χρόνια βρισκόμαστε εδώ δεν έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Ήταν πρωτοφανές. Ακούγαμε τις ιστορίες των ανθρώπων και, όσο μπορούσαμε, προσπαθούσαμε να τους βοηθήσουμε» υποστηρίζει Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Σήμερα, στα δωμάτια έχουν απομείνει περίπου πενήντα άτομα. Το πρωί, οι περισσότεροι πηγαίνουν στα σπίτια τους και επιστρέφουν αργά το βράδυ. Όσα χρόνια βρισκόμαστε εδώ δεν έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Ήταν πρωτοφανές. Ακούγαμε τις ιστορίες των ανθρώπων και, όσο μπορούσαμε, προσπαθούσαμε να τους βοηθήσουμε» υποστηρίζει.


Έπειτα, πηγαίνουμε στην αίθουσα του πρωινού και συνομιλούμε με ανθρώπους, στα πρόσωπα των οποίων είναι ζωγραφισμένη η οργή, ο πόνος και η αγανάκτηση. Η Ελένη κάθεται με τη μητέρα της Glandine Brundia και την κ. Θεώνη Γιάννου, με την οποία γνωρίστηκαν στο ξενοδοχείο.

 

Η Ελένη μένει μόνιμα στο Βέλγιο μαζί με τη μητέρα της. Κάθε καλοκαίρι έρχονται για διακοπές για έναν μήνα. Έχει ελληνικές ρίζες από την πλευρά του πατέρας της και το σπίτι τους, που κάηκε, ήταν το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο, αφού στο Βέλγιο μένουν σε ενοίκιο.

 

«Την κατοικία αυτή την κληρονόμησα από τον παππού μου. Τα μόνα αντικείμενα που καταφέραμε να πάρουμε μαζί μας ήταν ένα laptop, ένα κινητό τηλέφωνο, η ταυτότητά μας και λίγα φάρμακα που χρειαζόμαστε. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε. Όσες ημέρες βρισκόμαστε στην Ελλάδα δεν επιθυμούμε να ακούμε ραδιόφωνο ή να βλέπουμε τηλεόραση. Ερχόμαστε για απομόνωση και ηρεμία.


Έτσι, δεν ξέραμε τι συνέβαινε. Τα λεπτά περνούσαν και η φωτιά πλησίαζε όλο και περισσότερο. Όταν ήμασταν στο αυτοκίνητο, αισθανόμαστε τη φωτιά να μας ακολουθεί. Κάποια στιγμή φτάσαμε στη διασταύρωση της λεωφόρου Μαραθώνος. Μπροστά μας είδαμε μια πινακίδα που μας ενημέρωνε ότι ευθεία πας στο Μάτι, δεξιά στην Αθήνα και αριστερά προς Νέα Μάκρη».


Εκείνη τη στιγμή παρεμβαίνει στη συζήτηση η μητέρα της και μας λέει ότι η ίδια επέμενε να πάνε προς το Μάτι. Ευτυχώς, η κόρη της δεν την άκουσε. Η Ελένη συνέχισε: «Αποφασίζω να στρίψω αριστερά και να πάμε προς Νέα Μάκρη. Ήταν η πιο σωστή απόφαση. Αν είχαμε πάει ευθεία, θα είχαμε καεί, δεν θα μιλούσαμε αυτήν τη στιγμή.

 

Η Ελένη Καστανά με τη μητέρα της Glandine Brundia. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η Ελένη Καστανά με τη μητέρα της Glandine Brundia. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Βγήκαμε στην παραλία. Υπήρχε κόσμος παντού. Παραμείναμε εκεί για λίγες ώρες και αργά το βράδυ θέλαμε να δούμε τι είχε συμβεί με το σπίτι. Ανησυχούσαμε. Αποφασίσαμε να πάμε πάλι προς τον Νέο Βουτζά. Στη διασταύρωση ένας αστυνομικός μάς άφησε να περάσουμε και μας είπε να οδηγούμε με προσοχή. Ανεβήκαμε. Κομμένα καλώδια, στάχτη, καπνοί, φλόγες που δεν είχαν σβήσει, γυναίκες με μάσκες να περπατούν μες στο σκοτάδι. Ανατριχίλα. Φοβηθήκαμε ότι θα εγκλωβιστούμε. Τελικά, ύστερα από λίγη ώρα κρίναμε σωστό να φύγουμε» προσθέτει τρέμοντας.


Το παράπονο των δύο γυναικών, πάντως, εστιάζεται στην αντιμετώπιση εκ μέρους της βελγικής πρεσβείας. «Για τους Έλληνες έχουμε να πούμε τα καλύτερα. Μας έδωσαν ρούχα, μας πρόσφεραν φαγητό και μας παραχώρησαν στέγη. Όταν, όμως, επικοινωνήσαμε με τη βελγική πρεσβεία, η απάντηση της κυρίας στο τηλεφωνικό κέντρο ήταν προκλητική. Μας είπε με απύθμενο θράσος: "Να σας βοηθήσει το ελληνικό κράτος".

 

Φυσικά, αυτό είναι κάτι που θα αναφέρουμε όταν επιστρέψουμε στο Βέλγιο. Ήταν απαράδεκτο, από τη στιγμή που έχω βελγική ταυτότητα, έχω γεννηθεί εκεί, να επιδεικνύουν τέτοια αδιαφορία» επισημαίνει.

 

Όταν τη ρωτώ τι προβλέπεται από δω και πέρα, μου απαντά: «Θα κάνουμε τις γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτούνται και στη συνέχεια θα φύγουμε για το Βέλγιο. Στο σπίτι δεν πρόκειται να ξαναπάμε. Δεν αντέχουμε να το δούμε πάλι. Όλα έχουν γίνει σκόνη και αποκαΐδια».


Ποια εικόνα δεν πρόκειται να ξεχάσει; «Τη δεύτερη φορά που πήγαμε στο σπίτι. Όταν φύγαμε, ασυναίσθητα έβαλα τα κλειδιά στην εξώπορτα, από συνήθεια, με σκοπό να κλειδώσω. Όμως, ύστερα από δυο-τρία δευτερόλεπτα συνειδητοποίησα ότι δεν είχε μείνει τίποτα για να κλειδώσω» λέει με έναν βαρύ αναστεναγμό και αβάσταχτη στενοχώρια για όσα τους συνέβησαν.


Δίπλα μας, η κ. Θεώνη Γιάννου, που σε λίγες μέρες συμπληρώνει τα 90. Τα μάτια της έχουν δει πολλά, αλλά το γεγονός αυτό θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη της. Η ίδια γεννήθηκε στα Ιωάννινα και σε ηλικία 15 ετών ήρθε στην Αθήνα. Για πολλά χρόνια επέλεγε τον Σχινιά για παραθερισμό κι έτσι πήραν την απόφαση να αποκτήσουν ένα σπίτι κοντά σ' αυτές τις όμορφες περιοχές με την καταπράσινη φύση και τη θέα στη θάλασσα.

 

H κ. Θεώνη Γιάννου: Κάθε χρόνο έχουμε και μια φωτιά, αλλά αυτό που συνέβη φέτος δεν έχει ξανασυμβεί. Προσωπικά, δεν θυμάμαι ποτέ να προχωρώ στον δρόμο και να βλέπω καμένα πτώματα. Άνθρωποι που τους έβλεπες καθημερινά, έλεγες μια καλημέρα μαζί τους, ξαφνικά, μέσα σε μια μέρα, αντικρίζεις τα καμένα σώματά τους. Αδιανόητες εικόνες. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
H κ. Θεώνη Γιάννου: Κάθε χρόνο έχουμε και μια φωτιά, αλλά αυτό που συνέβη φέτος δεν έχει ξανασυμβεί. Προσωπικά, δεν θυμάμαι ποτέ να προχωρώ στον δρόμο και να βλέπω καμένα πτώματα. Άνθρωποι που τους έβλεπες καθημερινά, έλεγες μια καλημέρα μαζί τους, ξαφνικά, μέσα σε μια μέρα, αντικρίζεις τα καμένα σώματά τους. Αδιανόητες εικόνες. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Η κυρία Θεώνη ανήκει στους τυχερούς που το σπίτι τους διασώθηκε. Κατοικεί μόνιμα στον Νέο Βουτζά με την κόρη της, τον γαμπρό της και τα εγγόνια της. Μας λέει όσα δύσκολα βίωσε: «Είχε πολύ δυνατό άνεμο που έφτανε τα εννιά μποφόρ. Όταν είδαμε τη φωτιά να πλησιάζει, φύγαμε. Δεν υπήρχε χρονικό περιθώριο. Μάλιστα, όταν τα παιδιά μού είπαν ότι θα εγκατέλειπαν το σπίτι τους, είπα ότι εγώ θα παρέμενα. Ήθελα να προστατέψω το σπίτι. Τους έλεγα ότι δεν παθαίνω τίποτα. Όμως, επειδή έχω και αναπνευστικά προβλήματα λόγω αλλεργιών, κατάφεραν να με μεταπείσουν.

 

Η φλόγα μάς είχε πλησιάσει. Προλάβαμε να φύγουμε. Το γειτονικό μας σπίτι κάηκε. Τις πρώτες ώρες μείναμε στο αυτοκίνητο. Αργότερα αποφασίσαμε να πάμε στην ανιψιά μου, που έχει σπίτι στην Αγία Παρασκευή.

 

Στη συνέχεια, επιστρέψαμε πάλι στο σπίτι να δούμε τι είχε συμβεί. Δεν υπάρχει ούτε ρεύμα ούτε νερό, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να παραμείνεις εκεί.


Η κόρη μου με ενημέρωσε ότι υπάρχει το συγκεκριμένο ξενοδοχείο, όπου μπορούν να με φιλοξενήσουν προσωρινά, διότι οι ίδιοι έχουν επιβαρυνθεί με τις γραφειοκρατικές διαδικασίες της επόμενης μέρας και πηγαίνουν καθημερινά στο σπίτι, γιατί φοβούνται τις ληστείες.


Το ζήτημα είναι ότι κάθε χρόνο έχουμε και μια φωτιά, αλλά αυτό που συνέβη φέτος δεν έχει ξανασυμβεί. Προσωπικά, δεν θυμάμαι ποτέ να προχωρώ στον δρόμο και να βλέπω καμένα πτώματα. Άνθρωποι που τους έβλεπες καθημερινά, έλεγες μια καλημέρα μαζί τους, ξαφνικά, μέσα σε μια μέρα, αντικρίζεις τα καμένα σώματά τους. Αδιανόητες εικόνες» συμπληρώνει.

 

Ο Παντελής Φουρναρίδης: Μόλις έμαθα τι συμβαίνει επέστρεψα αμέσως στο σπίτι μου. Η εικόνα που αντικρίσαμε αποδείχτηκε καταλυτική, θα άλλαζε τα πάντα. Μια ολοσχερής καταστροφή. Κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτό το συναίσθημα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ο Παντελής Φουρναρίδης: Μόλις έμαθα τι συμβαίνει επέστρεψα αμέσως στο σπίτι μου. Η εικόνα που αντικρίσαμε αποδείχτηκε καταλυτική, θα άλλαζε τα πάντα. Μια ολοσχερής καταστροφή. Κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτό το συναίσθημα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Στην αίθουσα του πρωινού συναντώ και την κ. Σταυρούλα Μ., μια γυναίκα ταλαιπωρημένη, με 80% αναπηρία και πάσχουσα από σκλήρυνση κατά πλάκας. Η ιστορία της δεν αφήνει πολλά περιθώρια για απορίες. Μια νάιλον σακούλα είναι ό,τι της έχει απομείνει.
Για είκοσι τρία χρόνια έμενε στο Μάτι. Το σπίτι της καταστράφηκε. Δεν έχει μείνει απολύτως τίποτα. Στην αρχή της κουβέντας μού διευκρινίζει ότι δεν επιθυμεί να φωτογραφηθεί ούτε να αποκαλύψουμε τα προσωπικά της στοιχεία, διότι «δεν θεωρεί το πόνο της τουριστικό αξιοθέατο».


Φορώντας ακόμη τα ίδια ρούχα από την ημέρα της πυρκαγιάς και με δάκρυα στα μάτια αναφέρει: «Έχασα τα πάντα. Το μόνο που κατάφερα είναι να σωθώ. Ο λόγος που επέλεξα να σας μιλήσω είναι για να αντιληφθεί ο κόσμος ότι για εμάς τα προβλήματα τώρα ξεκινούν.

 

Αναλογίζεστε τι σημαίνει να θέλεις να πάρεις λίγο φαγητό από το συσσίτιο και να σου απαντούν ότι χρειάζεται να κάνεις αίτηση; Για να γίνει έλεγχος στο σπίτι σου και να επιβεβαιώσουν ότι κάηκε εντελώς χρειάζεται αποδεικτικό. Πας στον δήμο για να δεις τι απαιτείται για να επωφεληθείς από τα μέτρα που ανακοινώθηκαν και σου λένε ότι δεν έχουν καμία ενημέρωση ακόμα.

 
Όπως αντιλαμβάνεστε, αυτή είναι μια πολύ μεγάλη ταλαιπωρία για όσους επέζησαν, είναι σαν να τους θάβουν κι αυτούς. Ευτυχώς που υπάρχει αυτό το ξενοδοχείο, το οποίο μας παρέχει στέγαση και πρωινό γεύμα. Είναι θλιβερό να σε κάνουν να αισθάνεσαι ζητιάνα. Έχει χαθεί εντελώς η αξιοπρέπειά μου.


Ζω μια τραγωδία και ανάμεσα σε όλα αυτά έχεις να αντιμετωπίσεις και μια ακατανόητη γραφειοκρατία. Μιλάμε για εγκληματίες και δολοφόνους. Το ξέρω ότι είναι σκληρά αυτά τα λόγια, αλλά δεν έχω άλλη υπομονή. Η ζωή μου άλλαξε διά παντός. Όλο μου το βιος χάθηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Μας συμπεριφέρονται σαν να είμαστε ένας απλός αριθμός κι αυτό είναι εξευτελιστικό».

 

Ζω μια τραγωδία και ανάμεσα σε όλα αυτά έχεις να αντιμετωπίσεις και μια ακατανόητη γραφειοκρατία. Μιλάμε για εγκληματίες και δολοφόνους. Το ξέρω ότι είναι σκληρά αυτά τα λόγια, αλλά δεν έχω άλλη υπομονή. Η ζωή μου άλλαξε διά παντός. Όλο μου το βιος χάθηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Μας συμπεριφέρονται σαν να είμαστε ένας απλός αριθμός κι αυτό είναι εξευτελιστικό


Στον χώρο υποδοχής, η κ. Αριάννα Ιωαννίδη μιλά συνεχώς στο τηλέφωνό της. Η ίδια κατοικούσε στον Νέο Βουτζά και το σπίτι της έχει υποστεί μεγάλες ζημιές. Η μαρτυρία της είναι ενδεικτική του τρόπου διαχείρισης της συγκεκριμένης κρίσης: «Τη στιγμή που η φωτιά βρισκόταν ακόμα μακριά από το σπίτι μας βγήκα στο μπαλκόνι κι έβγαλα μια φωτογραφία. Αμέσως την έστειλα στον ξάδερφό μου στην Κύπρο, ο οποίος ειδικεύεται στις πυρκαγιές και είναι πολλά χρόνια διασώστης. Μόλις την είδε μου τηλεφώνησε αμέσως και επέμεινε να φύγω αμέσως από το σπίτι.


Η ώρα ήταν 17:30. Κάθε τρία λεπτά με καλούσε για να επιβεβαιώσει αν έχω φύγει κι εγώ του έλεγα ότι ήταν υπερβολικός. Μάλιστα, του εξηγούσα ότι δεν έχει έρθει κανένας πυροσβέστης, δεν χτυπά καμία σειρήνα, δεν βλέπω κάποιον από την αστυνομία, άρα δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας ή πανικού. Θεώρησα ότι η φωτιά ήταν σε μακρινή απόσταση. Μέσα σε λίγα λεπτά, όμως, κατάλαβα πόσο λάθος έκανα που είχα εφησυχάσει.

 

Μπήκα στο αυτοκίνητο και κατέβηκα τον δρόμο προσεκτικά. Δίπλα μου άνθρωποι ακολουθούσαν οδηγίες της αστυνομίας που τους κατηύθυνε προς το Μάτι, δηλαδή στον θάνατο. Για να καταλάβετε, στο Μάτι τα Σαββατοκύριακα δεν πηγαίνω ούτε για ψώνια επειδή φοβάμαι μήπως γρατζουνίσω το αυτοκίνητο στους στενούς δρόμους, άρα δεν υπήρχε περίπτωση να πάω εκεί την ώρα που πλησίαζε η φωτιά.


Μιλάμε για αλλεπάλληλα λάθη, που ήταν η αιτία να πεθάνει τόσος κόσμος. Δυστυχώς, αισθανόμαστε μόνοι μας. Δεν υπάρχει καμία απολύτως βοήθεια, ούτε πριν ούτε μετά. Κι όσοι σώθηκαν, τα κατάφεραν είτε από ένστικτο επιβίωσης είτε από τύχη.


Το χειρότερο όλων είναι ότι μετά την καταστροφή έχουμε και πρόβλημα με το πλιάτσικο και τους ληστές. Τους γείτονες απέναντι τους έκλεψαν. Είμαστε εξαντλημένοι. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει. Είδα γείτονες στον διπλανό δρόμο καμένους. Πώς μπορείς, λοιπόν, να συνεχίσεις τη ζωή σου; Πώς μπορείς να μείνεις στο ίδιο σπίτι, όταν ξέρεις ότι χάθηκε τόσος κόσμος στους δρόμους αυτούς;» αναρωτιέται.

 

Το Marathon Beach ένα από τα δύο ξενοδοχεία που προσφέρουν δωρεάν στέγαση στους πυρόπληκτους στη Νέα Μάκρη. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Το Marathon Beach ένα από τα δύο ξενοδοχεία που προσφέρουν δωρεάν στέγαση στους πυρόπληκτους στη Νέα Μάκρη. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Όση ώρα βρισκόμαστε στα δύο ξενοδοχεία, κόσμος εξακολουθεί να έρχεται ή να φεύγει. Ο κ. Παντελής Φουρνιάδης ανήκει σ' εκείνους που αποχωρούσαν από το ξενοδοχείο και λίγο πριν φύγει μας είπε: «Την ώρα της φωτιάς βρισκόμουν στο λογιστικό γραφείο για να υποβάλω τη φορολογική μου δήλωση μαζί με τη σύζυγό μου. Μόλις έμαθα τι συμβαίνει επέστρεψα αμέσως στο σπίτι μου. Η εικόνα που αντικρίσαμε αποδείχτηκε καταλυτική, θα άλλαζε τα πάντα. Μια ολοσχερής καταστροφή. Κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτό το συναίσθημα.


Το μόνο που μας έχει απομείνει είναι το αυτοκίνητο, στο οποίο έχουμε βάλει όσα πράγματα καταφέραμε να περισώσουμε. Σήμερα θα πάμε να μείνουμε σε κάτι φίλους για να μην επιβαρύνουμε το ξενοδοχείο. Όμως, το αύριο είναι αβέβαιο για εμάς. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Για εμάς δεν υπάρχει χθες. Δεν υπάρχει αύριο. Παρά μόνο το σήμερα. Έτσι θα ζήσουμε από δω και πέρα» καταλήγει.

 

Λίγα μέτρα πιο πέρα από τα δύο ξενοδοχεία, τον Νηρέα και το Marathon Resort, στο Μάτι, την περιοχή που επλήγη, η καθημερινότητα έχει μεταβληθεί πλήρως. Όλα θυμίζουν εμπόλεμη ζώνη. Στρατιωτικά τζιπ, αστυνομία, περιπολικά, σκηνές, φορτηγά που μεταφέρουν υλικά, βανάκια της ΔΕΗ και του ΟΤΕ και καμένα σπίτια στη σειρά δημιουργούν το σκηνικό μιας παραλιακής ζώνης που βρίσκεται σε κατάσταση ανοικοδόμησης.

 
Εκεί ο χρόνος έχει σταματήσει και τα ίχνη ζωής έχουν εξαφανιστεί. Σε κάθε γωνιά έρχεσαι αντιμέτωπος με ανοιχτές πληγές. Κατά μήκος των δρόμων συναντάμε πρόσωπα που δειλά-δειλά μπαίνουν στα σπίτια τους και προσπαθούν να περισώσουν ό,τι μπορούν.


Φεύγοντας, συνειδητοποιείς ότι χιλιάδες αναμνήσεις έσβησαν στις φλόγες, κόποι έγιναν στάχτη και όσοι άνθρωποι έχουν απομείνει παλεύουν να φτιάξουν μια νέα ζωή.

 

Το ξενοδοχείο «Νηρέας» βρίσκεται στη λεωφόρο Ποσειδώνος, δίπλα ακριβώς από τη θάλασσα. Προσφέρει κι αυτό δωρεάν στέγαση στους πυρόπληκτους. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Το ξενοδοχείο «Νηρέας» βρίσκεται στη λεωφόρο Ποσειδώνος, δίπλα ακριβώς από τη θάλασσα. Προσφέρει κι αυτό δωρεάν στέγαση στους πυρόπληκτους. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Παραλία στο Μάτι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Παραλία στο Μάτι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Παραλία στο Μάτι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Παραλία στο Μάτι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Μάτι, μια από τις λίγες διεξόδους προς τη θάλασσα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Μάτι, μια από τις λίγες διεξόδους προς τη θάλασσα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Μάτι- αδιέξοδος στο γκρεμό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Μάτι- αδιέξοδος στο γκρεμό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η καμένη οδό Κυκλάδων στο Μάτι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η καμένη οδό Κυκλάδων στο Μάτι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO