Είναι τόσο εύκολο να σε εκνευρίσει η Γκουίνεθ Πάλτροου, που ακόμα κι αυτό καταντά εκνευριστικό. Η εμβληματική δεκαετία που σε λίγο τελειώνει διόγκωσε έννοιες που η ίδια σύστησε στο κοινό: self love, wellness, self healing, «conscious uncoupling» (σε απλά ελληνικά «ενσυνείδητο ξεζευγάρωμα»), τις δίαιτες detox, την αποφυγή της γλουτένης, μαντζούνια και σκόνες, τα smoothies, τους χυμούς από σέλερι, το άτμισμα αιδοίου. Θεότρελες ιδέες και προϊόντα, τα περισσότερα από τα οποία είναι απλησίαστα για τον μέσο καταναλωτή. Τη χαρακτήρισαν «σάκο του μποξ του Ιnternet», ενώ η έκφραση «I have been gooped» λέγεται για κάποιον που είναι υπό την επήρεια της φιλοσοφίας που το site της εκπροσωπεί. Η αυτοκρατορία της σήμερα υπολογίζεται σε πάνω από 250 εκατ. δολάρια και περιλαμβάνει δικές της σειρές καλλυντικών, ρούχων, σεμινάρια, εκδηλώσεις και βιβλία μαγειρικής. Σε λίγο καιρό θα έχει τρόφιμα και μια σειρά ντοκιμαντέρ στο Netflix.


Η Γκουίνεθ Πάλτροου θεωρητικά τα έχει όλα. Είναι παιδί μιας καλλιτεχνικής οικογένειας του Χόλιγουντ, ανήκει στην ειδική κατηγορία σταρ που σκορπίζουν κύματα λάμψης σε κάθε τους εμφάνιση της, έχει φινέτσα, μόρφωση κι ένα χαριτωμένο σούφρωμα στα χείλη που βγάζει μια αισθησιακή μελαγχολία και τόνους ταλέντου. Είναι από τους ανθρώπους στους οποίους το επίθετο «χαρισματικός» εφαρμόζει τέλεια, όπως τα κολάν που φορά στις Ιnstagram φωτογραφίες της. Το 2008, προτού αρχίσει να παίρνει τις αποστάσεις της από την υποκριτική ‒ώσπου αποσύρθηκε τελικά‒, θεωρούνταν από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της. Είχε τα ομορφότερα αγόρια (ανάμεσά τους και ο Μπραντ Πιτ), τα ομορφότερα φορέματα και ένα Όσκαρ που παρέλαβε κλαίγοντας, φορώντας μια ροζ τουαλέτα Ralph Lauren.

 

H Γκουίνεθ, ακριβώς πριν ξεκινήσει η φρενίτιδα των social media, έκανε κάτι επαναστατικό. Για πρώτη φορά, μια προνομιούχος, διάσημη ηθοποιός με ξεχωριστό γούστο, πνεύμα και μόρφωση μοιραζόταν όλα τα μυστικά της ευζωίας και της καθημερινότητάς της με όποιον ενδιαφερόταν.


Τότε άρχισε να διαλύεται το σύννεφο αίγλης που τη συνόδευε. Οι συνυποψήφιές της στα Όσκαρ άφησαν να εννοηθεί πως ήταν πολύ εύκολο να ευνοηθεί μια αδύνατη, ξανθιά, αγνή κοπέλα σε έναν βαθιά ρομαντικό ρόλο, όπως αυτός στο «Shakespeare in love». Το χρυσό κορίτσι του Γουάινστιν και της Miramax απλώς τα έκανε όλα καλύτερα. Ήταν η προσωποποίηση της τελειότητας.


Η επίσημη εκδοχή της γέννησης του Goop θέλει την Γκουίνεθ να στέλνει το πρώτο newsletter από την κουζίνα του σπιτιού της στην Αγγλία, όπου ζούσε με τον σύζυγό της Κρις Μάρτιν και τα παιδιά τους, γύρω στο 2008. Η ονομασία βγήκε γιατί της είχαν πει πως τα δύο «ο» είναι ενδεικτικό μιας καλής εταιρείας στον χώρο της τεχνολογίας (δες Google), όπως και το ακρωνύμιο της GP. H Γκουίνεθ, όμως, εκείνη τη σημαδιακή στιγμή, ακριβώς πριν ξεκινήσει η φρενίτιδα των social media, έκανε κάτι επαναστατικό. Για πρώτη φορά, μια προνομιούχος, διάσημη ηθοποιός με ξεχωριστό γούστο, πνεύμα και μόρφωση μοιραζόταν όλα τα μυστικά της ευζωίας και της καθημερινότητάς της με όποιον ενδιαφερόταν.

 

Προϊόντα από την καλλυντική σειρά του Goop.
Προϊόντα από την καλλυντική σειρά του Goop.

 

Το επαναστατικό έγκειται στο εξής: μέχρι τότε, ο τρόπος ζωής των σταρ, οι επιλογές και συνήθειές τους δημοσιοποιούνταν μέσω τρίτων, «εμπιστευτικά» και φιλτραρισμένες, διατηρώντας την απαραίτητη μυθολογία και απόσταση από το κοινό. Ένα περιοδικό ή μια εκπομπή θα εκμυστηρευόταν στις «φίλες» του πως μια ηθοποιός πήγαινε στην τάδε ή δείνα αισθητικό, εστιατόριο, θεραπευτή. Η πληροφορία διοχετευόταν συνήθως από γραφεία δημοσίων σχέσεων και ο τρόπος που έφτανε στο κοινό δημιουργούσε την αίσθηση του απρόσιτου.

 

Για τις περισσότερες αναγνώστριες και τηλεθεάτριες, οι συνήθειες των σταρ και οι επαγγελματίες που δούλευαν μαζί τους ήταν περισσότερο ένα κανάλι μέσω του οποίου μπορούσαν ενίοτε να ρίξουν μια ματιά σε ένα μακρινό, απρόσιτο σύμπαν. Σκεφτείτε τι θα γινόταν αν η Eλίζαμπεθ Τέιλορ ή η Τζόαν Κόλινς έστελναν newsletter σχετικά με τους κομμωτές και τα εστιατόρια που προτιμούσαν, τα κοσμήματα που αγόραζαν και τις αστρολόγους που συμβουλεύονταν. Δεν ξέρουμε αν η Γκουίνεθ είχε συναίσθηση της επαναστατικής κίνησης που έκανε όταν έστελνε το πρώτο newsletter της.

 

Πιθανότατα, όχι. Κληρονόμος απίστευτων προνομίων, είχε μεγαλώσει σε μια οικογένεια που ποτέ δεν της χαρίστηκε. Ο πατέρας της, όταν κέρδισε το Όσκαρ, της είπε να μη συμπεριφέρεται «σαν μαλακισμένη». Ήταν μεγαλωμένη σωστά, δεν συμπεριφερόταν ποτέ με αγένεια. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η απόφασή της για την αμεσότητα του Goop δεν προήλθε από υπεροψίααλλά από αφέλεια, μπόλικη ευφυΐα και το ένστικτο ενός ανθρώπου που ήθελε να δει τι θα συνέβαινε αν μοιραζόταν τη ρουτίνα του με το γυναικείο κοινό. Ήταν θέμα συγκυρίας: ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, με συγκεκριμένες συνήθειες, μια συγκεκριμένη στιγμή.


Η εξέλιξη ήταν ραγδαία. Τα εβδομαδιαία newsletters που εξιστορούσαν τις συνήθειες και τις δραστηριότητες της Γκουίνεθ και είχαν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της σιλουέτας, της ηρεμίας, της λάμψης και της οικογένειά της δίχασαν το Ιnternet. Οι μισοί τη μισούσαν για τον τρόπο που συμπεριφερόταν σε μια Αμερική εν μέσω κρίσης, συστήνοντας κρυστάλλους και κασμιρένια παλτό, και οι υπόλοιποι τη λάτρευαν για το μυστικό ευζωίας που είχε ανακαλύψει, την αμεσότητα και τις εναλλακτικές μεθόδους που έφερε στο προσκήνιο.

 

Η επίσημη εκδοχή της γέννησης του Goop θέλει την Γκουίνεθ να στέλνει το πρώτο newsletter από την κουζίνα του σπιτιού της στην Αγγλία γύρω στο 2008.
Η επίσημη εκδοχή της γέννησης του Goop θέλει την Γκουίνεθ να στέλνει το πρώτο newsletter από την κουζίνα του σπιτιού της στην Αγγλία γύρω στο 2008.

 

Η πρώτη απάντηση που η Γκουίνεθ έδινε για όσα της καταλόγιζαν ήταν αφοπλιστική: «Οk, το site είναι δωρεάν, κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να αγοράσει τίποτα». Και η αλήθεια είναι πως αν τολμήσεις να κάνεις κλικ στο goop.com, είναι αδύνατον να μη μαγευτείς, έστω για λίγο, από αυτό το vortex φινετσάτης ζωής και μακροβιοτικής. Η υπόσχεση για μια καλύτερη και υγιή ζωή, ιδανική, μακριά από πεζά προβλήματα, με μέντορα την ξανθιά, υπέροχη και άβαφη Γκουίνεθ, που έχει κάνει όλα αυτά που συστήνει, είναι κάτι περισσότερο από μαγική.


Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμα βαθύτερο στην ιστορία της, που έκανε τόσες μορφωμένες και εύπορες γυναίκες να αγοράζουν τα προϊόντα της και να ενστερνίζονται τη φιλοσοφία της. Οι γυναίκες αυτές, όπως και η Γκουίνεθ, προσπαθούσαν να αντεπεξέλθουν στο κενό που ένιωθαν, στον πόνο, στο μούδιασμα, στην κατάθλιψη. Έψαχναν απαντήσεις στα προβλήματα που εκείνη την εποχή αντιμετώπιζαν ακόμα και γυναίκες που φαινομενικά τα είχαν όλα. Ο πόνος που περιέβαλλε τη γυναικεία ύπαρξη κάποια στιγμή βρήκε ανταπόκριση σε όλους εκείνους τους τρόπους με τους οποίους η Γκουίνεθ έψαχνε να θεραπεύσει τον δικό της. Μέχρι που αυτή η τακτική, συνοδευμένη από τα κατάλληλα προϊόντα, τις συνήθειες και τα ρούχα, έγινε με τη σειρά της αυτό που σήμερα αποκαλούμε «wellness lifestyle».


Σταμάτησε να διαβάζει ό,τι γραφόταν γι' αυτήν και πριν από έναν χρόνο πλήρωσε 140.000 δολάρια για μια μήνυση που της έκαναν σχετικά με τα ενδοκόλπια αυγά από νεφρίτη που πούλαγε στο site της. Καθώς είναι πλέον CEO της εταιρείας της, απόφαση που έκανε 10 χρόνια πάρει, και αφού βρέθηκαν διάφοροι άνθρωποι σε αυτήν τη θέση, η Γκουίνεθ ομολογεί πως έχει κάνει λάθη. Λέει όμως πως για πολύ καιρό δεν ήθελε να γίνει CEO, γιατί οι ευθύνες μιας τέτοιας θέσης την τρόμαζαν. Μαζί της κουβαλά άλλο ένα μεγάλο βάρος, το γεγονός ότι γνωρίζει πια πως για πολλά χρόνια τροφοδοτούσε το επιχείρημα που πρόβαλλε ο Χάρβεϊ Γουάινστιν για να παρενοχλεί σεξουαλικά: «Πώς νομίζεις ότι η Γκουίνεθ έγινε αυτό που έγινε;». Έγινε, έτσι, μία από τις πρώτες πηγές στην έρευνα των δημοσιογράφων των «New York Times» όταν ξεκίνησε η λαίλαπα του #MeToo.

 

Πριν από έναν χρόνο πλήρωσε 140.000 δολάρια για μια μήνυση που της έκαναν σχετικά με τα ενδοκόλπια αυγά από νεφρίτη που πούλαγε στο site της.
Πριν από έναν χρόνο πλήρωσε 140.000 δολάρια για μια μήνυση που της έκαναν σχετικά με τα ενδοκόλπια αυγά από νεφρίτη που πούλαγε στο site της.


Σε ένα υπέροχα γραμμένο κείμενο της ίδιας εφημερίδας έναν χρόνο πριν, η Γκουίνεθ περνάει χρόνο με τη δημοσιογράφο και της μαγειρεύει φορώντας ένα λευκό φόρεμα που δεν λερώνει ποτέ, μυώντας την παράλληλα στην τέχνη του Goop μέσα στον τέλεια σχεδιασμένο, σχεδόν ονειρικό κόσμο της. Η δημοσιογράφος φτάνει στην ανάταση, στη στιγμή της απόλυτης διαύγειας και ηρεμίας, φορτωμένη με όλα τα σοφά επιλεγμένα προϊόντα Goop, για να τη χάσει σχεδόν αμέσως, όταν έρχεται αντιμέτωπη με τα πρώτα, πρόχειρα προβλήματα της δυτικής καθημερινότητας. Όταν καταλαβαίνει το εθιστικό του πράγματος, το πόσο πολύ επιθυμεί να το κατακτήσει ξανά και πόσο μόνη νιώθει χωρίς αυτό, το απαρνείται.


Πολλοί ψυχολόγοι υποστηρίζουν πως η ανάγκη μας να παίρνουμε οδηγίες για το πώς θα ζούμε, για το τι πρέπει να κάνουμε για να σωθούμε, απευθυνόμενοι σε πνευματικούς ηγέτες και ακολουθώντας δίαιτες, θεραπείες και την αστρολογία, αφορά τη δική μας, δυσλειτουργική σχέση με το παιδί μέσα μας, που, κακοποιημένο, αρνείται να δώσει τη θέση του στον ενήλικα που θα αναλάβει με αυτοπεποίθηση τα ηνία της ζωής του. Αναζητούμε τη γονεϊκή φροντίδα, τρόπους να αντεπεξέλθουμε. Η ζωή του Goop είναι αυτό που περιέγραψε πρόσφατα η ιδρύτριά του ως το όραμά της, μια Disneyland wellnessόπου όλες μας, κάποια στιγμή, θα μπορούμε να νιώθουμε τέλειες, ήρεμες, με ευεξία, έχοντας όλες τις απαντήσεις, πέρα και πάνω από τα όποια προβλήματα.