Σαν σήμερα, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1994, εικοσιπέντε χρόνια πριν δηλαδή, ξεκίνησε να προβάλλεται σε περιορισμένο κύκλωμα διανομής στις ΉΠΑ μια ταινία που λεγόταν The Shawshank Redemption. Βασιζόταν στο διήγημα του Στίβεν Κινγκ Rita Hayworth and Shawshank Redemption –από εκεί και ο ελληνικός τίτλος που επανειλημμένα και εντελώς άδικα έχει κατηγορηθεί για μεταφραστική αστοχία–, ένα από τα τέσσερα της συλλογής Different Seasons. Ουδεμία σχέση με τους συνήθεις μεταφυσικούς εφιάλτες που σκαρώνει ο παραγωγικότατος Αμερικανός συγγραφέας, αντίθετα ήταν δράμα φυλακών και ιστορία λύτρωσης, όπως υπόσχεται και ο τίτλος της. Σενάριο και σκηνοθεσία υπέγραφε ο Φρανκ Ντάραμποντ, ο οποίος είχε αγοράσει για μια χούφτα δολάρια τα δικαιώματα της ιστορίας από τον Κινγκ στα μέσα των '80s και πάλευε για χρόνια να τη μεταφέρει στο σινεμά. Έμελλε τελικά να αποτελέσει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, μέχρι εκείνο το σημείο είχε υπογράψει μόνο μια ενδιαφέρουσα άσκηση ύφους, το Buried Alive, που προβλήθηκε στην καλωδιακή τηλεόραση.


Τους δύο βασικούς ρόλους ο Ντάραμποντ ανέθεσε στον Τιμ Ρόμπινς, οι μετοχές του οποίου στους κύκλους της βιομηχανίας είχαν ανέβει μετά τον Bob Roberts και τον Παίχτη του Άλτμαν, και στον Μόργκαν Φρίμαν, παρά το γεγονός ότι ο Ρεντ στην ιστορία του Κινγκ είναι ένας λευκός, γηραιός Ιρλανδός. Με εξαιρετικό feedback από τις δοκιμαστικές προβολές η παραγωγός Warner ξεκίνησε να προβάλλει το φιλμ αρχικά σε λίγες αίθουσες, όπως είπαμε και παραπάνω, προκειμένου να χτίσει το word of mouth κι αναμένοντας η ποιότητα της ταινίας να λειτουργήσει ως κράχτης. Έλα όμως που, για να παραφράσουμε τη διάσημη ατάκα από τον Ξυπόλητο Τζο, ακόμα και να το χτίσεις, δεν είναι σίγουρο ότι θα έρθουν, τουλάχιστον όχι αμέσως. Η ταινία δύο μήνες μετά, παρά τις θετικές κριτικές, έκλεισε τον κύκλο της με μόλις 16 εκατομμύρια δολάρια στο box-office, δεν μπόρεσε, δηλαδή, να φέρει πίσω ούτε καν τα 25 εκατομμύρια του κόστους παραγωγής της.

 

Το happy end στην Τελευταία Έξοδο είναι από τα πιο δύσκολα κερδισμένα στην ιστορία του σινεμά, έρχεται μετά από δύο ιδιαίτερα επαχθείς ώρες για τον ήρωα και τον θεατή, γι' αυτό και το νιώθεις τόσο λυτρωτικό.


Ποιος ξέρει γιατί απέτυχε. Φταίει άραγε το Pulp Fiction, που κυκλοφόρησε την ίδια περίοδο και τράβηξε όλα τα φώτα της δημοσιότητας; Ευθύνεται το διαφημιστικό υλικό που προετοίμαζε το κοινό για μια ιδιαίτερα στενάχωρη κινηματογραφική εμπειρία; Ή μήπως η αποτυχία οφείλεται στην απουσία ονόματος-κράχτη, με δεδομένο πως κανείς από τους πρωταγωνιστές της δεν ήταν ακόμα σταρ τότε; Μπορεί να έφταιξαν όλα τα παραπάνω, μπορεί και τίποτα από αυτά, η ουσία είναι πως η ταινία δεν μπόρεσε να φέρει πίσω ούτε καν τα 25 εκατομμύρια του κόστους παραγωγής της.

 

O Τιμ Ρόμπινς είναι ένας ηθοποιός με όψη ανθρώπου της διπλανής πόρτας, ικανός να σε πείσει για την πλήρη αθωότητα του, αν το θελήσει.
O Τιμ Ρόμπινς είναι ένας ηθοποιός με όψη ανθρώπου της διπλανής πόρτας, ικανός να σε πείσει για την πλήρη αθωότητα του, αν το θελήσει.


Εντούτοις, οι άνθρωποι της Warner δεν το έβαλαν κάτω. Γνωρίζοντας πως έχουν μια καλή ταινία στα χέρια τους, την έσπρωξαν επιθετικά στα μέλη της Ακαδημίας των Όσκαρ και η καμπάνια απέφερε καρπούς. Η ταινία απέσπασε επτά υποψηφιότητες, ανάμεσα τους κι εκείνη της καλύτερης ταινίας. Με όχημα την ευχάριστη αυτή εξέλιξη, η Warner άρχισε να επαναφέρει δειλά δειλά την ταινία στις αίθουσες, προσθέτοντας άλλα 12 εκατομμύρια στις συνολικές εισπράξεις της. Τη βραδιά της απονομής η ταινία δεν μπόρεσε να ανατρέψει τη φόρα του Φόρεστ Γκαμπ κι έφυγε με άδεια χέρια, το πρώτο βήμα, όμως, είχε γίνει. Ο κόσμος έμαθε γι' αυτή.


Σταδιακά, τα επόμενα χρόνια, μέσα από την αγορά του βίντεο και τις τηλεοπτικές της προβολές, η ταινία θα κερδίσει ολοένα και περισσότερους οπαδούς, για να καταλήξει μία από τις πιο αγαπημένες για το ευρύ κοινό. Μάλιστα, μέσω μιας πολύμηνης εκστρατείας από ορκισμένους φαν της σε πάσης φύσεως διαδικτυακά φόρουμ, εκθρόνισε τον Νονό από την πρώτη θέση στο top 250 του IMDb. Χιλιάδες φαν έμπαιναν και βαθμολογούσαν με 10 την Τελευταία Έξοδο και με 1 τον Νονό, ακολούθησαν το παράδειγμα τους και μερικοί από τους top 1000 χρήστες, η ψήφος των οποίων έχει βαρύνουσα σημασία για τον σχηματισμό του top 250, και τελικά η ταινία βρέθηκε στην πρώτη θέση, όπου παραμένει μέχρι σήμερα. Το γεγονός είναι ενδεικτικό της απουσίας σοβαρότητας της εν λόγω λίστας και των βαθμολογιών του site εν γένει, αλλά, ταυτόχρονα, είναι ενδεικτικό και της αγάπης που τρέφουν για το φιλμ σινεφίλ κάθε ηλικίας και κάθε προέλευσης, δεδομένου πως ένα παλιομοδίτικο δράμα φυλακής δεν είναι ακριβώς το θέαμα που θα σπρώξουν με τέτοια ζέση οι νεαροί fanboys, που αποτελούν τον βασικό και ιδιαίτερα θορυβώδη πυρήνα ψηφοφόρων του site. Γιατί, όμως, ασκεί τέτοια γοητεία το Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ στο κοινό;


Ο Φρανκ Ντάραμποντ, όπως απέδειξε και στη συνέχεια της καριέρας του, αγαπά πολύ τον Φρανκ Κάπρα και το σινεμά του και παίρνει μαθήματα από αυτόν. Εδώ ακολούθησε το παράδειγμα του It's a Wonderful Life, μιας άλλης ταινίας που υπήρξε εμπορική αποτυχία όταν βγήκε στις αίθουσες, για να καταλήξει να αγαπηθεί δυνατά στα χρόνια που ακολούθησαν. Για να έχει μεγάλο συναισθηματικό αντίκτυπο ένα happy end, πρέπει να κερδηθεί. Κι αυτό μόνο μέσα από αναποδιές, μέσα από στιγμές που νιώθεις πως τα πράγματα μπορεί όντως να πάνε στραβά για τον ήρωα, μπορεί να επιτευχθεί. Για να φτάσεις στο φως στην άκρη του τούνελ, πρέπει πρώτα να διασχίσεις το τούνελ μέσα στο σκοτάδι, με όσους κινδύνους κι εμπόδια μπορεί αυτό να συνεπάγεται. Έτσι, το happy end στην Τελευταία Έξοδο είναι από τα πιο δύσκολα κερδισμένα στην ιστορία του σινεμά, έρχεται μετά από δύο ιδιαίτερα επαχθείς ώρες για τον ήρωα και τον θεατή, γι' αυτό και το νιώθεις τόσο λυτρωτικό.

 

Ένα καλό twist πάντα βοηθά, το ευρύ κοινό αναζητά μετά μανίας ταινίες με τέτοια.
Ένα καλό twist πάντα βοηθά, το ευρύ κοινό αναζητά μετά μανίας ταινίες με τέτοια.


Κάπρα, επίσης, σημαίνει ανθρωπιά, γενναιοδωρία και καλοψυχία. Που θα ανταμειφθούν, τελικά, από εκείνους που θα τις λογαριάσουν ως αρετές αντί για αδυναμίες –είναι περισσότεροι από όσους νομίζεις– αλλά κι από το σύμπαν. Ίσως όχι με τον τρόπο και την ώρα που το θέλεις, αλλά με τον τρόπο και την στιγμή που το χρειάζεσαι, έστω κι αν θα το συνειδητοποιήσεις μόνο αφού συμβεί. Αυτή ακριβώς η ανόθευτη πίστη στην ανθρωπιά και σε μια μορφή συμπαντικής δικαιοσύνης αποτελεί την αιχμή του δόρατος του φιλμ και είναι ικανή να κάμψει τις αντιστάσεις ακόμα και του κυνικότερου θεατή.


Στα παραπάνω πρόσθεσε ένα σενάριο σταυροβελονιά, που λέμε κι εμείς οι κριτικοί, όπου κάθε σκηνή έχει αρχή, μέση και τέλος και κάθε σκηνή δίνει κάτι παραπάνω στην προηγούμενη. Πρόσθεσε μια καλοκουρδισμένη, στρωτή αφήγηση, πιστή στην παράδοση των καλύτερων στιγμών του αφηγηματικού σινεμά. Πρόσθεσε το εμπνευσμένο twist, που σε πιάνει απροετοίμαστο, κουβεντιάστηκε και συνεχίζει να κουβεντιάζεται όσο λίγα και δεν υποτιμά τη νοημοσύνη σου. Ένα καλό twist πάντα βοηθά, το ευρύ κοινό αναζητά μετά μανίας ταινίες με τέτοια. Πρόσθεσε, φυσικά, και την ευστοχία του κάστινγκ.

 

Από τη μία έχεις τον Τιμ Ρόμπινς, έναν ηθοποιό με όψη ανθρώπου της διπλανής πόρτας, ικανό να σε πείσει για την πλήρη αθωότητα του, αν το θελήσει. Αυτή του την ικανότητα θα αξιοποιήσει και ο Ίστγουντ στο αριστουργηματικό Σκοτεινό Ποτάμι του. Αν πιστεύουμε στο ενδεχόμενο να έχει σκοτώσει την κόρη του Τζίμι ο Ντέιβ, έχουμε μυστήριο. Με τον Τιμ Ρόμπινς, όμως, στον ρόλο του Ντέιβ, δεν το πιστεύουμε στιγμή κι έτσι έχουμε τραγωδία, που είναι και ο στόχος του Ίστγουντ.

 

Κι από την άλλη έχεις τον Μόργκαν Φρίμαν στον ρόλο του Ρεντ. Με πρόσωπο πολυκαιρισμένο, βλέμμα που συγκεντρώνει, θαρρείς, σοφία αιώνων και βαθιά φωνή, τόσο ευχάριστη στο αυτί που, αν μπορούσες , θα ήθελες να ξαπλώσεις σε ένα στρώμα φτιαγμένο από εκείνη, ο Φρίμαν είναι ιδανικός σε ρόλο μέντορα κι αφηγητή. Δεν μπορείς να φανταστείς κάποιον άλλο στη θέση του, ενώ θα μπορούσες π.χ. να φανταστείς τον Τομ Χανκς στη θέση του Τιμ Ρόμπινς. Κι αν τον έχουμε συνηθίσει σήμερα σε τέτοιους ρόλους, οφείλεται εν πολλοίς στην έμπνευση του Ντάραμποντ να τον προσλάβει εδώ.


Για όλους αυτούς τους λόγους και για πολλούς παραπάνω η αγάπη για την ταινία παραμένει αδιάκοπη μέσα στα χρόνια και την βοηθά να κερδίσει και οπαδούς ανάμεσα σε νεότερους σινεφίλ, αποδεικνύοντας ότι ο κόσμος διψά για καλό, στρωτό αφηγηματικό σινεμά, φτιαγμένο με μεράκι και καλαισθησία από (και για) ενήλικες, νοηματικά εύληπτο και μπολιασμένο με καλόψυχα μηνύματα. Κι άμα του το δώσεις, αργά ή γρήγορα θα το αγκαλιάσει. Κι άσε μερίδα της κριτικής να ωρύεται για «ταινίες που ακολουθούν τη γνωστή συνταγή». Άμα εκτελεστεί καλά η συνταγή, γλείφεις τα δάχτυλα σου. Και, στην περίπτωση του Τελευταία Εξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ, εκτελέστηκε φανταστικά.