Ο Ντέιμιαν Σαζέλ, ο νεότερος κάτοχος Όσκαρ Σκηνοθεσίας, επιστρέφει, μετά το «La La Land», με ένα στοχαστικό, περίτεχνο, μακρύ και βαρύ πορτρέτο του Νιλ Άρμστρονγκ από τη Γη στη Σελήνη, βγαλμένο από παλιότερη εποχή.

 

Η είδηση είναι πως ο Ντέιμιαν Σαζέλ δεν σκηνοθέτησε ταινία με επίκεντρο τη μουσική. Μετά από 3 συναπτούς και κλιμακούμενα θριαμβευτικούς γάμους της εικόνας και της αφήγησης με τη μουσική, με αποκορύφωμα τον απογειωτικό φόρο τιμής στις γαλλικές και αμερικανικές του ρίζες, το μιούζικαλ «La La Land», το 33χρονο παιδί θαύμα ολοκλήρωσε και παρουσίασε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο επετειακό, 75ο Φεστιβάλ Βενετίας ένα έργο πολύ κοντά στην καρδιά του ‒ μάλιστα, όταν είχε προσεγγίσει για πρώτη φορά τον Ράιαν Γκόσλινγκ ήταν για να του προτείνει το «First Man» και όχι το «La La Land», που είχε ήδη αποκτήσει φήμη ως το πιο καυτό ανεξάρτητο πρότζεκτ στο Χόλιγουντ.

 

Ο Καναδός ηθοποιός δεν χάλασε χατίρι στον άνθρωπο που τον έφερε μια ανάσα από εκείνα τα επεισοδιακά Όσκαρ, αναλαμβάνοντας έναν, κατά τη γνώμη μου, δυσκολότερο ρόλο, αφού κλήθηκε να υποδυθεί ένα τοτέμ της σύγχρονης Ιστορίας των ΗΠΑ, τον πρώτο άνθρωπο που πάτησε στο φεγγάρι, αλλά χωρίς να τον λούσει με την απόμακρη αίγλη του μύθου, ούτε καν του καθαρόαιμου ήρωα.

 

Μετά από 3 συναπτούς και κλιμακούμενα θριαμβευτικούς γάμους της εικόνας και της αφήγησης με τη μουσική, με αποκορύφωμα τον απογειωτικό φόρο τιμής στις γαλλικές και αμερικανικές του ρίζες, το μιούζικαλ «La La Land», το 33χρονο παιδί θαύμα ολοκλήρωσε και παρουσίασε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο επετειακό, 75ο Φεστιβάλ Βενετίας ένα έργο πολύ κοντά στην καρδιά του.

 

Η πρώτη και η τελευταία σκηνή της ταινίας, μακριά από την ατμόσφαιρα της Γης, είναι ίσως οι καλύτερες, πιο έντονες σε σασπένς και συναίσθημα, σε μια ταινία που στο ενδιάμεσο δίωρο ιχνηλατεί έναν οικείο γρίφο, εξερευνώντας τον χαρακτήρα ενός καθόλα ταπεινού, μετρημένου, μάλλον συνηθισμένου, πολύ εσωστρεφούς άνδρα, που οι συγκυρίες και οι ικανότητές του τού χάρισαν τη μοναδική θέση του αρχετυπικού αστροναύτη που διατηρεί στο συλλογικό ασυνείδητο.

 

Οικογενειάρχης με ευαισθησίες, ο Άρμστρονγκ δοκίμασε την τραγωδία όταν έχασε το δεύτερο παιδί, τη μικρή του κόρη, στα πρώτα βήματα της καριέρας του. Ανίκανος να μοιραστεί τη θλίψη του ακόμη και με τη γυναίκα που αγαπούσε σχεδόν συνενοχικά (έξοχη η Κλερ Φόι, που δίνει ένταση στον κλασικό ρόλο της στωικής συζύγου που μονίμως καρτερεί και υπομένει), εξελίχθηκε σε έναν προσηλωμένο μηχανικό που κέρδιζε αθόρυβα τις μικρές μάχες τα πρώτα χρόνια των διαστημικών προγραμμάτων της ΝΑΣΑ, τραβώντας μια νοητή γραμμή στις μικρές χαρές της ζωής.

 

Ο Γκόσλινγκ περισσότερο έχει αφομοιώσει πολύ εύστοχα την ελεγχόμενη συμπεριφορά ενός εκπαιδευμένου σκαπανέα που οφείλει να υπολογίζει τις πιθανότητες και το ρίσκο, την ίδια στιγμή που επιλέγει να αποφύγει την εγκαρδιότητα και τη ζεστασιά στις επαφές με τα παιδιά, τη σύζυγο και τους συνεργάτες, σαν μια σκιά να τον καταδιώκει συνεχώς.

 

Ο Γκόσλινγκ έχει αφομοιώσει πολύ εύστοχα την ελεγχόμενη συμπεριφορά ενός εκπαιδευμένου σκαπανέα που οφείλει να υπολογίζει τις πιθανότητες και το ρίσκο, την ίδια στιγμή που επιλέγει να αποφύγει την εγκαρδιότητα και τη ζεστασιά στις επαφές με τα παιδιά, τη σύζυγο και τους συνεργάτες, σαν μια σκιά να τον καταδιώκει συνεχώς
Ο Γκόσλινγκ έχει αφομοιώσει πολύ εύστοχα την ελεγχόμενη συμπεριφορά ενός εκπαιδευμένου σκαπανέα που οφείλει να υπολογίζει τις πιθανότητες και το ρίσκο, την ίδια στιγμή που επιλέγει να αποφύγει την εγκαρδιότητα και τη ζεστασιά στις επαφές με τα παιδιά, τη σύζυγο και τους συνεργάτες, σαν μια σκιά να τον καταδιώκει συνεχώς

 

Το ενδιαφέρον στην ερμηνεία του, όπως καθοδηγήθηκε επακριβώς από τον Σαζέλ, είναι πως η στάση του αυτή φρενάρει την αλαζονεία και τον ηρωισμό (στον αντίποδα του Άρμστρονγκ φιγουράριζε πάντα ο αεράτος Μπαζ Όλντριν, ο οποίος δεν ξέρει τι σημαίνει χιούμορ, όπως διαπιστώσαμε μετά την εμφάνισή του στο φινάλε του animation «Fly me to the Moon»), αλλά δεν ακυρώνει την όρεξή του για την κατάκτηση ενός τρομερού, ανεπανάληπτου στόχου, κάτι που διαβιβάζεται συνεχώς στην ταινία, ακόμη και σε σεναριακούς πλεονασμούς.

 

Διότι μπορεί αυτήν τη φορά ο Σαζέλ να μην καταπιάστηκε με τη μουσική, αλλά το καταπληκτικό μοντάζ του Τομ Σκοτ μαζί με τη λυρική, πυκνή μουσική επένδυση του Τζάστιν Χέρβιτς, μόνιμων συνεργατών του, αμφότερων βραβευμένων με Όσκαρ, δημιουργούν ρυθμικές αυξομειώσεις και ολόκληρες σεκάνς που δίνουν πνοή σε μια μάλλον βαριά, παλιομοδίτικη ταινία.

 

Δεν είναι τυχαίο που στο παρελθόν είχε προσπαθήσει ο Κλιντ Ίστγουντ να διασκευάσει το βιβλίο του Τζος Σίνγκερ και πως τώρα, πίσω από την παραγωγή, βρίσκεται ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο οποίος έχει αποδείξει πολλάκις την αγάπη του για το πολύπαθο χρονικό της κατάκτησης του Διαστήματος.

 

 

 Το τρέιλερ της ταινίας «First Man»

 

Η ψυχή του «First Man» είναι αγκυροβολημένη σε μια άλλη εποχή και η διπλή αποστολή του Σαζέλ, δηλαδή να σπάσει το κουκούλι ενός φαινομενικά απλού μηχανικού και αεροναυπηγού αλλά και να αναπαραστήσει τις αφάνταστες δυσκολίες μέχρι να φτάσει στον στόχο του, δεν εκτοξεύει πραγματικά το «First Man», όσο και αν τεχνικά πρόκειται για ένα πλήρες φιλμ. Η οικονομία που ο Σαζέλ στα σίγουρα διαθέτει σε καίριες στιγμές έρχεται συχνά σε αντίθεση με ένα μακρόσυρτο ξεδίπλωμα του κεντρικού χαρακτήρα.

 

Το Φεστιβάλ Βενετίας καυχιέται για τις παγκόσμιες πρεμιέρες των ταινιών που τα πέντε τελευταία χρόνια κατέκτησαν ένα ή και τα δύο μεγάλα Όσκαρ, με το «Gravity», το «Birdman», το «Spotlight», το «La La Land» και τη «Μορφή του Νερού».

 

Φέτος θα πρέπει να περιμένουμε τη συνέχεια μιας εντυπωσιακής συλλογής ταινιών από κορυφαίους σκηνοθέτες στο επίσημο διαγωνιστικό, από τον Γιώργο Λάνθιμο, τους αδελφούς Κοέν, τον Αλφόνσο Κουαρόν, τον Λούκα Γκουαντανίνο και τον Λάσλο Νέμες ως τον Ασαγιάς, τον Ντόνερσμαρκ, τον Μπρέιντι Κόρμπετ, τον Σνάμπελ και τη μοναχική κυρία του προγράμματος, την Τζένιφερ Κεντ, για να δούμε αν θα προκρίνει τον έκτο νικητή