Ο Άρχοντας της Μάντσας: Για τον «Δον Υπαστυνόμο» του Δημήτρη Καρακίτσου

Ο Άρχοντας της Μάντσας: Για τον «Δον Υπαστυνόμο» του Δημήτρη Καρακίτσου Facebook Twitter
Το βιβλίο του Καρακίτσου, το έβδομό του, είναι «ένα σουρεαλιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα», όπως μας πληροφορεί ο υπότιτλός του, και αυτό είναι ταυτόχρονα μια ακριβέστατη περιγραφή και ένα κατάφωρο ψέμα. Φωτ.: Παναγιώτης Κεχαγιάς
0



ΤΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, τον προηγούμενο αιώνα ή τον προ-προηγούμενο, ένας από τους κύριους στόχους της λογοτεχνίας ήταν η κατασκευή μιας πιστευτής πραγματικότητας. Τις περισσότερες φορές αυτή η πραγματικότητα ήταν αναγνωρίσιμη ως η δική μας. Είχε σαλόνια, δάση, κινέζικα παραβάν, ταξίδια στην Ινδία.

Από ένα σημείο και μετά όμως, χάρη στις καινοτομίες που εισήγαγαν οι συγγραφείς εκείνοι που ξόδεψαν την καριέρα τους ολόκληρη –τη ζωή τους– εφορμώντας ξανά και ξανά στους κυκλώπειους ανεμόμυλους του «αναγνωστικού κοινού», υπάρχουν πλέον κι άλλοι τρόποι για να κάνει κανείς λογοτεχνία. Τα πιο ενδιαφέροντα έργα σήμερα δεν είναι αυτά που προσποιούνται ότι λαμβάνουν χώρα σε κάποιον πραγματικό κόσμο, αλλά αυτά που δημιουργούν εντάσεις μεταξύ του πραγματικού και του μη πραγματικού, ανάμεσα στον ρεαλισμό και το αχανές πλέον συμβολικό σύστημα της τέχνης.


Σε αυτό εδώ το σημείωμα θέλω να αναφερθώ σε ένα τέτοιο βιβλίο, τον Δον Υπαστυνόμο του Δημήτρη Καρακίτσου, που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τις εκδόσεις Αντίποδες. Είναι ένα βιβλίο που περίμενα να το διαβάσω καιρό, και με κάθε νέο πράγμα που μάθαινα γι' αυτό οι προσδοκίες μου μεγάλωναν ολοένα και περισσότερο, παρότι η αναγνωστική εμπειρία μου έχει διδάξει –συχνά με υπέρμετρη σκληρότητα– πως οι μεγάλες προσδοκίες για ένα βιβλίο σπάνια δικαιώνονται. Τις περισσότερες φορές έπεται μια χλιαρή απογοήτευση. Οφείλω λοιπόν να παραδεχτώ ότι οι προσδοκίες μου για τον Δον Υπαστυνόμο έφτασαν να έχουν το μέγεθος της ιβηρικής χερσονήσου.

Ο Δον Υπαστυνόμος είναι ένα υπέροχο, γενναίο, μεγαλόψυχο, σπουδαίο βιβλίο που, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου, αψηφά την περιγραφή. Θα πρέπει να με εμπιστευτείτε, κι όσοι από εσάς το κάνετε, σας ζηλεύω. Θα 'θελα κι εγώ να μπορούσα να ξαναδιαβάσω αυτό το βιβλίο για πρώτη φορά.


Το βιβλίο του Καρακίτσου, το έβδομό του, είναι «ένα σουρεαλιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα», όπως μας πληροφορεί ο υπότιτλός του, και αυτό είναι ταυτόχρονα μια ακριβέστατη περιγραφή και ένα κατάφωρο ψέμα.

Ο Δον Υπαστυνόμος ξεκινά με τον φόνο του Τίο Αρμελίνο, ενός εύπορου κατοίκου σ' ένα χωριό της Μάντσας, το σωτήριο έτος 1942: «Ξημερώνει και ο ξυλοπόδαρος Τίο Αρμελίνο κοιμάται σ' ένα στρώμα από καλαμποκόφυλλα. Η αγαπημένη του κουκουβάγια τσιμπά σκουλήκια από την ανοιχτή του χούφτα. Ένα θαμπό κάρβουνο στο μαγκάλι ρίχνει τις τελευταίες του κοφτερές σαϊτιές».

Κατόπιν, ο υπνοβάτης Ιαβέρης Κούγκατ Περφίντια, ο ανιψιός του δολοφονημένου, προσλαμβάνει, ενώ υπνοβατεί, τον Αστόλφο, έναν φτωχό αγρότη και λάτρη των φτηνών αστυνομικών μυθιστορημάτων, για να διαλευκάνει το έγκλημα. Ακολουθεί μια εντελώς αξιοπρεπής αστυνομική πλοκή στο πνεύμα του Ρέιμοντ Τσάντλερ ή του Ζορζ Σιμενόν, με τις αναμενόμενες ανατροπές, τα κυνηγητά και τους πυροβολισμούς, τις μοιραίες γυναίκες, τα σπίτια, τους κήπους και τα δωμάτια, τα ποτά, τα μπαρ βυθισμένα στον καπνό, καθώς και τα πολυτελή λασπόλουτρα που περιμένουν βαθιά μέσα στα έγκατα της γης – όλες εκείνες τις μάσκες και τα σκηνικά δηλαδή που κάποιο δαιμόνιο, μάλλον γαλλικό πρακτορείο ενοικιάζει έναντι λογικού αντιτίμου στους απανταχού συγγραφείς αστυνομικών.

Το βιβλίο έχει αρχή, μέση και τέλος, και στέρεους καλοσχηματισμένους χαρακτήρες. Όμως, ακούω ήδη από τις τελευταίες σειρές, στο πίσω μέρος της αίθουσας, κάποιον οξυδερκή αναγνώστη ή αναγνώστρια να λέει: «Συγγνώμη, μπορείτε να επαναλάβετε λίγο αυτό που είπατε για τα πολυτελή λασπόλουτρα;», στο οποίο εγώ απαντάω: «Μα βεβαίως, πρόκειται για το σημείο στο οποίο ο Αστόλφος έχει πάει να παρακολουθήσει τον υπηρέτη Κάντογκαν, και είναι τότε που–». Όμως παραφέρομαι. Αυτά που συμβαίνουν στο βιβλίο θα πρέπει να τα ανακαλύψει ο αναγνώστης από μόνος του.


Ο Δον Υπαστυνόμος χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο ο Καρακίτσος στήνει την σκακιέρα: ο Τίο Αρμελίνο δολοφονείται. Ο Αστόλφος προσλαμβάνεται και πιάνει δουλειά. Ο νεκρός κηδεύεται και οι παρευρισκόμενοι μεταβαίνουν στο κέντρο πένθιμων εκδηλώσεων Το Μουντό Ποίημα. Στο δεύτερο μέρος τα πιόνια αναπτύσσονται στη σκακιέρα. Ο Αστόλφος ερωτεύεται, παίρνει προαγωγή, επιδιορθώνει κάτι υδραυλικά, πάει για κυνήγι. Στο τρίτο μέρος όμως... στο τρίτο μέρος κάποιος σηκώνει τα κομμάτια, καλύπτει τη σκακιέρα με ένα μεταξωτό ύφασμα που πάνω του οι πούλιες μιμούνται τους αστερισμούς.

Συμβαίνει κάτι συγκινητικό: οι πεσσοί ελευθερώνονται, η αφήγηση εκτινάσσεται στον νυχτερινό ουρανό σαν φλεγόμενη σερπαντίνα, η μεγάλη λογοτεχνία κρυφοκοιτά τον αναγνώστη πίσω από τη μαρμάρινη προσωπίδα της. Ας πω μόνο ότι συμμετέχει ένα μηχανικό μέντιουμ, από αυτά που λειτουργούσαν με κερματοδέκτη, κι ότι, αντίθετα με τη συντριπτική πλειοψηφία της λογοτεχνίας, το τρίτο μέρος δεν είναι γραμμένο ούτε στον παρελθόντα ούτε στον ενεστώτα χρόνο. Ας πω μόνο αυτό.


Πάνω στον σκελετό του αστυνομικού μυθιστορήματος, ο Καρακίτσος έχει κρεμάσει αναρίθμητα πανέμορφα πέπλα, καρφίτσες με ημιπολύτιμους λίθους, τουρμπάνια με φτερά, μαντίλια που τραγουδάνε, σαγιονάρες από δέρμα κροκόδειλου, γιλέκα από άψητο κεραμίδι, ράχες ολομέταξων πουλαριών, ιβίσκους και κυκλάμινα κρεμασμένα σε μουστάκια, έχει στήσει ένα πανηγύρι των αισθήσεων τέτοιας έντασης και επινοητικότητας που σπάνια συναντά κανείς στη λογοτεχνία. Με κάποιον ακατανόητο τρόπο οι περιγραφές του –που χρησιμοποιούν τις μεθόδους των υπερρεαλιστών περνώντας τις μέσα από την κρησάρα των πικαρέσκων αφηγημάτων– από στολίδια γίνονται οργανικό μέρος του πράγματος, αξεδιάλυτο μέρος της λογοτεχνικής του ουσίας.

Οι πιστοί αναγνώστες του Καρακίτσου γνωρίζουν ότι είναι ένας μεγάλος ποιητής που τυχαίνει να υπηρετεί την πεζογραφία, και στον Δον Υπαστυνόμο ξεδιπλώνει το πλήρες εύρος της μουσικότητας και της δύναμης του μοναδικού του ύφους. (Σκέφτομαι τώρα πως ίσως το «Ζαΐρ», εκείνη η τιτάνια μινιατούρα στις Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε, ήταν η σχισμή μέσα από την οποία έσκυψα και κοίταξα για να δω στην άλλη πλευρά του τοίχου τον Δον Υπαστυνόμο να αστράφτει).

Ο Γουίλλιαμ Γκας έχει πει ότι η λογοτεχνική γλώσσα είναι γλυπτική με λέξεις, και λίγες φορές έχω συναντήσει έργα που επαληθεύουν αυτήν την ιδέα σε τέτοιο βαθμό, όπως ο Δον Υπαστυνόμος. Οι Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου του Ευγένιου Αρανίτση είναι το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό, με τις ανελισσόμενες μεταλλικές του σπείρες, ή το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, με τις τραχιές πέτρινες επιφάνειές του.

Ο Άρχοντας της Μάντσας: Για τον «Δον Υπαστυνόμο» του Δημήτρη Καρακίτσου Facebook Twitter
Σκίτσο: Χρήστος Καρακίτσος


Όμως ο Δον Υπαστυνόμος δεν είναι ένα μεγάλο βιβλίο μόνο και μόνο επειδή ο Καρακίτσος αναμειγνύει με τα σουρεαλιστικά στοιχεία με τη φόρμουλα του αστυνομικού μυθιστορήματος. Ούτε επειδή είναι ένα γνήσια κωμικό βιβλίο που στιγμές-στιγμές ολισθαίνει και γίνεται απολαυστική φαρσοκωμωδία (ακούγεται πάλι ο οξυδερκής αναγνώστης από το βάθος της αίθουσας: «Απολαυστική φαρσοκωμωδία; Contradictio in terminis!» «Κι όμως», απαντάω, «κι όμως...»). Ούτε επειδή μέσα σ' όλα αυτά εμφανίζεται και ο συγγραφέας να μας πει δυο κουβέντες για τον ήρωά του. Ούτε ακόμα επειδή κάτω από όλα αυτά τα πέπλα, στο κέντρο της σκαλωσιάς, το βιβλίο κρύβει μια μεγάλη καρδιά, μια βαθιά ανθρωπιά που αποδεικνύεται πέρα ως πέρα συγκινητική. Ένα μόνο από τα παραπάνω θα ήταν μια δύσκολη αποστολή για οποιονδήποτε συγγραφέα.

Όλα μαζί κανονικά θα έπρεπε να έχουν ως αποτέλεσμα μια διασκεδαστική, ίσως και έντιμη αποτυχία, μια παράφωνη ορχήστρα που παίζει τη Σουίτα σε ρε μινόρε του Μπουξτεχούντε πάνω σε μονόκυκλα, την οποία το κοινό χειροκροτά με μεγαλοψυχία καθώς τα μέλη της πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο, για την προσπάθεια και μόνο, για την τόλμη. Για να πετύχει ένα τέτοιο σχέδιο, με όλα αυτά τα συστατικά στις ιδανικές αναλογίες, απαιτείται ένας αριστοτέχνης μαέστρος συγγραφέας, που δεν νιώθει φόβο, που ενώ διευθύνει παίζει τούμπα και τίμπανι, πρώτο βιολί, τσέμπαλο και βιόλα ντα γκάμπα – με τα μάτια κλειστά και το ένα χέρι δεμένο πίσω από την πλάτη του: ο Δημήτρης Καρακίτσος που γράφει τον Δον Υπαστυνόμο.

Υπάρχει η άποψη ότι ένα βιβλίο για να είναι σπουδαίο πρέπει να αναγνωριστεί, να καταξιωθεί σε κοινό και κριτικούς. Αυτή είναι μια θέση με την οποία κάποιες μέρες συμφωνώ – υπό όρους. Όμως πιστεύω επίσης ότι ένα βιβλίο είναι αυθύπαρκτα σπουδαίο. Όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το κάνουν σημαντικό είναι εκεί, ενυπάρχουν στο κείμενο, τυπωμένα με την αλφάβητο που μάθαμε στην Α΄ δημοτικού. Ο οποιοσδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή, αύριο, μεθαύριο ή εφτά δεκαετίες μετά, μπορεί να ανοίξει το βιβλίο – κι αν έχει μάτια, θα δει.

«Ευλογημένες οι λέξεις που περιμένουν τον αναγνώστη τους για χρόνια», έχει γράψει ο Ευγένιος Αρανίτσης, και, όπως πάντα άλλωστε, έχει απόλυτο δίκιο. Κι εγώ, από λαχτάρα και λύσσα και μόνο, θα προσθέσω: «Και τυχερές εκείνες που διαβάζονται ενώ λάμπουν ολοκαίνουργιες, δροσερές και φρέσκιες, ανέγγιχτες από την αργή φθορά του χρόνου».

Κι εδώ είναι που φτάνουμε επιτέλους σε εσάς, αγαπητοί αναγνώστες αυτού του προπαγανδιστικού σημειώματος. Μιλάμε συχνά για το «αναγνωστικό κοινό» και τις ανεξιχνίαστες προτιμήσεις του, τα αργά του αντανακλαστικά, τα αστραπιαία του αντανακλαστικά, τους διάφορους τρόπους προσέλκυσης της μακάριας προσοχής του, λες και το αναγνωστικό κοινό είναι μια αγελάδα με χρυσό πέλος που βόσκει αμέριμνη στα λιβάδια της λογοτεχνίας. Πολύ θα ήθελα λοιπόν να μπορούσα να πάω να τη βρω και να στρέψω το ήρεμο και σοφό της βλέμμα σε αυτό το βιβλίο, γιατί πιστεύω ότι το δικαιούται.

Όμως αυτό το όσιο κτήνος δεν υπάρχει. Το αναγνωστικό κοινό δεν υπάρχει. Υπάρχουν αναγνώστες και αναγνώστριες που κάνουν τις λιγοστές επιλογές της κάθε αναγνωστικής χρονιάς με γνώμονα το γούστο, την τύχη, τις συστάσεις φίλων ή κριτικών. Ο Κουρτ Βολφ, ο θρυλικός εκδότης που μεταξύ των πολλών άλλων περγαμηνών του είναι και αυτή που γράφει πάνω ότι ήταν ο πρώτος που εξέδωσε τον Κάφκα, είχε πει ότι υπάρχουν δύο ειδών βιβλία: αυτά που αρέσουν στο κοινό, και αυτά που θα έπρεπε να αρέσουν στο κοινό – και ότι μόνο αυτά τα τελευταία τον ενδιέφεραν.

Αυτός είναι ένας τρόπος να δει κανείς τα πράγματα. Υπάρχουν μέρες που συμφωνώ, και άλλες –όπως σήμερα– που έχω πίστη στους αναγνώστες. Που πιστεύω ότι τελικά αυτό που χρειάζεται είναι κάποιος να πει στους αναγνώστες απερίφραστα τη γνώμη του, χωρίς αστερίσκους και ναι μεν αλλά.

Μίλησα πιο πάνω για τις μεγάλες αναγνωστικές προσδοκίες και πόσο επικίνδυνες είναι. Συνειδητοποιώ επίσης ότι εδώ και περίπου 1.400 λέξεις τις καλλιεργώ, ρίχνω μπόλικο λίπασμα. Όμως θέλω να πω αυτό: Κάτι που συμβαίνει πολύ σπάνια δεν είναι απλώς να επαληθευτούν οι προσδοκίες μας, αλλά οι προσδοκίες που είχαμε και τις νομίζαμε μεγάλες σαν την ιβηρική χερσόνησο να αποδειχτούν τελικά μικρές, όσο ένα φρανκικό κωλοχώρι έξω από τη Μαδρίτη, και ο συγγραφέας να έχει κρύψει πίσω από το εξώφυλλο του βιβλίου του ένα έργο που ξεπερνά και την πιο άγρια αναγνωστική φαντασία – μια Αλάμπρα που πολλαπλασιάζεται σε ολόκληρη τη Γη.

Ένα τέτοιο έργο είναι και ο Δον Υπαστυνόμος, ένα σπάνιο βιβλίο που φτερουγίζει χρυσόφτερο στις κορυφές των δέντρων της λογοτεχνίας, ενώ από κάτω κυλιούνται στα χαμόκλαδα και γκαρίζουν κάτι ασημοπούπουλοι γάιδαροι όπως εγώ τώρα εδώ. Ο Δον Υπαστυνόμος είναι ένα υπέροχο, γενναίο, μεγαλόψυχο, σπουδαίο βιβλίο που, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου, αψηφά την περιγραφή. Θα πρέπει να με εμπιστευτείτε, κι όσοι από εσάς το κάνετε, σας ζηλεύω. Θα 'θελα κι εγώ να μπορούσα να ξαναδιαβάσω αυτό το βιβλίο για πρώτη φορά.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ