EXΩ ΕΝΑΝ ΓΝΩΣΤΟ που μπέρδευε τον Νόρμαν Μέιλερ με τον Άρθουρ Μίλερ κι αυτόν με τη σειρά του με τον Χένρι Μίλερ. Λίγο τα επίθετα, λίγο η σχέση του δεύτερου και η εμμονή του πρώτου με τη Μέριλιν Μονρόε, λίγο η βαρβατίλα και ο μύθος του άντρα ρωμαλέου λογοτέχνη, έγινε η λάθος σύνδεση και βραχυκύκλωσε το σύστημα...

 

«If you really want to get straight / read Norman Mailer or get a new tailor» έλεγε ένα τραγούδι του Lloyd Cole στα μέσα των '80s, στιχάκι αφιερωμένο στον συγγραφέα που, όσο ζούσε, έφερε περήφανος ως τραύματα μάχης (ή ως παράσημα, όπως το δει κανείς) όλα τα σύνδρομα, τα συμπλέγματα και τις έξεις του Νέου Άντρα, του Νέου Δημοσιογράφου, του Νέου Διανοούμενου.

 

Ζωντανό (και εκρηκτικό) κοκτέιλ αντιθέσεων, ο Μέιλερ ήταν άνετος, μάτσο («οι ναοί είναι για τις γυναίκες, όχι για τους άντρες» είχε δηλώσει στην αρχή της καριέρας του, εκκινώντας έτσι τη διαμάχη του με το φεμινιστικό κίνημα που κράτησε ως το τέλος), πολυγαμικός, προοδευτικός, αντιδραστικός, συγγραφέας που θαύμαζε πιο πολύ απ' όλους τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι, πατερούλης της Νέας Δημοσιογραφίας (μαζί με τον Τομ Γουλφ, τον Τρούμαν Καπότε και την Τζόαν Ντίντιον), οπαδός των σπορ και λάτρης της πυγμαχίας, αντιεξουσιαστής αλλά και υποψήφιος δήμαρχος της Νέας Υόρκης.

 

Είναι χαρακτηριστικό το πορτρέτο που του είχε κάνει η Νταιάν Άρμπους, με τον Μέιλερ να έχει ξαπλάρει σε πόζα «μαγκιάς και τεστοστερόνης» με το πόδι στο μπράτσο της πολυθρόνας. Ο ίδιος είχε δηλώσει άλλωστε: «Οι συγγραφείς που διαθέτουν σωματική χάρη γίνονται καλύτεροι συγγραφείς από τους σωματικά ατσούμπαλους. Αυτή είναι η θεωρία μου και δεν έχω καμιά διάθεση να επιχειρήσω να την αποδείξω», ενώ όταν τον είχαν ρωτήσει ποιο θεωρούσε το ιδανικό αναγνωστικό κοινό, είχε απαντήσει: «Αυτό που δεν διαθέτει παράδοση και σημεία αναφοράς για να μετρά τις εμπειρίες του, αλλά βασίζεται αποκλειστικά στην ένταση και την καθαρότητα της εσωτερικής του ζωής».

 

Από τη στιγμή που οι hipsters ζουν με το μίσος τους, πολλοί απ' αυτούς αποτελούν εν δυνάμει καταδρομείς που μπορούν ανά πάσα στιγμή να τεθούν στη διάθεση ενός χαρισματικού ηγέτη, αν αυτός μεταφράσει τις αιμοσταγείς ιδέες του σε μια γλώσσα που να αγγίζει το συναισθηματικό κόσμο τους. 

 

Ακριβώς πενήντα χρόνια πριν, το φθινόπωρο του '57, ο Νόρμαν Μέιλερ είχε δημοσιεύσει το περίφημο κείμενό του με τίτλο «Ο Λευκός Νέγρος», μια ανάλυση υπό τη μορφή μανιφέστου της ψυχοπαθολογίας του «hipster», του ψαγμένου δηλαδή μποέμ υπαρξιστή σκοταδόψυχου – τύπου που έκανε την εμφάνισή του εκείνα τα χρόνια και στοιχειώνει ακόμα τις μητροπόλεις του πλανήτη με τη μαυροφορεμένη συνήθως φιγούρα και την εστέτ κινησιολογία του:

 

«...Υπάρχει μια βαθιά απελπισία σ' αυτή την κατάσταση που επιτρέπει σε κάποιον να παραμένει ζωντανός μόνο όταν εναγκαλίζεται το θάνατο, η ανταμοιβή όμως έρχεται με τη γνώση ότι αυτό που συμβαίνει σε κάθε στιγμή του ηλεκτρικού παρόντος είναι καλό ή κακό για τον hipster, καλό ή κακό για τον Σκοπό του, τον έρωτα, τη δράση, τις ανάγκες του. Αυτή ακριβώς η γνώση είναι που τροφοδοτεί την περίεργη συναισθηματική κοινότητα στον κόσμο του hipster, ένα είδος μουγκής αλλά cool θρησκευτικής θέρμης. Το στοιχείο όμως που είναι πιο συναρπαστικό, αλλά και ενοχλητικό, και εφιαλτικό ίσως, είναι ότι σε μια τέτοια κατάσταση, τα πλέον ασύμβατα πράγματα ξαπλώνουν στο ίδιο κρεβάτι: η εσωτερική ζωή και η βίαιη ζωή, το όργιο και το όνειρο της αγάπης, ο πόθος του φόνου και ο πόθος της δημιουργίας, μια διαλεκτική αντίληψη της ύπαρξης μαζί με μια λαγνεία για την εξουσία, μια σκοτεινή, ρομαντική κι όμως αναντίρρητα δυναμική οπτική της ύπαρξης, η οποία παρακολουθεί κάθε άντρα και γυναίκα να κινείται αυτόνομα ανά πάσα στιγμή της ζωής προς την εξέλιξη ή να οπισθοδρομεί προς το θάνατο... Η αγωνία του hipster είναι να μη νικηθεί. Δεν του παραχωρείται το δικαίωμα να γεράσει με χάρη, αφού από νεαρή ηλικία είναι όμηρος του πιο παλιού ονείρου εξουσίας, καταδικασμένος να αναζητά αιωνίως τη χρυσή πηγή της νιότης, εκεί όπου το χρυσάφι είναι πάντα στον οργασμό. Από τη στιγμή που οι hipsters ζουν με το μίσος τους, πολλοί απ' αυτούς αποτελούν εν δυνάμει καταδρομείς που μπορούν ανά πάσα στιγμή να τεθούν στη διάθεση ενός χαρισματικού ηγέτη, αν αυτός μεταφράσει τις αιμοσταγείς ιδέες του σε μια γλώσσα που να αγγίζει το συναισθηματικό κόσμο τους. Εξαιτίας της θέσης του ως ψυχικά απόκληρου στο κοινωνικό σύστημα, ο hipster είναι εξίσου υποψήφιος μαχητής τόσο για τα πιο ριζοσπαστικά όσο και για τα πιο αντιδραστικά κινήματα...»

 

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1962, στην «κλασική» συνέντευξη περί της «τέχνης του λόγου» που έδινε (και δίνει) κάθε αναγνωρισμένος συγγραφέας στο λογοτεχνικό περιοδικό «Paris Review», ο Μέιλερ δήλωνε ότι «η βαρεμάρα είναι πολύ μεγαλύτερος σφαγέας της ύπαρξης από οποιονδήποτε πόλεμο», για να καταλήξει με τα παρακάτω λόγια:

 

«Μερικές φορές αισθάνομαι μάρτυρας ενός τεράστιου ανταρτοπόλεμου που συμβαίνει με τρόπαιο τον ανθρώπινο νου, κομμουνιστής εναντίον κομμουνιστή, καπιταλιστής εναντίον καπιταλιστή, καλλιτέχνης εναντίον καλλιτέχνη. Τα ρίσκα είναι πολύ μεγάλα. Θα σπαταλήσουμε τελικά τα καλύτερα μυστικά μας ή θα βοηθήσουμε στην απελευθέρωση ενός νέου είδους ανθρώπου; Είναι μεθυστικό και μόνο να το σκέφτεσαι. Υπάρχει μια πλούσια ανταμοιβή που περιμένει αυτόν που θα είναι όσο καλός και γενναίος χρειάζεται για να φτάσει εκεί».