ΤΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΣΙΡΙΑΛ
 Unorthodox του Netflix που κέρδισε τις εντυπώσεις βασίστηκε στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Ντέμπορα Φέλντμαν, η οποία αποφάσισε να εγκαταλείψει την υπερ-ορθόδοξη χασιδική κοινότητα Σάτμαρ στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, ζητώντας καταφύγιο στην Ευρώπη. Μέσα από το βιβλίο όχι μόνο διαβάζουμε τι σημαίνει να ζει κανείς σε ένα απόλυτα ασφυχτικό περιβάλλον αλλά και μαθαίνουμε πολλά για μια κοινότητα που γράφει τη δική της ιστορία.

 

Όπως σημειώνει η ίδια η συγγραφέας για τους Χασιδιστές Εβραίους στον πρόλογο της: «Οι Χασιδιστές Εβραίοι στην Αμερική στράφηκαν με ζήλο σε μια κληρονομιά που ήταν στα πρόθυρα της εξαφάνισης, φορώντας παραδοσιακά ενδύματα και μιλώντας μόνο στα γίντις όπως και οι προπάτορές τους. Πολλοί από αυτούς ήταν συνειδητά αντίθετοι στη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, θεωρώντας ότι η γενοκτονία των Εβραίων ήταν η τιμωρία τους για την αφομίωσή τους και τον Σιωνισμό.

 

»Πάνω απ' όλα, ωστόσο, οι Χασιδιστές Εβραίοι επικεντρώθηκαν στην αναπαραγωγή, θέλοντας να αντικαταστήσουν το πλήθος εκείνων που είχαν αφανιστεί και να αυξήσουν πάλι τον πληθυσμό τους. Μέχρι σήμερα, οι χασιδικές κοινότητες εξακολουθούν να αναπτύσσονται ταχύτατα, κάτι που θεωρείται ως η απόλυτη εκδίκηση εναντίον του Χίτλερ».

 

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2012 και έγινε αμέσως το απόλυτο μπεστ σέλερ. Στα ελληνικά θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος σε μετάφραση Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

 

Ο Μόσε μου κλείνει το στόμα με το χέρι του και νιώθω στα χείλη μου τον αλμυρό του ιδρώτα. Με σπρώχνει προς το πάτωμα, το ένα του χέρι στον ώμο μου, το άλλο του χέρι στη μέση μου. Θυμάμαι τον κρίκο με τα κλειδιά και τον χρησιμοποιώ τώρα, κοπανώντας τα κλειδιά στη λεκάνη του Μόσε, σπρώχνοντάς τα στα τυφλά πάνω του.

 

Τον Ιούνιο το Σάμπας διαρκεί περισσότερο, και αυτή την εβδομάδα περνάω το απόγευμα ξαπλωμένη στον καναπέ εξαιτίας ενός μυστηριώδους πόνου στην κοιλιά που δεν μειώνεται με τη συνήθη δόση αντιόξινων της Μπάμπυ. Ο Ζάιντυ δεν λέει την ευλογία της havdalah πριν από τις 10.30 το βράδυ του Σαββάτου, αλλά στις 11.00 έρχονται από το Μπόροου Παρκ η Ραχήλ και ο Τόβιε με τα παιδιά τους για το Melaveh Malkah, το γεύμα μετά το Σάμπας. Παίρνω μερικά Tylenol και ο πόνος αμβλύνεται σ'έναν αχνό χτύπο μες στο στομάχι μου, και σωροί από σαβούρες και κάθομαι με τα ξαδέλφια μου στην τραπεζαρία για τηγανητά αυγά και σαλάτα, ενώ τον Μόσε τον έχουν στείλει στην kosher πιτσαρία στη Λεωφόρο Μάρσυ, όπου τα βράδια του Σαββάτου η ουρά συνήθως φτάνει ως έξω στον δρόμο.

 

Όταν ο Μόσε επιστρέφει, με το μεγάλο λαδωμένο χάρτινο κουτί στα χέρια του, ο Ζάιντυ και ο Τόβιε έχουν ήδη βυθιστεί σε μια ταλμουδική συζήτηση, και μόλις μοιράσω την πίτσα στα παιδιά, ο Ζάιντυ μου κάνει νόημα να πάω κοντά του. Θέλει να κατέβω στο κελάρι και να φέρω ένα κρασί Βουργουνδίας, ένα Kedeme, με την κίτρινη ετικέτα. Διστάζω. Φοβάμαι να κατέβω κάτω μόνη μου μες στο σκοτάδι. Ξέρω πως στο κελάρι υπάρχουν αρουραίοι: καμία φορά ακόμα κι αδέσποτες γάτες τρυπώνουν μέσα και παίζουν μαζί τους τα φονικά τους παιχνίδια.

 

"Δεν θέλω να πάω μόνη μου", λέω.

 

"Εντάξει, λοιπόν θα έρθει και ο Μόσε μαζί σου. Κοίτα όμως να φέρεις το σωστό μπουκάλι. Μόσε! Πήγαινε με την Ντεβόιρε στο κελάρι κι άναψέ της το φως για να βλέπει. Να τα κλειδιά". Και του δίνει τον βαρύ κρίκο του με τα κλειδιά από κάθε κλειδαριά του σπιτιού.

 

Ο Μόσε κι εγώ κατεβαίνουμε αργά τους τρεις ορόφους ως το κελάρι, ο τελευταίος όρος τυλιγμένος στο σκοτάδι και νομίζω σε ιστούς αράχνης. Μυρίζω το αποσμητικό που χρησιμοποιεί, δυνατό και οξύ, παρόλο που υποτίθεται ότι πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο άοσμα προιόντα. Τα βήματά του αντηχούν πιο βαριά από τα δικά μου. Αναρωτιέμαι γιατί μας άφησε ο Ζάιντυ να κατέβουμε μόνοι μας στο κελάρι. Είμαι σίγουρη ότι είναι αντίθετο με τους κανόνες, αλλά ο Ζάιντυ δεν θα μας το επέτρεπε ποτέ αν όντως ήταν, οπότε υποθέτω είναι εντάξει. Ο Μόσε ψαχουλεύει στον πίνακα με τις ασφάλειες, προσπαθώντας στα σκοτεινά να βρει τον σωστό διακόπτη. Επιτέλους ένα αδύναμο πορτοκαλί φως αναδίδεται από τους γλόμπους που κρέμονται κατά μήκος των σωλήνωνω στο ταβάνι και φωτίζει το υγρό κελάρι. Οι σωροί από σαβούρες φαίνονται πιο καθαρά τώρα-παλιές βαλίτσες στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη, ένα αρχαίο καροτσάκι που του λείπει η μια ρόδα, παλιά στρώματα-και στο βάθος το κιβώτιο με τα κρασιά.

 

Ακόμα και με αυτόν τον υποτυπώδη φωτισμό δεν βλέπω πολύ καλά, και βγάζω το ένα μπουκάλι μετά το άλλο, ψάχνοντας για το κρασί Βουργουνδίας που μου κρύβεται, ενώ ο Μόσε, αντί να κάνει κάτι για να βοηθήσει, βηματίζει πάνω κάτω πίσω μου.

 

Νομίζω βρήκα το σωστό, Kedem Βουργουνδίας, κίτρινη ετικέτα. Μισοκλείνω τα μάτια κοιτώντας το για να σιγουρευτώ, έπειτα το δίνω στον Μόσε.

 

"Όρίστε. Πήγαινέ το πάνω. Θα σβήσω εγώ τα φώτα και θα κλειδώσω"

 

Ο Μόσε παίρνει το μπουκάλι από το χέρι μου και το αφήνει κάτω στο πάτωμα.

 

"Τι κάνεις; Είναι από τσιμέντο αυτό το πάτωμα! Μπορουσες να σπάσεις το μπουκάλι! Ο Ζάιντυ θα γίνει έξω φρενών!" Απλώνω το χέρι να πιάσω το μπουκάλι, αλλά ο Μόσε με αρπάζει κι από τους δυο καρπούς. "Τι-τι κάνεις;" Η φωνή μου σπάει.

 

Αισθάνομαι να με σπρώχνει προς τον τοίχο, και δεν παλεύω, τα χέρια μου έχουν παραλύσει από το σοκ. Στο ένα μου δάχτυλο κρέμεται ακόμα ο βαρύς κρίκος με τα κλειδιά. Έτσι όπως στέκει τόσο κοντά μου, η ανάσα του στο μέτωπό μου να μυρίζει σάλτσα ντομάτα, το σώμα του Μόσε μου φαίνεται αναπάντεχα ψηλό και συμπαγές. Η λαβή του στους καρπούς μου είναι σφιχτή και πονάω, και τους πήχεις μου τους νιώθω εύθραυστους, σαν κλαράκια. Εγώ, που μπορώ να σηκώσω μόνη μου ένα αιρκοντίσιον και να το ανεβάσω έναν ολόκληρο όροφο.

 

Χαχανίζω νευρικά. Σκανάρω το πρόσωπό του για να καταλάβω αν όλο αυτό είναι απλώς ένα χαζό παιχνίδι που παίζει, αυτό το κακό αγόρι που το διώξανε από τη yeshiva και θέλει να με τρομάξει μες στο κελάρι. Αλλά το πρόσωπό του δεν είναι χαλαρό, δεν έχει το συνηθισμένο υφάκι που παίρνει όταν κάτι αδιάφορο τον διασκεδάζει. Τα σαγόνια του είναι όλο ένταση, τα μάτια του στενεμένα.

 

Σηκώνω το γόνατό μου για να τον κλοτσήσω, αλλά μου ακινητοποιεί τα πόδια κολλώντας τα στον τοίχο με τους δυνατούς του μηρούς, συντρίβοντας με το βάρος του. Με το ένα του χέρι σηκώνει τους καρπούς μου πάνω από το κεφάλι μου, ενώ με το άλλο προσπαθεί να πιάσει το φερμουάρ του φορέματός μου. Το τραβάει προς τα κάτω με μια γρήγορη κίνηση, κι εγώ σκύβω μπροστά αντανακλαστικά για να κρυφτώ, ουρλιάζοντας αυτή τη φορά.

 

"Σταμάτα! Σε παρακαλώ, σταμάτα! Τι κάνεις; είσαι τρελ-;"

 

Ο Μόσε μου κλείνει το στόμα με το χέρι του και νιώθω στα χείλη μου τον αλμυρό του ιδρώτα. Με σπρώχνει προς το πάτωμα, το ένα του χέρι στον ώμο μου, το άλλο του χέρι στη μέση μου. Θυμάμαι τον κρίκο με τα κλειδιά και τον χρησιμοποιώ τώρα, κοπανώντας τα κλειδιά στη λεκάνη του Μόσε, σπρώχνοντάς τα στα τυφλά πάνω του.

 

Η κοφτερή άκρη ενός κλειδιού τον πετυχαίνει στο μαλακό υπογάστρια κι εγώ σκάβω και το στριφογυρνώ, ο καρπός μου είναι το μόνο μου μέλος με μια στάλα ελευθερία κίνησης, και την εξαντλώ όλη, ακόμα και όταν τον ακούω να μουρμουρίζει επίθετα μες στ' αυτί μου. Το σώμα του συστρέφεται από πάνω μου, απομακρύνεται ελαφρώς καθώς ψάχνει για το όπλο στο χέρι μου. Μουγκρίζω σιγανά καθώς χώνω το κλειδί γρήγορα και βαθιά στη λεκάνη του, και τώρα εκείνος τινάζεται μακριά μου, με τα χέρια του να σφίγγουν την κοιλιά του, βογγώντας.

 

Κλείνω ως επάνω το φερμουάρ μου καθώς ξεφεύγω, τρεκλίζοντας ανάμεσα απ' τους σωρούς με τις σαβούρες, ανεβαίνω σκουντουφλώντας με θόρυβο τα ξύλινα σκαλοπάτια που τρίζουν και φτάνω στο φωτισμένο ισόγειο. Έχω ξεχάσει το κρασί.

 

Στον πάνω όροφο προσπερνώ την τραπεζαρία και προσπαθώ να τρυπώσω το δωμάτιο μου, αλλά ο Ζάιντυ με βλέπει και με φωνάζει. "Nu, Ντεβόρε!" Με κοιτάζει με προσμονή. "Έφερες το κρασί;"

 

Κουνάω το κεφάλι μου ήρεμα. "Το έδωσα στον Μόσε", λέω.

 

Και πράγματι, ο Μόσε μπαίνει λαχανιασμένος από την πόρτα, με το κρασί Βουργουνδίας στο χέρι, αφήνοντας το πάνω στο τραπέζι με το χαρακτηριστικό του χαμόγελο σαν να μη συνέβη τίποτα. Στρέφει και με κοιτάζει, το βλέμμα του εξουσιαστικό, με κάτι από περηφάνια και δύναμη κρυμμένο στα μάτια του, κι εγώ γυρίζω την πλάτη να φύγω μακριά του, με τα χέρια να σφίγγουν τα μάγουλά μου να καίνε.

 

Δεν ανάβω το φως στο δωμάτιο μου, ξαπλώνω μες στον απόλυτο σκοτάδι, το οποίο δεν σπάει παρά μόνο από το αδύναμο πορτοκαλί φως της λάμπας του δρόμου έξω από το παράθυρό μου που με τις σκιές από τα κλαδιά του σφενδάμου φτιάχνει παράξενα σχήματα στον τοίχο του στενού δωματίου μου. Διατρέχω με τα χέρια μου στο κορμί του, σέρνοντας τα δάχτυλά μου από τον λαιμό μου, ανάμεσα στα στήθη μου και πάνω στο στομάχι μου, προσπαθώντας να ανακαλύψω αν αυτό το μυρμήγκιασμα που νιώθω να με καίει εκεί μέσα φτάνει μέχρι το δέρμά μου, όπως νιώθουμε τη ζέστη του πυρετού. Το δέρμα μου είναι δροσερό και απαλό και ήρεμο. Μένω στο κρεβάτι ξαπλωμένη, ακόμα κι όταν σιγά σιγά οι ήχοι από την τραπεζαρία αρχίζουν να σβήνουν κι ακούω τα βαριά βήματα των καλεσμένων στη σκάλα και τις δυο εξώπορτες που βγάζουν στο δρόμο. Ακούω τον Τόβιε να μπαίνει στο αυτοκίνητο και, ένα λεπτό αργότερα, το μεγάλο μπλε Dodge Durango να μουγκρίζει μέσα στην ησυχία της νύχτας.

 

Ακούω την Μπάμπυ να ετοιμάζεται για ύπνο, τον Ζάιντυ που μελετάει μόνος του στην τραπεζαρία, και επιτέλους τον Μόσε να πηγαίνει στο δωμάτιό του κατά τις δυο τη νύχτα. Μένω ξύπνια για πάρα πολλή ώρα, με τα χέρια μου ακουμπισμένα στο στομάχι μου, χωρίς ακόμα να έχω βγάλει τα ρούχα μου, στήνοντας αυτί για να ακούσω κάτι, αλλά από το δικό μου στόμα δεν βγαίνει ούτε ανάσα. Τα ξημερώματα με παίρνει τελικά ο ύπνος.