«ΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΡΩΣΤΟΙ καταφεύγουν συχνά στην Αγία Γραφή και μερικοί Έλληνες στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Καθώς ο ελληνικός κόσμος χαλαρώνει στην ασφυκτικά αναπαυτική αγκαλιά της φανταστικής ευρωπαϊκής κοινότητας, αυτού του πολυσυλλεκτικού κατασκευάσματος που στηρίζεται στην αναγκαιότητα της οικονομίας κι όχι εκείνη του συναισθήματος, ο Παπαδιαμάντης θα έπρεπε να απομακρύνεται και να χάνεται από τα μάτια μας. Κι όμως λάμπει περισσότερο από ποτέ κι αυτό συμβαίνει παρά τη θέλησή μας· η παρουσία του αφήνει ένα ανεξίτηλο χνάρι»...

 

Αυτό, ανάμεσα σε άλλα, έγραφε ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993) σε ένα από τα τελευταία κείμενά του, προτρέποντάς μας «να πλησιάσουμε εμείς τον Παπαδιαμάντη και όχι να προσπαθήσουμε να τον φέρουμε στα μέτρα μας». Αυτό επιχείρησε και ο Κωστής Παπαγιώργης (1947-2914) στο «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ» και δεν είναι τυχαίο ότι ολοκλήρωνε το βιβλίο του μνημονεύοντας τον Βακαλόπουλο.

 

Διαβάζοντας το «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ», ο σημερινός αναγνώστης, ο τόσο αποξενωμένος από τον κόσμο του Σκιαθίτη, δεν καλύπτει μόνο κενά της παιδείας του. Ανακαλύπτει κάτι άκρως συκοφαντημένο: την ελληνική ψυχή. 

 

Πώς όμως να πλησιάσουμε τον Παπαδιαμάντη, αν πρώτα δεν κατανοήσουμε ποιοι είμαστε εμείς; Πώς να καταλάβουμε τον παπαδιαμαντικό κόσμο (έναν κόσμο θρησκευόμενο κι ευάλωτο, πεπεισμένο ότι όλα τα κακά έρχονται απ' έξω), πώς να εξηγήσουμε την προσήλωση του συγγραφέα στη μικρή νησιωτική κοινότητα (όπου συνωστίζονται ένα σωρό ναυάγια της ζωής), πώς ν' ανοίξουμε το θησαυροφυλάκιο της γλώσσας του (όπου τ' αρχαία, τα βυζαντινά και τα νέα ελληνικά αφομοιώνονται αρμονικά), αν δεν γνωρίζουμε ποια είναι η ιστορία μας, ποια η καταγωγή μας, ποια τα ιδεολογήματα που μας ακολουθούν μέχρι σήμερα;

 

Να κάτι ακόμα που δεν είναι τυχαίο: προτού καταπιαστεί ο Παπαγιώργης με την προσωπικότητα και το έργο του Σκιαθίτη συγγραφέα, σκιαγραφεί την εποχή του, το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο έζησε και έγραψε. Είναι τα χρόνια που ακολουθούν την Επανάσταση του '21. Η εποχή που το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, με την... ευγενική βοήθεια της Δύσης, εφευρίσκει την Ιστορία του. Αναζητά τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα, παρακάμπτοντας την ύπαρξη του απίθανου βυζαντινο-οθωμανο-βαλκανικού αμαλγάματος που έχει σχηματιστεί στη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου, και παράλληλα ξεπλένει τη γλώσσα του από τις προσμείξεις και τις νοθεύσεις των προηγούμενων αιώνων. Η στάση του Παπαδιαμάντη είναι σαφής: ανάμεσα στους υποστηρικτές του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της εθνικής αναγέννησης από τη μια, και τους υποστηρικτές της συσπείρωσης κάτω από τις φτερούγες της Ορθοδοξίας από την άλλη, έχει διαλέξει να πορευτεί με τους δεύτερους.

 

Ο Παπαδιαμάντης, ωστόσο, όπως θυμίζει ο Παπαγιώργης, δεν θα αναφερθεί ποτέ ούτε στην Πόλη, ούτε στο Πατριαρχείο, ούτε στην Επανάσταση. Προσηλώνεται στη μικρή κοινότητα της πατρίδας του, αναζητώντας εκεί το αυθεντικό ήθος και τη γνήσια θρησκευτικότητα. Καταγράφει την τραχύτητα των ηθών, απολαμβάνοντας σε όλες της τις εκφάνσεις την ανθρώπινη ατέλεια. Κι όλα αυτά μ' έναν τρόπο που δεν αφήνει καμιά γλώσσα παραγκωνισμένη. «Γράφοντας για οικεία καθημερινά πρόσωπα σε μια γλώσσα που τους ήταν ανοίκεια και ακαταλαβίστικη, στην πραγματικότητα απευθυνόταν όχι μόνο στους ίδιους τους Σκιαθίτες, αλλά σε άλλους, στο εγγράμματο κοινό της Αθήνας και του εν γένει Ελληνισμού» σημειώνει ο Παπαγιώργης. Αντλεί το υλικό του απ' τις καρδιές των ηττημένων, των δειλών, των άπραγων, των αλκοολικών, των «ξεχωρισμένων» από τον κόσμο, και ταυτόχρονα νιώθει με τη σειρά του παρείσακτος, «ένας λογοτεχνικός προδότης που κάνει βούκινο τις ιστορίες του χωριού»...

 

Τα παιδικά χρόνια του Παπαδιαμάντη, οι αδυναμίες και τα πάθη του, οι πρώτες συγγραφικές του απόπειρες, το πέρασμά του από το μυθιστόρημα στο διήγημα, η πινακοθήκη των ηρώων του, η αντιμετώπιση που είχε το έργο του («όταν ένας συγγραφέας είναι πραγματικά μεγάλος, τόσο που να μη χωρά στα όρια της εποχής, είναι συναρπαστικό πόσο ερεθίζει τη μικρόνοια και τη στενοκεφαλιά»), το αδιέξοδο της μετάφρασής του, όχι μόνο στα νεοελληνικά αλλά και σε άλλες γλώσσες, η σχέση του με το Κακό (όπως διαγράφεται μέσα από τη «Φόνισσα»), όλα έχουν τη θέση τους στο μεστό και εξομολογητικό –όπως όλα του- δοκίμιο του Παπαγιώργη. Διαβάζοντας το «Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ», ο σημερινός αναγνώστης, ο τόσο αποξενωμένος από τον κόσμο του Σκιαθίτη, δεν καλύπτει μόνο κενά της παιδείας του. Ανακαλύπτει κάτι άκρως συκοφαντημένο: την ελληνική ψυχή.