Τι είναι σεξ;

Zupancic Alenka

 

«Αυτήν τη στιγμή δεν γαμάω, μιλάω σε εσάς. Ε, λοιπόν, ναι! Νιώθω ακριβώς την ίδια ικανοποίηση που θα ένιωθα αν γαμούσα». Το κλασικό παράδειγμα που προτείνει ο Λακάν για να υποστηρίξει ότι η μετουσίωση είναι ικανοποίηση της ενόρμησης χωρίς απώθηση αποτελεί την ιδανική αφορμή ώστε η θεωρητικός της ψυχανάλυσης και της φιλοσοφίας αλλά και συγγραφέας του βιβλίου «Τι είναι σεξ;» να θέσει το ερώτημα για την υπόσταση της σεξουαλικότητας, δηλαδή να εξετάσει τι είναι αυτό που αποκαλούμε «σεξ» φιλοσοφικά, ψυχαναλυτικά και κυρίως οντολογικά, στις απαρχές του.

 

Χωρίς να ακολουθεί την κοινή mot d' ordre, δηλαδή τις τάσεις του συρμού που οικειοποιούνται είτε την οπτική των ψυχαναλυτών, οι οποίοι βλέπουν το σεξ ως κάτι που συγκρούεται με την πραγματικότητα, είτε την εμμονή των λακανικών με το «άγιο πραγματικό», η συγγραφέας καθιστά την αντίφαση αυτή λειτουργική και αποκαλυπτική.

 

Θεωρώντας ότι το ζήτημα του σεξ ξεπερνά και τις δύο αυτές καταστάσεις, καθώς δεν είναι απλώς πραγματικότητα αλλά «πρόσκομμα της πραγματικότητας», η Ζουπάντσιτς κάνει ένα βήμα παραπέρα, φτάνοντας μέχρι την περίφημη λακανική jouissance αλλά και εξετάζοντας το σεξ σε σχέση με το χαϊντεγγεριανό «είναι-προς-θάνατον». Κάπου εκεί φαίνονται να ξεπροβάλλουν, μέσα από την κριτική τους στον Λακάν, ο Ντελέζ και ο Νίτσε.

 

Μέτα απ' όλα αυτά μπορεί κανείς να πει ότι η κορυφαία θεωρητικός έχει επανεφεύρει το σεξ μέσα από όλη την οντολογική του μεγαλοπρέπεια, υπερβαίνοντας τις κλασικές κατηγοριοποιήσεις.

 

Κατά του έρωτα - Μια πολεμική

Laura Kipnis

 

Επιτέλους ένα βιβλίο που αποδομεί όλα τα κλισέ της εκλαϊκευμένης ψυχολογίας, του τύπου «οι σχέσεις θέλουν δουλειά» και «κοινή πίστη», ακόμα και αν κανείς νιώθει ότι ζει σε «σπιτικό γκουλάγκ», στο όνομα του κοινού συμβολαίου που υπογράφουν τα ζευγάρια, αφού «η εργασιακή δεοντολογία έχει καταφέρει να χώσει τη μύτη της σε κάθε σφαίρα της ανθρώπινης ύπαρξης» και κυρίως στις σχέσεις.

 

Η καθηγήτρια Επικοινωνίας και συγγραφέας Λόρα Κίπνις αναρωτιέται, λοιπόν, ρητορικώ τω τρόπω, τι ακριβώς συμβαίνει και κατά πόσο μιλάμε ακόμα για μια καλή σχέση «όταν η μονογαμία γίνεται κόπος, όταν ο πόθος οργανώνεται βάσει συμβολαίου, με τήρηση λογαριασμών και παρακράτηση εμπιστοσύνης, όπως ακριβώς παρακρατείται η υπεραξία από τους εργάτες, και όταν ο γάμος γίνεται οικιακό εργοστάσιο, επιτηρούμενο με άκαμπτη αυστηρότητα πολυκαταστημάτων, σχεδιασμένη να κρατά τις γυναίκες και τους άνδρες και τους συντρόφους του κόσμου αλυσοδεμένους στον μηχανισμό της επικρατούσας τάξης πραγμάτων».

 

Θέτοντας όλα αυτά τα θαυμάσια ερωτήματα, η καυστική πένα της Κίπνις καταθέτει ένα αιρετικό, πλην όμως απολαυστικό ανάγνωσμα για την ψευδαίσθηση του έρωτα και της μονογαμίας ή καλύτερα, όπως είχε τονίσει το «New Yorker» στην ένθερμη κριτική του, «ένα επιδέξιο κατηγορώ του συζυγικού ιδεώδους και μαζί έναν ύμνο στην απόκλιση που συνιστά η μοιχεία, δοσμένα με τις κοφτερές μαχαιριές της πρόζας».

 

Πρωτόλειο

Andrew Martin

 

Πόσο ερωτικό μεγαλείο μπορεί να υπάρχει στις πιο άβολες στιγμές της καθημερινότητας, όταν, για παράδειγμα, μένεις μόνος σου μετά το πάρτι ‒σαν σκηνή από πίνακα του Χόπερ‒, βγάζεις βόλτα τον σκύλο βόλτα και χαζεύεις τα μηνύματα του υποψήφιου φλερτ στο κινητό; Πού ακριβώς βρίσκεται ο έρωτας στις σημερινές σχέσεις, πόσο μεγάλος είναι, έντονος, πραγματικός ή ξαφνικός;

 

Ο 100% Νεοϋορκέζος Άντριου Μάρτιν πιστεύει πως ο έρωτας δοξάζεται πάντα, παρά τις ισοπεδωτικές τάσεις του ναρκισσισμού, και αυτό τολμά να το καταθέσει στο «Πρωτόλειό» του, ένα βιβλίο για τους πρωταγωνιστές του σήμερα. Όλοι τους τριαντάρηδες με καλές σπουδές και, σύμφωνα με τη δική τους λογική, «ενδιαφέροντες», προσδοκούν μια ερωτική και σεξουαλική ζωή με σαγήνη αντιστρόφως ανάλογη της υποκριτικά φτιασιδωμένης εικόνας τους.

 

Αποδομώντας σταδιακά και με έναν ύπουλα εσωτερικό τρόπο τους νάρκισσους πρωταγωνιστές του, ο Μάρτιν τους παρακολουθεί καθώς ακκίζονται πάνω από κείμενα, διαβάζουν φανατικά το «New Yorker» και έχουν γνώμη επί παντός επιστητού, ενώ στην πραγματικότητα για άλλα πονά η ψυχή τους και άλλα θέλει: τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών αλλά και το μεγάλο πάθος που έχουν δει να υπάρχει στα βιβλία.

 

Ο Πίτερ και η Τζούλια είναι ζευγάρι, εκείνος φοιτητής Αγγλικής Φιλολογίας και φιλόδοξος συγγραφέας, εκείνη φοιτήτρια Ιατρικής με δύσκολα ωράρια στο νοσοκομείο και ποιήτρια με μεγάλες πάντα φιλοδοξίες και ευτυχισμένη, φαινομενικά, ζωή. Όλα αλλάζουν όταν ο Πίτερ ερωτεύεται τη Λέσλι ή καλύτερα μπλέκει σε ένα ερωτικό τρίγωνο ‒κάπως παραπάνω ισοσκελισμένο μέσα στην παρανομία του‒ που φτάνει να αποκαλύψει ακόμα περισσότερο την αποξένωση των ηρώων από τον ίδιο τους τον εαυτό.

 

Ένα ωραίο βιβλίο όχι μόνο για τις ψευδαισθήσεις του έρωτα αλλά και για τις ερωτικές εκείνες συνευρέσεις που μένουν στο τέλος κενές, όπως ένα ποτήρι μπίρα.

 

 

Ηρωίδες 18-19 (Λέανδρος και Ηρώ)

Οβίδιος

 

Παρότι πρόκειται για ένα ακραιφνώς επιστημονικό φιλολογικό έργο, που περιλαμβάνει, εκτός από το κείμενο του Οβίδιου σε νεοελληνική απόδοση, εκτενέστατα σχόλια, πρόλογο και εισαγωγή, πλείστες βιβλιογραφικές αναφορές και ευρετήριο, είναι άκρως απολαυστικό στην ανάγνωσή του. Κι αυτό γιατί η κατά Οβίδιο ερωτική αλληλογραφία μεταξύ του Λέανδρου από την Άβυδο και της αγαπημένης του Ηρώς καταδεικνύει όχι μόνο το μοντέρνο πνεύμα του εξόριστου Λατίνου ποιητή αλλά και την ανατρεπτική του ματιά και την άκρως πετυχημένη ειρωνεία ‒ σε σημείο που, αντί να εξυμνεί τον έρωτα, φτάνει να τον αποδομήσει.

 

Τον είχαμε δει να το κάνει με άκρως ευρηματικό τρόπο στο «Amores», αλλά εδώ διαφαίνεται απόλυτα το καινοτόμο πνεύμα του κορυφαίου δημιουργού και ποιητή της λατινικής λογοτεχνίας. Χάρη στην άριστη απόδοση της επιστολιμαίας μορφής της οβιδιανής ποιητικής εκδοχής των μύθων από τον καθηγητή Λατινικής Φιλολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Βάιο Βαϊόπουλο και την κατατοπιστικότατη εισαγωγή του, που σκοπό έχει να άρει τις παρεξηγήσεις σε σχέση με τον Οβίδιο και τη λατινική γραμματεία, έχουμε μια ολοκληρωμένη οπτική της καυστικής ματιάς του ειδικά σε σχέση με τον πολυδοξασμένο στην αρχαιοελληνική και λατινική ποίηση έρωτα.

 

Επιπλέον, στις επιστολές είναι εύκολο να διακρίνει κανείς διάφορες διακειμενικές σχέσεις και ρητορικά πρότυπα, ανιχνεύοντας το κλίμα της εποχής και τις πολλαπλές επιδράσεις. Γραμμένες μετά το «Amores», δηλαδή περί το 15-8 π.Χ., μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης έκδοσής τους, το πρώτο τμήμα τους αποτελείται από δεκαπέντε επιστολές σε ελεγειακά δίστιχα, με τις κεντρικές ηρωίδες των μύθων να απευθύνονται στους αγαπημένους τους, που, για διαφορετικούς λόγους, τις έχουν εγκαταλείψει.

 

Το παράδοξο, βέβαια, είναι ότι, αντί για το δράμα που θα προσδοκούσε κανείς, η ερωτική αλληλογραφία ανάμεσα στον Λέανδρο και την Ηρώ φτάνει να ξαφνιάζει τον αναγνώστη, αφού οι υπερβολικές διατυπώσεις για το απόλυτο του έρωτα είναι μάλλον διασκεδαστικές, ακόμα και στη μεμψιμοιρία τους.

 

Το πόδι της Φουμίκο

Junichiro Tanizaki

 

Ένα μικρό διαμάντι που αστράφτει σε κάθε γύρισμα της λέξης και στέκει περήφανο σαν τα ιαπωνικά λουλούδια: ο σπουδαίος Τζουνιτσίρο Τανιζάκι, τον οποίο ήδη γνωρίζουμε από το εξαίσιο «Εγκώμιο της Σκιάς», εδώ ξεδιπλώνει τη λεπτεπίλεπτη τέχνη του, η οποία δεν απέχει πολύ από τον φετιχισμό. Για την ακρίβεια, ταυτίζεται ακριβώς μαζί της, καθώς το θέμα της μικρής αυτής νουβέλας είναι η ποδολαγνεία, η οποία τελικά φαντάζει σαν ελεγεία ή ωδή στην πλέον απτή λεπτομέρεια της ομορφιάς.

 

Σε μια επιστολή που υποτίθεται ότι απευθύνει στον ίδιο τον συγγραφέα, ο ήρωας της νουβέλας Ουνοκίτσι περιγράφει το παράδοξο τρίγωνο που αναπτύσσεται ανάμεσα σε έναν γέρο συνταξιούχο, τον ίδιο και μια γκέισα με κοινό σημείο αναφοράς την αγάπη προς την καλλιτεχνία και τον φετιχισμό των ποδιών.

 

Η εμμονή των δύο ανδρών, τόσο του γέρου δανδή, εκφραστή της παλιάς εποχής των Έντο, όσο και του νέου φοιτητή της Σχολής Καλών Τεχνών, με το πανέμορφο πόδι της Φουμίκο ξεδιπλώνεται σε μια αφήγηση που επιμένει στην αισθησιακή λεπτομέρεια, στη σεξουαλική εμμονή αλλά και στην καλλιτεχνική αποθέωση. Αμφότεροι, άλλωστε, οι άνδρες, παρά τις αισθητικές διαφορές τους ζουν κυριολεκτικά γι' αυτά τα πόδια, για την ακρίβεια φτάνουν να πεθάνουν, έχοντας κυριολεκτικά αυτά τα δάχτυλα στο πρόσωπο τους και θαυμάζοντας από κοινού τον τρόπο που η Ο-Φούμι φρόντιζε το κοινό αντικείμενο του πόθου τους:

 

«Όπως και να 'χε το πράγμα, αυτό το δέρμα είχε μια φωτεινή λάμψη και η λευκότητα των ποδιών της, παρόμοια μ' εκείνη του ελεφαντοστού, δεν άφηνε καμία αμφιβολία για το πόσες φροντίδες τους επιδαψίλευε χωρίς σταματημό. Στην πραγματικότητα, ούτε το ελεφαντοστό κατέχει αυτό το αινιγματικό και φρέσκο χρώμα που θα μπορούσε ίσως να επιτευχθεί, αν άφηνε κανείς να κυλήσει στο εσωτερικό του και να το διαποτίσει το αίμα μιας νεαρής γυναίκας. Μες στη λευκότητα του ποδιού, ένα ροζ ιρίδιζε στα άκρα των δαχτύλων, καταλήγοντας σε ένα ωχρό κόκκινο φωτοστέφανο. Μου θύμιζε τα καλοκαιρινά γλυκά, τις φράουλες στο γάλα, τα χρώματα ενός φρούτου που λιώνει μέσα σε ένα λευκό υγρό, και είναι ακριβώς αυτό το χρώμα που απλωνόταν σε όλη τη γραμμή της καμπύλης του ποδιού της Ο-Φούμι».