Υπάρχουν μέρες που η μόνη υπόσχεση για περιπέτεια είναι το παράθυρο. Σηκώνεις αγκαλιά το παιδί σου κι εκείνο σπρώχνει με τα χέρια του το τζάμι, κοιτάζοντας τον ουρανό που ξεμουδιάζει πάνω από τα στενά όρια των διαμερισμάτων. Στη σιωπή και την ηρεμία, σας απορροφά η θέα με τις κοκκινωπές στέγες και τα μπαμπακένια σύννεφα όπου αργοκυλούν πελαργοί, λες και πλέουν ανάμεσα στους ιστούς των κεραιών.

 

Υπάρχουν νύχτες που αποκαλύπτουν αχνή τη φεγγοβολιά των αστεριών. Τις τελευταίες εβδομάδες τα κοιτάζετε συχνά, με τα μέτωπα ακουμπισμένα στο κρύο τζάμι. Βρίσκονται μακριά, τόσο μακριά, που το φως τους κάνει χρόνια να φτάσει ως εσάς⋅ υπάρχουν περιπτώσεις που η λάμψη ξεκίνησε το ταξίδι της εδώ και χιλιετίες. Πάνω από το κεφάλι σας ξεδιπλώνεται, απαστράπτων, ένας ουρανός του παρελθόντος, αστέρια που πιθανώς να έχουν ήδη χαθεί, περιπλανώμενα λαμπυρίσματα σβησμένων άστρων. Σας φαίνεται εκπληκτικό: κάτι που έχει πεθάνει συνεχίζει να λάμπει. Είναι φορές που βλέπουμε το ανύπαρκτο.

 

Αυτές τις μέρες περισσότερο από ποτέ, βρίσκεις καταφύγιο στην ανάγνωση. Μέσα από τα βιβλία σού μιλούν φωνές νεκρών συγγραφέων και μακρινών αφηγητριών, σαν τα αστέρια που λάμπουν για σένα κι ας έχουν πια σβήσει. Όμως αυτή καθαυτή η δυνατότητα να ψιλοκουβεντιάζεις γαλήνια με φαντάσματα άλλων εποχών είναι πράγμα εξίσου εκπληκτικό και θα έρθει η στιγμή που θα δοκιμάσεις να το εξηγήσεις στο παιδί σου.

 

Να σταματήσει ο κόσμος είναι η κρυφή επιθυμία του καθένα που διηγείται μια ιστορία, το ίδιο και όποιου διαβάζει. Στο κενό αυτό των ρολογιών επιχειρούμε να ανακτήσουμε αυτά που χάθηκαν, να περάσουμε πόρτες, να ανοίξουμε σύνορα, να ενώσουμε αποστάσεις, να ξαναχτίσουμε στιγμές που εξαφανίστηκαν, να ξεγελάσουμε τον σκύλο του θανάτου.

 

Θα του πεις ότι στις σελίδες τους ερχόμαστε σε επαφή με το παρελθόν και το αφουγκραζόμαστε. Ένας σκύλος, ένας γάτος ή ένας ψύλλος δεν γνωρίζουν πώς ήταν ο κόσμος προτού να γεννηθούν. Εμείς χάρη στα βιβλία μπορούμε να μπούμε στο μυαλό των προγόνων μας ακόμα και πολύ μακρινών εποχών και, επιπλέον, γνωρίζουμε αρκετά και για τη ζωή των γάτων, των σκύλων και των ψύλλων από άλλους τόπους ή και από άλλους αιώνες.

 

Του παιδιού σου του αρέσει στις ιστορίες να κάνουν την εμφάνισή τους ζώα, κι έτσι το βράδυ της ημέρας του βιβλίου θα του αφηγηθείς τον μύθο του Ορφέα. Λέγεται ότι με το τραγούδι του ημέρευε λιοντάρια και αρκούδες, διέκοπτε το ροκάνισμα των τρωκτικών, μάγευε τα μυρμήγκια που σκαρφάλωναν στη σειρά πάνω στα πεύκα, σταματούσε το νερό στα ποτάμια, έκανε τα δέντρα να χορεύουν και τις πέτρες να νιώθουν. Και όταν πήγε να σώσει την αγαπημένη του Ευρυδίκη από την κατοικία των νεκρών, ο σκύλος με τα τρία κεφάλια ούτε που γάβγισε, μαγεμένος από τους στίχους του.

 

Να σταματήσει ο κόσμος είναι η κρυφή επιθυμία του καθένα που διηγείται μια ιστορία, το ίδιο και όποιου διαβάζει. Στο κενό αυτό των ρολογιών επιχειρούμε να ανακτήσουμε αυτά που χάθηκαν, να περάσουμε πόρτες, να ανοίξουμε σύνορα, να ενώσουμε αποστάσεις, να ξαναχτίσουμε στιγμές που εξαφανίστηκαν, να ξεγελάσουμε τον σκύλο του θανάτου.

 

Όταν η μοναξιά μάς απαγορεύει ως και να ξαπλώσουμε κάτω από τις αρμαθιές των αστεριών, τα βιβλία παραμένουν στο πλευρό μας ημερεύοντας τις αγωνίες, όπως ο Ορφέας γαλήνευε τις αρκούδες και τα λιοντάρια στο δάσος του μύθου. Στους σκοτεινούς καιρούς μεταμορφωνόμαστε σε αντίστροφους Δον Κιχώτες που διατηρούν τις φρένες τους χάρη στις ιστορίες – και τη μουσική, τις ταινίες, τις σειρές. Οι ιστορίες δεν είναι μια απόδραση που μας απομονώνει από τον κόσμο, αλλά δίαυλοι ανάμεσα στις εμπειρίες τις δικές μας και τις αλλότριες, φιλόξενα νησιά για ναυαγούς.

 

Ύστερα από δύο εγκλεισμούς σε σοβιετικά γκουλάγκ, ο Βαρλαάμ Σαλάμοφ θυμάται ότι αναστήθηκε περιδιαβαίνοντας τους διαδρόμους μιας μεγάλης βιβλιοθήκης. Ο Αυστριακός ψυχολόγος Βίκτορ Φρανκλ, επιζήσας του Άουσβιτς, ισχυριζόταν ότι επιβίωναν καλύτερα όσοι ήταν αναγνώστες, διότι η φαντασία τους τους επέτρεπε να αποσυνδέονται από τον αποτρόπαιο περίγυρο και να χτίζουν έναν εσωτερικό κόσμο πλούσιο και προστατευτικό. «Μόνο έτσι» έγραφε «εξηγείται ότι οι πιο εύθραυστοι υπέμειναν καλύτερα τη ζωή στο στρατόπεδο σε σχέση με άλλους πιο ισχυρούς το δέμας».

 

Ίσως γι' αυτό και στη Συρία, σ' ένα βομβαρδισμένο κτίριο στη Δαμασκό, κάτοικοι του πολιορκημένου προαστίου Νταράγια συγκέντρωσαν βιβλία που είχαν γλιτώσει αποφεύγοντας τις σφαίρες των ελεύθερων σκοπευτών. Και στις δομές φιλοξενίας προσφύγων στην Ελλάδα, εθελοντές οδηγούν όχι μόνο ασθενοφόρα αλλά και λεωφορεία-βιβλιοθήκες: μέρη όπου εκμεταλλεύονται τον χρόνο αντί να τον σκοτώνουν, ήρεμοι χώροι όπου μπορεί κανείς να μάθει, όπου ανακτάται η πίστη για το μέλλον.

 

Τα βιβλία δεν είναι περισπασμοί για να κρυβόμαστε και να αμπαρωνόμαστε, αλλά φτερωτές λέξεις που μας επιτρέπουν να πλαταίνουμε, να ζωντανεύουμε στα όνειρα των άλλων. Όπως άλλωστε γνώριζε ο Ορφέας, ακόμα και αυτό που δεν υπάρχει σε κάνει πιο δυνατό.

 

*Το παρόν αποτελεί μετάφραση στα ελληνικά, από τη Δέσποινα Δρακάκη, του «El bosque de los relatos» της Irene Vallejo, που δημοσιεύτηκε στις 12 Απρίλιου στην El País Semanal, ως μέρος μιας σειράς άρθρων στα οποία η συγγραφέας συνδέει τους κλασικούς με γεγονότα της επικαιρότητας.

Το βιβλίο της Vallejo «El infiniτο en el junco» (αγγλική μετάφραση: «Eternity in a reed») κυκλοφόρησε αρχικά σε μικρό τιράζ στην Ισπανία τον Σεπτέμβριο του 2019 και μέχρι τον Δεκέμβριο είχε κάνει εννέα εκδόσεις και είχε κερδίσει τα πιο σημαντικά non fiction βραβεία της χώρας. Επιπλέον ανακοινώθηκε ότι ήταν το πιο ευπώλητο βιβλίο στην Ισπανία κατά τη διάρκεια του διμήνου lockdown.

Πλέον μεταφράζεται σε 27 γλώσσες. Στα ελληνικά θα κυκλοφορήσει το 2021 από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.