ΜIΛΑΤΕ ΣΤΟΝ
τηλεφωνητή της οικογένειας Ρονκαλιόλο. Αυτή τη στιγμή δεν 

μπορούμε να απαντήσουμε στην κλήση σας.

Δεν είναι κανένας στο σπίτι.


Ο γιος μου διοικεί την επαγγελματική ομάδα της Ατλέτικο Μαδρίτης. Αύριο θα παίξουν στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ κόντρα στην Μπαρτσελόνα και θα προσπαθήσει να κλείσει έγκαιρα το συμβόλαιο του Νεϊμάρ. Η κόρη μου είναι σινεμά με τέσσερις φίλες της. Σχολιάζουν ασταμάτητα την ταινία καθώς τη βλέπουν. Κανένας όμως δεν παραπονιέται. Η σύζυγός μου δουλεύει στο δημαρχείο μιας γειτονικής πόλης. Κι εγώ βρίσκομαι στη Λίμα του δεκάτου εβδόμου αιώνα, ανάμεσα σε παγανίστριες μάγισσες, ιεροεξεταστές και αντιβασιλείς.


Αυτές τις μέρες του εγκλεισμού, θυμάμαι με συμπόνια όλους τους καλοπροαίρετους ανθρώπους που με συμβούλευαν να μην αποξενώνομαι με τον υπολογιστή. Να επιτηρώ τον χρόνο που περνούν τα παιδιά μπροστά στο PlayStation. Να αποφύγω τον εθισμό στα κοινωνικά δίκτυα. Σκέφτομαι ακόμα κι αυτούς που δεν έχουν τηλεόραση, επειδή είναι υπερβολικά ευφυείς για να χάνουν τον χρόνο τους μ' αυτήν. Φαντάζομαι αυτούς τους καλούς ανθρώπους να γεμίζουν τις είκοσι τέσσερις ώρες της ημέρας, τις επτά ημέρες της εβδομάδας, μαζί με τα παιδιά τους στο σπίτι, να παίζουν με μολυβένια στρατιωτάκια και ξύλινα φορτηγάκια.


Μερικές φορές έχεις μεγάλες ιδέες και η ζωή σού στήνει μια άσχημη πλάκα, στ' αλήθεια.

 

Τελικά, και οι άνθρωποι με τους οποίους έχουμε σχέση έχουν επίσης περιοριστεί στα ελάχιστα. Κάνουμε περισσότερες βιντεοκλήσεις από ποτέ, αλλά με λιγότερα πρόσωπα: με τη μητέρα μου, με τον πατέρα μου, με τους πιο στενούς φίλους.


Για να μην περνάμε τη μέρα συνδεδεμένοι με κόσμους εξωπραγματικούς, στο σπίτι έχουμε εντάξει ένα πρόγραμμα ασκήσεων. Αρχίζαμε χορεύοντας με το βιντεοπαιχνίδι «Just Dance», μέχρι που χτύπησα την πλάτη μου, γιατί το καλύψο στο σαλόνι του σπιτιού μου είναι ένα επικίνδυνο άθλημα αρκετά βάρβαρο. Από τότε, παίζουμε πινγκ πονγκ στο τραπέζι της τραπεζαρίας. Έχουμε στήσει για δίχτυ μια σειρά από κουτιά από χειροπετσέτες και μερικές φορές η μπάλα αναπηδά πάνω τους, με αποτελέσματα απροσδόκητα. Αν μπορούσαμε να βγούμε από το σπίτι, θα κατοχυρώναμε την πατέντα.

 

Όταν τα ρωτάω, τα παιδιά θέλουν να μείνουν εδώ για πάντα. Ή τουλάχιστον μέχρι να τελειώσουν τα επεισόδια του Μερλί, που βλέπουμε μαζί τα βράδια. Είναι μια σειρά πολύ παράξενη, για κάποιους εφήβους που κυκλοφορούν στον δρόμο χωρίς να τους σταματάει η αστυνομία και μαζεύονται σε ένα μέρος που λέγεται «ινστιτούτο» όπου, απ' ό,τι φαίνεται, επιτρέπονται οι συναθροίσεις. Κανένας δεν φοράει μάσκα και γάντια κι εγώ είμαι βέβαιος ότι ο ρυθμός διασποράς θα γίνει από στιγμή σε στιγμή εκθετικός. Ανεύθυνοι.

 

Συνηθισμένος στη μοναξιά της συγγραφής, προσπαθώ να διαφυλάξω μερικές στιγμές για να μείνω με τον εαυτό μου: την ώρα που μαγειρεύω, βάζω ένα ποτήρι κρασί και μουσική στα ακουστικά. Είναι σαν να βρίσκομαι σε ντισκοτέκ.


Ο ιός μάς υποχρεώνει να ζούμε με τα απολύτως απαραίτητα: τους ανθρώπους που αγαπάμε. Τον αναγκαίο χώρο. Το φαγητό που μπορείς να φτιάξεις με τα ίδια σου τα χέρια. Και τελικά η κουλτούρα αποτελεί μέρος όλου αυτού. Το παιχνίδι, η μουσική και τα βιβλία κάνουν τη ζωή υποφερτή.


Ως αφηγητής ιστοριών, πάντα νιώθω πολύ λιγότερο χρήσιμος για την πραγματική ζωή από έναν αγρότη ή έναν σκουπιδιάρη. Τώρα πια, όχι και τόσο. Από την άλλη, πολλοί συγγραφείς ζουν πεπεισμένοι για το πόσο σημαντικοί είναι. Εγώ κάθε μέρα, στις οκτώ, βγαίνω στο παράθυρο να χειροκροτήσω τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που αναμετριούνται με τον ιό. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ πια ποιοι είναι οι αληθινοί ήρωες.


Τελικά, και οι άνθρωποι με τους οποίους έχουμε σχέση έχουν επίσης περιοριστεί στα ελάχιστα. Κάνουμε περισσότερες βιντεοκλήσεις από ποτέ, αλλά με λιγότερα πρόσωπα: με τη μητέρα μου, με τον πατέρα μου, με τους πιο στενούς φίλους. Ούτε και είναι δυνατόν να μιλήσουμε με κάποιον άλλο. Τι θα μπορούσαμε να του πούμε; Η οικογένειά σου είναι αυτοί οι άνθρωποι με τους οποίους δεν είναι απαραίτητο να μιλάς για ενδιαφέροντα πράγματα. Και η πιο άγρια περιπέτειά μας αυτή τη βδομάδα ήταν να ξεβουλώσουμε τον νεροχύτη της κουζίνας.


Οπότε, αν δεν έχουμε απαντήσει σε αυτό το τηλεφώνημα, παρακαλούμε, δοκιμάστε ξανά.


Μας αρέσει να μας διηγούνται ιστορίες. Πράγματα που να μην είναι αριθμοί νεκρών και μασκών.


Ανυπομονούμε να μάθουμε νέα σας.

 

_________________

Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο είναι Περουβιανός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1975 στη Λίμα και σήμερα ζει στη Βαρκελώνη. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους της Λατινικής Αμερικής. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό του Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού, τον Μάρτιο του 2020. Το τελευταίο βιβλίο του στα ελληνικά είναι το μυθιστόρημα «Καρφίτσες στην άμμο» (2017) σε μετάφραση από τα ισπανικά του Κώστα Αθανασίου, τον οποίο ευχαριστούμε και για τη μετάφραση αυτού του κειμένου. Τα βιβλία του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.