Το «Patriot» του Μιχάλη Μαλανδράκη το έπιασα στα χέρια μου μια Τρίτη βράδυ μετά από κλείσιμο τεύχους, κουρασμένος και νυσταγμένος. Ξεκίνησα να διαβάζω δοκιμαστικά την πρώτη σελίδα του και δεν το άφησα μέχρι να φτάσω στο σοκαριστικό τέλος, δυόμιση ώρες αργότερα.

 

Είναι μια νουβέλα συναρπαστική, και το γεγονός ότι είναι γραμμένη από ένα παιδί 22 χρονών την κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, επειδή οι νεαροί Έλληνες συγγραφείς δεν έχουν ασχοληθεί με παρόμοιο τρόπο με τους μετανάστες στην Ελλάδα. Ο Αγκίμ είναι συνομήλικος του Μιχάλη, μετανάστης από την Αλβανία που παίζει κλαρίνο στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, κι έχει όνειρο να γίνει επαγγελματίας κλαρινίστας. Έτσι, είναι πολύ εύκολο να δεχτεί τη δουλειά που του προσφέρει ένας άγνωστος συμπατριώτης του σε γνωστό νυχτερινό μαγαζί.

 

Εκεί, κρύβοντας την καταγωγή του και ως «Γιάννης από τα Γιάννενα» μπλέκεται σε μία άγρια ιστορία και γίνεται μάρτυρας πολύ σκληρών περιστατικών που ορίζουν οι νόμοι της νύχτας. Ο Αγκίμ, χωρίς να είναι καθόλου λούμπεν κινείται σε έναν λούμπεν χώρο που σιγά-σιγά τον καταπίνει και από παιδί της διπλανής πόρτας που την ημέρα περνάει απαρατήρητο, αναγκάζεται να κάνει πράγματα που δεν θέλει, κερδίζοντας όμως όλα αυτά που ονειρευόταν: λεφτά και αναγνώριση.

 

Ο Μιχάλης Μαλανδράκης μιλάει με την ίδια άνεση με την οποία γράφει, και ενώ με προειδοποιεί ότι είναι η πρώτη συνέντευξη που δίνει και δεν έχει καμία εμπειρία, φαίνεται άριστα προετοιμασμένος και ξέρει ακριβώς τι θα πει.

 

Στον ήρωά μου δεν υπάρχει τίποτα που να παίζει ρόλο στην πραγματικότητα το από πού κατάγεται, αλλά βλέπει να παρεισφρέει στη ζωή του. Το ταλέντο του, ο τρόπος που μιλάει, η εμφάνισή του δεν συνδέονται καθόλου με την καταγωγή του, αλλά είναι Αλβανός και αυτό θα το κουβαλάει για πάντα, και για πάντα θα είναι ένα εμπόδιο.

 

— Οι περιγραφές στο βιβλίο είναι τόσο ρεαλιστικές και ζωντανές που σου δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι γραμμένο εντελώς «κινηματογραφικά», το είχες ως ταινία στο μυαλό σου;

H αλήθεια είναι ότι είναι κάτι που μου έχει μείνει λόγω των σπουδών μου. Από τα 16 μου είχα αποφασίσει ότι θα γίνω σκηνοθέτης, έτσι στο δεύτερο έτος της Παντείου (είμαι απόφοιτος του τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού), ξεκίνησα μαθήματα στη σχολή Σταυράκου. Επειδή μου άρεσε πιο πολύ το σενάριο, ξεκίνησα να γράφω πρώτα σενάρια και έμαθα να γράφω με εικόνες και γι' αυτό ό,τι γράφω τώρα έχει μέσα την εικόνα. Στο δεύτερο έτος, η Κάλια η Παπαδάκη μου πρότεινε να γράψω κάτι πιο λογοτεχνικό, μέχρι τότε δεν το είχα σκεφτεί καν.

 

— Γιατί σε ενδιέφερε ο κόσμος της νύχτας;

Όταν ξεκίνησα να το γράφω δεν είναι αναρωτηθεί για αυτό, κι η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ζήσει καταστάσεις σαν αυτές που περιγράφω, αλλά πάντα με ιντρίγκαραν, με ενδιάφεραν πάρα πολύ. Θυμάμαι ότι έβλεπα «Τα Στέκια» στην ΕΡΤ, το επεισόδιο με τη νύχτα, και με γοήτευε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά με γοητεύει πάρα πολύ η νύχτα κι ιδιαίτερα η νύχτα στην Αθήνα. Τρελαίνομαι να με βάζει ένας φίλος συνοδηγό και να κάνουμε βόλτα το βράδυ. Η νύχτα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον γιατί τη μέρα δουλεύουμε και κάνουμε αυτό που πρέπει, ενώ τη νύχτα κάνουμε πιο πολύ αυτό που θέλουμε.

 

Σκέφτηκα ότι επειδή η νυχτερινή διασκέδαση και στα μπουζούκια και παντού έχει μεγάλη ένταση, υπάρχει εκτόνωση, οποιαδήποτε ιστορία, αν την τοποθετήσεις σε αυτό το χώρο, δημιουργείται ένας ηλεκτρισμός. Μου αρέσει πολύ να παρακολουθώ ταινίες που διαδραματίζονται νύχτα γιατί νομίζω ότι τη νύχτα είναι όλα πιο ελεύθερα και υπάρχει η ένταση που χρειάζεται μια αφήγηση.

 

— Σε ρωτάω γιατί η γενιά σου δεν έχει ζήσει έντονη νύχτα, το ξέφρενο κλάμπινγκ των '90s, τα πάρτι της δεκαετίας του '80. Δεν υπάρχουν οι weekenders και το σερί από Παρασκευή βράδυ μέχρι Κυριακή πρωί, είναι λίγο αδιάφορα τα πράγματα σήμερα. Τα έχει αλλάξει όλα ο ψηφιακός κόσμος όπου ζουν;

Σίγουρα, τότε δεν υπήρχαν κινητά και social media. Νομίζω, όμως, ότι στη διασκέδαση η γενιά μου είναι πολύ πιο κουρασμένη. Ο πιο συχνός λόγος που δεν βγαίνω με τους φίλους μου είναι επειδή από 20 χρονών ξεκινούν και δουλεύουν από τις 7 το πρωί ή και πιο νωρίς, ακόμα και Σάββατο, οπότε, αν βγεις και έχεις στο μυαλό σου ότι σε 5 ώρες ξυπνάς, σε 3 ώρες ξυπνάς, δεν μπορείς να διασκεδάσεις.

 

— Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο αυτό, έχει αλλάξει ο τρόπος που διασκεδάζουν οι νέοι άνθρωποι, βλέπεις ότι υπάρχει πιο μεγάλο ενδιαφέρον για το πού θα πάνε να φάνε, ενώ ένας 20άρης πριν από 20 χρόνια δεν ήξερε τι θα πει εστιατόριο, είχε άλλες προτεραιότητες.

Είναι αλήθεια, οι φίλοι μου μού λένε «καλύτερα να πάμε κάπου να καθίσουμε», και πάλι αυτό έχει να κάνει με την κούραση και τη δουλειά, «είμαι όρθιος απ' το πρωί, δεν πάμε να φάμε καλύτερα;». Αυτή η γενιά έχει αναλάβει ευθύνη και υποχρεώσεις πολύ πιο νωρίς από ό,τι θα έπρεπε. Ούτε εγώ έζησα ξέφρενα φοιτητικά χρόνια, κι είναι ένα απωθημένο μου, θα ήθελα να το είχα ζήσει αυτό. Από τους συμφοιτητές μου στο ίδιο τμήμα όσοι ήθελαν να ασχοληθούν με τη δημοσιογραφία το κυνήγησαν, αλλά αυτό που βρήκαν είναι δουλειά με 500 ευρώ, και όλοι κάνουν «ροή», κάθονται δέκα ώρες τη μέρα σε μια καρέκλα και βάζουν ειδήσεις. Δεν τους αρέσει, αλλά αυτό που είχαν ονειρευτεί δεν τους το δίνει κανείς.

 

Δεν ξέρω γιατί, αλλά με γοητεύει πάρα πολύ η νύχτα κι ιδιαίτερα η νύχτα στην Αθήνα. Τρελαίνομαι να με βάζει ένας φίλος συνοδηγό και να κάνουμε βόλτα το βράδυ. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Δεν ξέρω γιατί, αλλά με γοητεύει πάρα πολύ η νύχτα κι ιδιαίτερα η νύχτα στην Αθήνα. Τρελαίνομαι να με βάζει ένας φίλος συνοδηγό και να κάνουμε βόλτα το βράδυ. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Γιατί επέλεξες για ήρωα του βιβλίου σου έναν μετανάστη;

Την περίοδο που το έγραφα, η φίλη μου, που είναι από την Αλβανία, μου μίλαγε γι' αυτό, για όσα ζούσε εδώ ως μετανάστρια. Έχω αρκετούς φίλους από την Αλβανία –που γνώρισα κυρίως στην Πάντειο- οι οποίοι είναι μετανάστες αλλά έχουν μεγαλώσει στην Ελλάδα και μιλάνε άψογα τη γλώσσα, καλύτερα από τους Έλληνες, και μπορούν να εργαστούν και καλύτερα. Κι είναι εκπληκτικό το πώς νομίζουμε ότι τα παιδιά της δεύτερης γενιάς έχουν ενσωματωθεί στην κοινωνία, ενώ δεν τους έχουμε αφήσει να ενσωματωθούν. Μπορεί τίποτα πάνω τους να μην προδίδει την καταγωγή τους, αλλά τους δημιουργεί προβλήματα.

 

Έχω φίλους που όταν γράφουν τα βιογραφικά τους δεν βάζουν την αλβανική υπηκοότητα, γιατί ξέρουν ότι παίζει ρόλο, ότι υπάρχει κόσμος που μόνο γι' αυτό δεν θα τους καλέσει για δουλειά. Είναι παράλογο. Παράδοξο.

 

Η μανία που έχει ο Έλληνας με τον Αλβανό και έχει καθιερωθεί σαν αστείο έχει να κάνει με το ότι μοιάζουν πάρα πολύ. Είναι μία οικογένεια, από τα Βαλκάνια, κι αυτό ο Έλληνας δεν το μπορεί. Ο Αλβανός βλέπει στον Έλληνα αυτόν που ξέφυγε από την φτώχια, κι Έλληνας βλέπει αυτό που ήταν και θέλει να το πετάξει από πάνω του. Ξέρω μια κοπέλα που μένει στη Θεσσαλονίκη και μόλις έμαθε ο σπιτονοικοκύρης της ότι είναι Αλβανή της είπε «μόλις λήξει το συμβόλαιό σου, φεύγεις». Αν το πεις σε κάποιον θα σου πει «δεν γίνονται αυτά, γίνονταν κάποτε», κι όμως, γίνονται.

 

Δεν ξέρω πώς ο Έλληνας 50άρης που το παιδί του φύγει για Λονδίνο ή Βερολίνο για να βρει κάτι καλύτερο, καλύτερη ποιότητα ζωής, δεν καταλαβαίνει τον άλλο που έρχεται εδώ για τον ίδιο λόγο. Στον ήρωά μου δεν υπάρχει τίποτα που να παίζει ρόλο στην πραγματικότητα το από πού κατάγεται, αλλά βλέπει να παρεισφρέει στη ζωή του. Το ταλέντο του, ο τρόπος που μιλάει, η εμφάνισή του δεν συνδέονται καθόλου με την καταγωγή του, αλλά είναι Αλβανός και αυτό θα το κουβαλάει για πάντα, και για πάντα θα είναι ένα εμπόδιο.

 
Εγώ δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό, κι αυτό είναι ένα άγχος μου, επειδή μιλάω από μία πολύ ασφαλή θέση, μιλάω για ένα ζήτημα που δεν το έχω βιώσει. Το πιο τρομακτικό απ' όλα δεν μου φαίνεται να περάσεις μία κακουχία, αλλά το να φέρεις πάντα τον φόβο της καταγωγής. Είναι μία ανασφάλεια που δεν θα σταματήσει για τα παιδιά αυτά, στο σπίτι με τον σπιτονοικοκύρη, στο δουλειά με τους συναδέλφους, είναι κάτι που το έχεις από πάνω σου όλη την ώρα και σε πιέζει. Δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ αυτό, γιατί δεν το έχω ζήσει, αλλά μου φαίνεται τόσο τρομακτικό που ήθελα να το ψάξω, να δω τι μπορεί να σημαίνει.

 

 —Το πιστεύεις αυτό που συμβαίνει στο βιβλίο σου, ότι όποιος ανακατεύεται με την παρανομία έχει κακό τέλος;

Δεν ισχύει, αλλά μου αρέσει η αίσθηση του τραγικού. Θεωρώ ότι είναι μια εποχή που δεν ταιριάζει πλέον το happy end. Στη δεκαετία του '70 στα credit στο σενάριο έλεγε ότι πρέπει να έχει καλό τέλος, η εποχή τώρα στο Χόλιγουντ έχει αλλάξει, θέλει ρεαλισμό και να έχει μια επαφή με την πραγματικότητα. Κι ακόμα και αν δεν καταλήγουν έτσι όπως ο ήρωάς μου αυτά τα παιδιά, τα πράγματα δεν είναι καλά και νομίζω ότι το κακό τέλος ταιριάζει στην ιστορία.

 

Θεωρώ ότι είναι μια εποχή που δεν ταιριάζει πλέον το happy end. Στη δεκαετία του '70 στα credit στο σενάριο έλεγε ότι πρέπει να έχει καλό τέλος, η εποχή τώρα στο Χόλιγουντ έχει αλλάξει, θέλει ρεαλισμό και να έχει μια επαφή με την πραγματικότητα.

 

— Μου έκανε εντύπωση που στο βιβλίο σου υπάρχει μυθοπλασία, γιατί οι περισσότερα συγγραφείς της γενιάς σου μιλάνε μόνο για τα αδιέξοδά τους και κλαίνε μπροστά από έναν υπολογιστή τη μοίρα τους.

Αυτό δεν ισχύει μόνο με τα βιβλία, ισχύει και με τις ταινίες, οι περισσότερες είναι «σπίτι μου, κατάθλιψη, δεν είμαι καλά», αλλά αυτό έχει να κάνει και με το τι σε ενδιαφέρει και ως άτομο, αν έχεις ανησυχίες. Όταν κλείνεσαι στον εαυτό σου και πας να μιλήσεις για κάτι, έχεις μόνο τον εαυτό σου να μιλήσεις. Κι όσο πιο πολύ κλείνεσαι, τόσο πιο πολύ περιορίζεσαι.

 

Επίσης, όταν ξεκινάς να γράφεις, γράφεις για τη ζωή σου και αυτό είναι το πιο βαρετό πράγμα στον κόσμο. Κι εγώ το έχω κάνει και αυτά που έγραφα ήταν απαράδεκτα. Η ζωή μου νομίζω ότι δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, οπότε το να φτιάξω έναν κόσμο που είναι πιο συναρπαστικός και γίνεται κάτι που έχει δράση είναι και ανάγκη. Γιατί πραγματικά νομίζω ότι η ζωή της γενιάς μου είναι πάρα πολύ μονότονη, οπότε το να φτιάξεις έναν κόσμο και να μάθεις, να εξερευνήσεις, να δεις άλλα πράγματα σε γλιτώνει, σε βγάζει από μία κακομοιριά.

 

 —Είσαι ένας νέος άνθρωπο που μόλις τέλειωσε τις σπουδές του, πώς τα βλέπεις τα πράγματα;

Δεν θέλω να ακουστώ απαισιόδοξος, αλλά δεν τα βλέπω και πολύ καλά. Τέλειωσα μόλις την Πάντειο, έχω να πάω φαντάρος και τα βλέπω όλα πολύ αβέβαια. Δεν έχω ιδέα τι θα κάνω, ξέρω περίπου πού θέλω να ψάξω, αλλά δεν είμαι και σίγουρος, είναι όλα πολύ ρευστά με την εργασία. Αλλά και εργασία να είχα, πάλι είναι πολύ ρευστό σε ποια πόλη θα ζήσω, αν θα πάω έξω, αν θα μείνω εδώ, αν θα γυρίσω στα Χανιά... Έχω πολύ άγχος, γιατί δεν ξέρω τι θα κάνω.

 

— Στα Χανιά θα πήγαινες να ζήσεις;

Με τίποτα. Αλλά εξαρτάται και από τις καταστάσεις, αν δεν βρεις τίποτα εδώ, τι θα κάνεις; Θα αναγκαστείς να γυρίσεις. Δεν θέλω καθόλου, όμως. Τα έζησα τα Χανιά, και νομίζω ότι όταν περνάς τα 18 πρέπει να δεις και άλλα πράγματα. Όσο πιο πολύ φεύγεις από αυτό που έχεις συνηθίσει, τόσο το καλύτερο. Πλέον πρέπει να συντηρείς τον εαυτό σου από μικρός, και τα περιθώρια είναι λίγο στενά εκτός Αθήνας, πρέπει να βρεις μια δουλειά για να ζήσεις μόνος σου με το που τελειώσεις το πανεπιστήμιο. 

 

Έχω μεγαλώσει σε ένα πολύ ασφαλές περιβάλλον στο κέντρο των Χανίων, σε μια οικογένεια πολύ δεμένη. Ξέρεις, ως παιδί, αλλά και έφηβος, όταν άκουγα ότι κάποιος έχει προβλήματα με τους γονείς του, μου φαινόταν πολύ περίεργο. Είμαι τυχερός γιατί η οικογένειά μου με έχει πολύ βοηθήσει, κι όποιος ζει στην ασφάλεια της οικογένειας δεν αντιλαμβάνεται τι γίνεται παραέξω. Οι γονείς μου έχουν ταξιδιωτικό γραφείο στα Χανιά και ήξεραν ότι ήθελα να κάνω σινεμά από πολύ νωρίς. Δεν μεγάλωσα με μία κάμερα, ούτε καν, αλλά ήξεραν ότι είχα αυτό το όνειρο, να πάω σε μία ιδιωτική σχολή.

 

Τον Ιούλιο του 2015, λίγο πριν γραφτώ στη σχολή Σταυράκου, είχαν μεγάλο θέμα με το γραφείο, γιατί λόγω capital controls είχαν γίνει ένα σωρό ακυρώσεις. Κι επειδή είναι μια δουλειά που λειτουργεί με σεζόν, άμα χάσεις μια σεζόν έχεις μεγάλο πρόβλημα. Ήταν μεγάλο το σοκ γιατί ήταν η χειρότερη χρονιά που έχουν ζήσει. Η μητέρα μου, παρόλα αυτά, με έγραψε στην σχολή Σταυράκου. Και είμαι πολύ τυχερός γιατί οι γονείς μου με στήριξαν και είχα τον ελεύθερο χρόνο να γράφω. Γιατί αν δουλεύεις 10 ώρες τη μέρα δεν μπορείς να γράψεις, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, γιατί έχεις χάσει την ενέργειά σου.

 

Όταν κλείνεσαι στον εαυτό σου και πας να μιλήσεις για κάτι, έχεις μόνο τον εαυτό σου να μιλήσεις. Κι όσο πιο πολύ κλείνεσαι, τόσο πιο πολύ περιορίζεσαι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Όταν κλείνεσαι στον εαυτό σου και πας να μιλήσεις για κάτι, έχεις μόνο τον εαυτό σου να μιλήσεις. Κι όσο πιο πολύ κλείνεσαι, τόσο πιο πολύ περιορίζεσαι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO


— Ήξεραν ότι γράφεις;

Όχι, ήξεραν ότι ασχολούμαι με το σινεμά, κι εγώ ντρεπόμουν να το πω γιατί μπορεί να γράφεις και τρομερές βλακείες, ποτέ δεν ξέρεις αν αξίζουν να διαβαστούν αυτά που γράφεις. Κι όταν καθόμουν μέσα για να γράψω, ντρεπόμουν και έλεγα ότι κάθομαι για να διαβάσω. Αν σε κάποιον φίλο σου ότι γράφεις σου λέει «δεν πας καλά, έχεις πρόβλημα».

 

— Τι σε εκνευρίζει πιο πολύ;

Με εκνευρίζει το απολιτίκ της γενιάς μου. Φεύγει σιγά-σιγά, αλλά υπήρχε πολύ για ένα διάστημα, κι εγώ το πρόλαβα και στο πανεπιστήμιο και στις παρέες και στις κουβέντες. Ακόμα πιο πολύ με εκνευρίζει το πάρα πολύ μεγάλο «εγώ» των νέων ανθρώπων. Το τι κάνω εγώ. Θα βγείτε πέντε άτομα και η παρέα θα κάνει έναν κύκλο και ο καθένας θα πει τι έκανε χωρίς να ακούει τους υπόλοιπους. Και πέρα από το ότι δεν έχει κανένα ενδιαφέρον το τι έκανα εγώ σήμερα, όσο περνάει ο καιρός όλοι μιλάνε όλο και περισσότερο για το τι έκαναν οι ίδιοι. Εγώ, εγώ, εγώ.


— Μα το εγώ είναι το κέντρο κάθε κοινωνικού μέσου, η φιλοσοφία τους, τα status update, οι selfies, τα ποστ για το οτιδήποτε, όλοι έχουν μάθει να λειτουργούν έτσι. Με το καλημέρα λες τι κάνεις να το μάθουν όλοι.

Είναι η πιο εγωκεντρική περίοδος της ιστορίας. Η δικιά μου γνώμη, η ζωή μου, είναι φοβερό. Και παρασύρεσαι και δεν γίνεται να μην το κάνεις κι εσύ. Λες τα δικά σου και δεν ακούς τι λέει ο δίπλα σου. Είναι λυπηρό, γιατί σήμερα που μπορείς να δεις τι γίνεται σε κάθε μέρος του κόσμου και να σχολιάσεις ένα σωρό πράγματα, το μόνο που κάνεις είναι να μιλάς για σένα. Δεν συζητάς και δεν θες να αγγίξεις όσα φοβερά γίνονται σήμερα στον κόσμο.

 

— Με το σινεμά σκέφτεσαι να ασχοληθείς;

Το σινεμά μου αρέσει πάρα πολύ, αλλά δεν μου πολυταιριάζει, κι αυτό το κατάλαβα στην πορεία. Μπορεί να μου αρέσει να βλέπω ταινίες, αλλά για να κάνεις ταινίες πρέπει να συνεργαστείς με 25 ανθρώπους, ισχυρούς χαρακτήρες, με εγωισμό, και από όλο αυτό να βγάλεις κάτι που σε εκφράζει. Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Κατάλαβα ότι μπορώ να κάνω καλύτερα κάτι που το κάνεις μόνος σου. Η εσωστρέφεια με βολεύει καλύτερα.

 

Info

Το Patriot του Μιχάλη Μαλανδράκη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις.