Είκοσι χρόνια προτού ο Πέτερ Χάντκε βραβευτεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, είχε κερδίσει έναν άλλον τίτλο. Το 1999, ο Σαλμάν Ρούσντι τον έβαλε υποψήφιο στην κατηγορία «Ηλίθιος της χρονιάς» στην «Guardian», επειδή «υπήρξε παθιασμένος απολογητής του καθεστώτος του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς». (Νικητής αναδείχτηκε ο ηθοποιός Τσάρλτον Ίστον, επειδή ήταν εκπρόσωπος μιας ομάδας που στήριζε τα συμφέροντα του εμπορίου όπλων).


Ο Αυστριακός θεατρικός συγγραφέας, ο οποίος είχε γοητευτεί από τη σλοβένικη κληρονομιά και είχε γίνει ένθερμος εθνικιστής κατά τη διάρκεια του πολέμου στα Βαλκάνια, είχε δηλώσει δημόσια πως οι μουσουλμάνοι του Σαράγιεβο είχαν σκοτωθεί μεταξύ τους και μετά είχαν κατηγορήσει τους Σέρβους, ενώ δεν αποδεχόταν τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα. Επτά χρόνια μετά, το 2006, παρευρέθηκε στην κηδεία του εγκληματία Μιλόσεβιτς.


Την Πέμπτη, μετά την ανακοίνωση ότι ο Χάντκε κέρδισε τα 9 εκατομμύρια σουηδικές κορόνες (περίπου 891.000 ευρώ), ο Ρούσντι δήλωσε στην «Guardian»: «Δεν έχω τίποτα να προσθέσω σήμερα, εμμένω σε όσα έλεγα τότε».

 

Το 2008 ο συγγραφέας Τζόναθαν Λίτελ είχε πει για τον Χάντκε: «Μπορεί να είναι ένας φανταστικός καλλιτέχνης, αλλά ως άνθρωπος είναι εχθρός, είναι ένας μαλάκας».


Η απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας να απονείμει στον Χάντκε και στην Όλγα Τοκάρτσουκ το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2019 και το 2018 αντίστοιχα προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις και χαρακτηρίστηκε χαμένη ευκαιρία από διάφορους. Αρχικά, η δέσμευση της Σουηδικής Ακαδημίας να είναι λιγότερο «ανδροκρατούμενη» και «ευρωκεντρική» αποδείχτηκε ανεπιτυχής πριν από λίγες μέρες, με δύο Ευρωπαίους νικητές και μόλις τη 15η γυναίκα νικήτρια σε 120 χρόνια. Δεύτερον, μετά τη δήλωσή της ότι το βραβείο δεν θα δινόταν για έναν χρόνο ώστε να επαναπροσδιοριστεί η κατεύθυνσή του μετά το περιβόητο σκάνδαλο σεξουαλικής παρενόχλησης, όλοι είχαν την ελπίδα ότι στο εξής η επιλογή του προσώπου θα σταματούσε να είναι αμφιλεγόμενη και ότι πλέον οι νικητές θα ήταν συγγραφείς που θα βραβεύονταν για τη δουλειά και την πολιτική τους θέση.


«Ο Χάντκε είναι μια προβληματική επιλογή για την επιτροπή των Νόμπελ, που προσπαθεί να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη μετά τα πρόσφατα σκάνδαλα» λέει ο συγγραφέας Χάρι Κούνζρου, ο οποίος έχει διδάξει το έργο του βραβευμένου συγγραφέα στους μαθητές του. «Είναι καλός γραφιάς, που συνδυάζει τη μεγάλη διορατικότητα με τη σοκαριστική ηθική τυφλότητα».


Ο Κούνζρου πιστεύει πως ο Χάντκε θα κέρδιζε το βραβείο νωρίτερα, «εάν δεν αποφάσιζε να προπαγανδίσει το δολοφονικό καθεστώς του Μιλόσεβιτς». Επίσης ότι «περισσότερο από ποτέ χρειαζόμαστε πνευματικούς ανθρώπους που να εκφράζουν τη γνώμη τους δημόσια και να μπορούν να υπερασπίζονται σθεναρά τα ανθρώπινα δικαιώματα, κόντρα στην αδιαφορία και στον κυνισμό των πολιτικών αρχηγών μας. Ο Χάντκε δεν είναι τέτοιο πρόσωπο».

 

Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, ο Σλοβένος φιλόσοφος και εδώ και πολλά χρόνια επικριτής του Χάντκε, δήλωσε στην εφημερίδα: «Το 2014 ο Χάντκε ζήτησε να καταργηθεί το Νόμπελ, αποκαλώντας το "ψεύτικη αγιοποίηση της λογοτεχνίας". Το γεγονός ότι το κέρδισε τώρα αποδεικνύει ότι είχε δίκιο. Αυτή είναι η Σουηδία σήμερα: κάποιος που απολογείται για εγκλήματα πολέμου κερδίζει το Νόμπελ, ενώ η χώρα συμμετείχε πλήρως στη δολοφονία της προσωπικότητας του πραγματικού ήρωα της εποχής μας, του Τζούλιαν Ασάνζ. Η αντίδρασή μας θα έπρεπε να είναι η εξής: να μη δοθεί το βραβείο λογοτεχνίας στον Χάντκε αλλά να δοθεί το Νόμπελ Ειρήνης στον Ασάνζ».

 

Ο Σλοβένος συγγραφέας Μίχα Μαζίνι υποστηρίζει: «Μερικοί καλλιτέχνες πούλησαν την ψυχή τους για τις ιδεολογίες (ο Χάμσουν και ο ναζισμός), κάποιοι για το μίσος (ο Σελίν και ο φανατικός αντισημιτισμός), μερικοί για τα χρήματα και τη δόξα (ο Κουστουρίτσα), αλλά αυτός που με ενόχλησε περισσότερο ήταν ο Χάντκε, με την αφέλεια που αντιμετώπισε το καθεστώς Μιλόσεβιτς. Και αυτό είναι κάτι προσωπικό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον κρύο χειμώνα που η Γιουγκοσλαβία είχε διαλυθεί και δεν υπήρχε τίποτα στα ράφια των καταστημάτων. Ήμασταν μια νεαρή οικογένεια, η κόρη μου ήταν βρέφος και το ψύχος δριμύ. Στεκόμουν ολόκληρη μέρα στην ουρά για να πάρω, τελικά, το απόγευμα λάδι θέρμανσης, σχεδόν παγωμένος. Άρχισα να διαβάζω το δοκίμιο του Χάντκε για τη Γιουγκοσλαβία. Έγραφε πως με ζήλευε: ενώ οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί, οι Δυτικοί, είχαν πέσει με τα μούτρα στον καταναλωτισμό, εμείς, οι Γιουγκοσλάβοι, έπρεπε να στεκόμαστε σε ουρές και να πολεμάμε για τα πάντα. Ω, πόσο κοντά στη φύση ήμασταν! Πόσο λιγότερο υλιστές και περισσότερο πνευματικοί γίναμε! Ακόμα και τότε τον θεωρούσα βάναυσο και εντελώς τυφλωμένο από την αφέλειά του».


Σε μια δήλωσή της που δημοσιεύτηκε την Πέμπτη, η μυθιστοριογράφος Τζένι Έγκαν, πρόεδρος του οργανισμού PEN America (που στηρίζει τη λογοτεχνία και τα ανθρώπινα δικαιώματα), αναφέρει ότι «ο PEN συνήθως δεν σχολιάζει τα λογοτεχνικά βραβεία άλλων οργανισμών, αλλά η σημερινή δήλωση είναι μια εξαίρεση. Μας άφησε άφωνους η επιλογή συγγραφέα που έχει χρησιμοποιήσει τον δημόσιο λόγο του για να υπονομεύσει την ιστορική αλήθεια και να στηρίξει τους αυτουργούς μιας γενοκτονίας, όπως ο πρώην Πρόεδρος της Σερβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και ο Σέρβος ηγέτης Ράντοβαν Κάρατζιτς. Απορρίψαμε την επιλογή επειδή δεν γίνεται ένας συγγραφέας που επίμονα αμφισβητεί τα εγκλήματα πολέμου να βραβεύεται για τη "γλωσσική του αυθεντικότητα". Λυπούμαστε βαθιά που το Νόμπελ Λογοτεχνίας πήγε σε αυτόν τον άνθρωπο».


Το 2008 ο συγγραφέας Τζόναθαν Λίτελ είχε πει για τον Χάντκε: «Μπορεί να είναι ένας φανταστικός καλλιτέχνης, αλλά ως άνθρωπος είναι εχθρός, είναι ένας μαλάκας». O Alain Finkielkraut τον χαρακτήρισε «ιδεολογικό τέρας», ενώ η Σούζαν Σόνταγκ, η οποία πέρασε αρκετούς μήνες στο Σαράγιεβο κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία, ανεβάζοντας την παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό», είπε ότι τα σχόλια του Χάντκε την ανάγκασαν να τον διαγράψει ως φίλο.


Ωστόσο, υπήρξαν και κάποιοι που ευχαριστήθηκαν με τη νίκη του Χάντκε. Τα μέσα της Σερβίας έγραψαν ύμνους, χαρακτηρίζοντάς τον «καλό φίλο», ενώ ο Αυστριακός Πρόεδρος Αλεξάντερ βαν ντερ Μπέλεν δήλωσε έχει μια «λιτή και μοναδική φωνή... Έχουμε πολλούς λόγους να είμαστε ευγνώμονες στον Πίτερ Χάντκε. Ελπίζουμε να το ξέρει αυτό».


Από την Guardian