Ο μεταφρασμένος και πάντοτε ανυπέρβλητος Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Ο μεταφρασμένος και πάντοτε ανυπέρβλητος Ουίλιαμ Σαίξπηρ Facebook Twitter
Ο Σαίξπηρ ανέκαθεν έδειχνε να γνωρίζει τι προσδοκούσε το κοινό από αυτόν, αλλά, την ίδια στιγμή, δεν δίσταζε να ασκήσει σφοδρή κριτική στις παραδεδομένες και δη προτεσταντικές αντιλήψεις.
0

Το φανταστικό ταξίδι του Σαίξπηρ στις άκρες του κόσμου, τη Βενετία, την Ελλάδα, την Έφεσο, χωρίς να έχει καν, όπως εικάζεται, φύγει ποτέ το νησί, ήταν αντίστοιχο με αυτό που έκανε στην άκρη των ψυχισμών: είδε με πρωτόφαντη διαύγεια τον σαλεμένο πρίγκιπα, τον ανυπεράσπιστο δούλο και τον πιο αλλότριο σακάτη. Έκανε έναν απατεώνα, όπως ο Φάλσταφ, να μοιάζει συμπαθητικός και μια ερωτευμένη, όπως η Οφηλία, που ενέπνευσε ζωγράφους, σκληρή υπολογίστρια. Τα κέντησε και τα έφερε, σαν μεγαλοφυής δημιουργός, όλα, μα όλα, στα δικά του μέτρα.

Ευφυώς ο μεταφραστής και μελετητής του Διονύσης Καψάλης, υιοθετώντας τον χαρακτηρισμό του Κόλεριτζ, τον αποκάλεσε «άνδρα μυριόνουν», καθώς είναι εκείνος που αναπαράστησε με τρόπο μοναδικό σχεδόν όλους τους πλέον ετερόκλητους χαρακτήρες και είδε το απροσμέτρητο βάθος της ανθρώπινης ψυχής.

Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που μας αφορά ακόμα τόσο: χωρίς να καταλήξει ποτέ σε κάποια φιλοσοφική στάση ή δίδαγμα, ο Σαίξπηρ ανέγνωσε σε βάθος την ανθρώπινη φύση, αποκαλύπτοντας τον κορεσμό της εξουσίας και τον φαρισαϊσμό της κοινωνικής σύμβασης, κυρίως όμως την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου απέναντι στα μεγάλα διλήμματα.

Ο Βικτόρ Ουγκό πίστευε ότι η δημιουργική δύναμη του Σαίξπηρ, ειδικά όσον αφορά τους δευτερεύοντες χαρακτήρες, είναι ικανή να παρασύρει τα πάντα και να ξεπεράσει ακόμα και τα μεγάλα θεολογικά κείμενα και κάθε είδους μεταφυσικές αναζητήσεις.

Με τον τρόπο αυτό μας βοήθησε να μετατοπίσουμε το βλέμμα από έξω προς τα μέσα ή το αντίθετο, ανατρέχοντας, σε κορυφαία έργα όπως ο Άμλετ, απλώς στις αντιδράσεις του ήρωα: «Ό,τι συμβαίνει σε όλους μας σιωπηρά ‒γιατί είναι αδύνατο ν' ακούσουμε τον εαυτό μας ν' αλλάζει‒ ο σαιξπηρικός μονόλογος το κάνει ακουστό: μας καλεί να αφουγκραστούμε τη σιωπή» επισημαίνει ο Διονύσης Καψάλης στα Προλεγόμενα της βραβευμένης με το κρατικό βραβείο μετάφρασης του για τον Άμλετ.


Και τα τρία εμβληματικά έργα του Σαίξπηρ σε μετάφραση Διονύση Καψάλη (Ρωμαίος και Ιουλιέττα, Άμλετ, Η κωμωδία των παρεξηγήσεων), που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Gutenberg, έχουν ανέβει σε αθηναϊκές σκηνές, με άλλα λόγια εξυπηρέτησαν τις ανάγκες κάποιας παράστασης.

Το Ρωμαίος και Ιουλιέττα παρουσιάστηκε στο θέατρο Κάππα το 1995, ο Άμλετ σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση το 2015, ενώ η Κωμωδία των Παρεξηγήσεων παίζεται ακόμα στο Θέατρο Βασιλάκου σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου.

Η επισήμανση είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι ο μεταφραστής ακολουθεί τα κελεύσματα του πολύτροπου και πολύφερνου σαιξπηρικού λόγου ως κατεξοχήν γραπτού κειμένου ‒είναι σπάνιες, άλλωστε, οι φορές που τα έργα έχουν ανέβει ολόκληρα‒, γνωρίζοντας καλά, ωστόσο ότι αυτά γράφονταν πρωτίστως για να παιχτούν.

Η θεατρικότητα ως προϋπόθεση διαπερνά κάθε πτυχή του σαιξπηρικού έργου, στήνοντας ένα ατελεύτητο παιχνίδι διαρκούς μασκαρέματος με αμέτρητα εσωτερικά ανέκδοτα και ανατροπές, καταλήγοντας στο μνημειώδες «όλος ο κόσμος μια σκηνή».

Αν αυτό δεν ληφθεί σοβαρά υπόψη, τότε κινδυνεύει να χαθεί κάτι από τη ρωμαλέα ζωντάνια της προφορικότητας με τον πλούτο των νεολογισμών και την αρμονική συνύπαρξη ελισαβετιανών τρόπων και των ρητορικών σχημάτων που πολλές φορές φτάνει στην ταύτιση λόγου και δράσης, καθώς η στιχουργία συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της σκηνοθετικής λειτουργίας.

Ειδικά στην Κωμωδία των Παρεξηγήσεων με τη διαρκή εναλλαγή των εκφραστικών σχημάτων, αφού από τη σκηνή περνούν ετερόκλητοι χαρακτήρες, με πρώτους απ' όλους τους ίδιους τους διδύμους, προβάλλονται ανάλογες μεταφραστικές απαιτήσεις.

Ο Καψάλης, γνωρίζοντας, εν προκειμένω, σε βάθος την πετραρχική επιρροή των Σονέτων αλλά και τη θεατρική σύμβαση που υπηρετεί ως αμετανόητος θεατρίνος ο ίδιος ο Σαίξπηρ μέχρι κεραίας, παρεκτρέπεται εκεί όπου πρέπει και επανέρχεται όταν ο τόνος γίνεται πιο δραματικός.

Με τον τρόπο αυτό απαντά και στους διαπρύσιους κατήγορους του ιδιοφυούς ποιητή, όπως οι Σάμιουελ και Μπεν Τζόνσον, οι οποίοι επέμεναν ότι η ακαδημαϊκή παιδεία του Σαίξπηρ δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τέτοιου είδους επιρροές και εμβριθή γνώση των έργων του Οράτιου ή του Πλαύτου.

Πέραν τούτου, ο Καψάλης, ως μεταφραστής, τολμά να δώσει λύσεις σε μια σειρά από χρόνια μεταφραστικά προβλήματα, ακολουθώντας, καθώς φαίνεται, σε αρκετές περιπτώσεις την εμβληματική έκδοση της Arden και ξεπερνώντας τα φιλολογικά διλήμματα ανάμεσα στην εγκυρότητα του πρώτου και δεύτερου Κουάρτο και του Φόλιο (οι διαφορετικές εκδόσεις του Σαίξπηρ).

Χαρακτηριστικό είναι το πρόβλημα της απόδοσης της αμφιθυμίας στον Άμλετ, που συνήθως ταυτίζεται με την αμφισημία στον λόγο.

Παράδειγμα αποτελεί ο περίφημος μονόλογος στην τέταρτη σκηνή της τέταρτης πράξης που έχει παρερμηνευθεί κατά κόρον στις ελληνικές αποδόσεις, οι οποίες αδυνατούν να καταλάβουν την αμφισημία ή την υποφαινόμενη διπλή άρνηση, όπως επισημαίνει η έκδοση της Arden.

Η απόδοση του Καψάλη δίνει, ωστόσο, τη λύση: «Μεγαλοσύνη σίγουρα δεν είναι/ να πολεμάς μονάχα όταν έχεις/ έναν μεγάλο λόγο. Αλλά να βρίσκεις/ μεγάλο λόγο για να πολεμήσεις/ και σ' ένα τίποτα, και σ' έναν ίσκιο, όταν το τίμημα είναι η τιμή σου».

Με αντίστοιχα παιγνιώδη τρόπο ο μεταφραστής αφήνει να φανούν οι ερωτικές υποδηλώσεις που κρύβονται σε μια σειρά από σημεία στον Άμλετ, στην Κωμωδία των Παρεξηγήσεων και, κυρίως, στα Σονέτα.

Έχει κανείς την αίσθηση ότι αντίστοιχα παίγνια που χαρακτηρίζουν την ποίηση αντι-σαιξπηρικών ποιητών, όπως ο Έλιοτ, με στίχους σαν τον «Do I dare to eat a peach?» από το «Τραγούδι του Προύφροκ», είναι σχεδόν παρμένα από σαιξπηρικούς στίχους, παρότι ο ίδιος επέμενε να δίνει τα εύσημα στον Δάντη αντί στον Βρετανό.

Τις λεπτές αυτές αποχρώσεις εντοπίζει ο Καψάλης, αποφεύγοντας τις λαϊκότροπες εξάρσεις περασμένων σαιξπηρικών μεταφράσεων, όπου τα όρια μεταξύ γραφικότητας και προφορικότητας ήταν, αν μη τι άλλο, στενά.

Και μια βασική επισήμανση: η ανίχνευση από τον Καψάλη της περίσσειας χάρης που έχουν συγκεκριμένες, «πολυσύχναστες» στα σαιξπηρικά κείμενα λέξεις, όπως η «σταγόνα», φωτίζει την ανάγκη του Άγγλου ποιητή να αποκαλύψει από μια μικρή σταλαματιά το εύρος και τον πλούτο της θάλασσας ή του ωκεανού αλλά και να δείξει, μέσα από τη χρήση του «τρελούτσικος» ή του «τρελού» τις διακυμάνσεις της ψυχικής διάθεσης και το μέγεθος της εγγύτητας ή της απόστασης από την καθεστηκυία τάξη.

Σε κάθε περίπτωση, ο Σαίξπηρ ανέκαθεν έδειχνε να γνωρίζει τι προσδοκούσε το κοινό από αυτόν, αλλά, την ίδια στιγμή, δεν δίσταζε να ασκήσει σφοδρή κριτική στις παραδεδομένες και δη προτεσταντικές αντιλήψεις. Δεν είναι τυχαίο ότι οι λέξεις «τίμιος» ή «τιμιότητα» επαναπροσδιορίζονται και οριοθετούνται εκ νέου στον Σαίξπηρ διαρκώς και με κάθε τρόπο.

Ωστόσο, γνωρίζοντας ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν ήταν κάτι τόσο εύκολο στην Αγγλία της εποχής, βρίσκει τον τρόπο ‒και εδώ έγκειται η μεγαλοφυΐα του‒ να εκφράσει την άποψή του χωρίς να λογοκριθεί και αυτό είναι κάτι που ο Καψάλης τονίζει ιδιαιτέρως στα εισαγωγικά του κείμενα, παραπέμποντας στον Γκρίνμπλατ.

Όπως και να 'χει, ο μεταφραστής και ποιητής Καψάλης ‒η διπλή ιδιότητα δεν είναι τυχαία‒ εισέρχεται με παρρησία στον σαιξπηρικό κόσμο και αφήνεται ανενδοίαστα στη δίνη των πολλαπλών νοημάτων με τη βαθιά επιθυμία να ταλανιστεί, να στροβιλιστεί και να αντικρίσει την άκρη της αβύσσου, κοιτώντας μέσα και πέρα από τα ανθρώπινα.

Να νιώσει, με άλλα λόγια, ανάλογη ζάλη με εκείνη που παρέσυρε τον Βικτόρ Ουγκό, ο οποίος πίστευε ότι η δημιουργική δύναμη του Σαίξπηρ, ειδικά όσον αφορά τους δευτερεύοντες χαρακτήρες, είναι ικανή να παρασύρει τα πάντα και να ξεπεράσει ακόμα και τα μεγάλα θεολογικά κείμενα και κάθε είδους μεταφυσικές αναζητήσεις.

Γιατί αυτό που ορίζει κάθε αρχή του σαιξπηρικού λόγου, αν υπάρχει, είναι ο σεβασμός στην απροσμέτρητη και μοναδική ελευθερία αλλά και η πρόθεσή του, ανάμεσα σε μάγισσες, γελωτοποιούς, θύελλες και φασματικές παρουσίες, να αναδειχθεί η ανάγκη για ζωή και η αποθέωσή της.

«Η γη και ο ουρανός, Οράτιε, βρίθει από πράματα που δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί η φιλοσοφία μας» θυμίζει ο αλλόκοτος πρίγκιπας της Δανίας, γνωρίζοντας ίσως πως όσα υπάρχουν μπορεί και τα ανιχνεύει η μαγική και γοητευτική του γλώσσα. Και ας τον παρεξήγησε τόσο ο Βίτγκενσταϊν. Τα υπόλοιπα είναι σιωπή.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Βιβλίο / «Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Η κορυφαία συγγραφέας της Αργεντινής, Σέλβα Αλμάδα, μιλάει στη LiFO λίγο πριν από την άφιξή της στη χώρα μας με αφορμή το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας για τα πολυβραβευμένα βιβλία της, την έμφυλη βία και τη γυναικεία ταυτότητα.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Βιβλίο / Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Γαλανόσκυλος», ο καταξιωμένος συγγραφέας μιλά για όλα: τους πολιτικούς «που είναι ανίκανοι αλλά ξέρουν να μαζεύουν ψήφους», τον πολιτισμό που έχει μετατραπεί σε «σοβαροφανή παρωδία» και μια Ελλάδα που «δεν έχει ξεφύγει ποτέ από τον ναρκισσισμό της».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Βιβλίο / Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Στο μυθιστόρημά του «Αθέατος βίος», ο Νικολό Αμανίτι ερευνά την ιδιωτική ζωή της συζύγου ενός πρωθυπουργού, υπενθυμίζοντας ότι σήμερα οι social media managers κινούν τα νήματα και η θεωρία του χάους είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ