Αν ο Ντοστογιέφσκι κατάφερε να εντοπίσει το απόλυτο καλό στο πρόσωπο του πρίγκιπα Μίσκιν, ο Μπραμ Στόκερ ένιωσε την αντίστροφη δύναμη του κακού στη μορφή του κόμη Δράκουλα. Ο απέθαντος αυτός ευγενής από τη Ρουμανία, ένα ιδανικό απολειφάδι της παλιάς αριστοκρατίας, που όταν έγραφε ο Στόκερ έχανε την αίγλη της κάτω από τα γρανάζια της Βιομηχανικής Επανάστασης, γίνεται η ενσάρκωση κάθε σκοτεινής έκφρασης, αποπλάνησης και πόνου.

 

Δεν αρκεί, όμως, να βλέπει κανείς στο αψίκορο πλάσμα τη διαρκή ανάγκη του για αίμα, πρέπει να παρατηρήσει την αντίστροφη ευγένεια των τρόπων, τη βαθιά γνώση, ακόμα και τον έντονο ερωτισμό που εμπνέει στα θύματά του, με πρώτο και κύριο τον έγκλειστο στον πύργο του Τζόναθαν Χάρκερ, με τον οποίο ξεκινάει το βιβλίο.

 

Σε έναν πρώιμο καφκικό πύργο, απ' όπου κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, χωρίς να γνωρίζει τον λόγο όμως, ο ανίδεος δικηγόρος Χάρκερ περνάει τις μέρες του ανάμεσα «σε μακρινούς λόφους που έμοιαζαν να λιώνουν στον ορίζοντα, ενώ οι σκιές στις κοιλάδες και στα φαράγγια φάνταζαν σαν μαύρο βελούδο», την ώρα που ο κόμης τα βράδια σέρνεται σαν σαύρα, αλλά τον γοητεύει μιλώντας του για τις παλιές κατακτήσεις του. Ενίοτε, μάλιστα, αυτός ο βογιάρος με τις έντονες εμμονές αναπολεί, όπως ο Ιρλανδός συγγραφέας, τον παλιό κόσμο του έρωτα και της δύναμης, καθώς στις αφηγήσεις του αναπολεί τους μυθικούς πολεμιστές Μπερζέρκερ και το πνεύμα του Θορ, τους αιώνιους θρύλους και τις ιστορίες από τις μάχες σώμα με σώμα.

 

Την εποχή κατά την οποία ο Στόκερ γράφει το βιβλίο, από το 1890 έως το 1897, παραμένει ζωντανός ο απόηχος της φυλάκισης του Ουάιλντ, ενώ ανθούν τα σεξουαλικά εγκλήματα.

 

Από αυτές μαγευόταν και ο ίδιος ο Στόκερ, όταν τις άκουγε από τη μητέρα του ξανά και ξανά, όντας ένα παιδί που μέχρι τα επτά του δεν μπορούσε καν να σταθεί και με δυσκολία περπατούσε ‒ αργότερα, βέβαια, έγινε δεινός αθλητής και στη συνέχεια ένας φαντασιόπληκτος λογοτέχνης χωρίς όρια. Η λογοτεχνία έκτοτε όπλισε τον ρομαντικό Ιρλανδό συγγραφέα με τη δύναμη όχι μόνο να σταθεί συμβολικά και κυριολεκτικά στα πόδια του αλλά να κινεί τα νήματα, ενώνοντας πραγματικότητα και φαντασία σε ένα αδιαίρετο σύνολο που έκανε τον σκοτεινό Δράκουλά του να λάμπει για πάντα.

 

Δεν είναι να απορεί, λοιπόν, κανείς που το Μεταίχμιο επανακυκλοφορεί τον θρυλικό Δράκουλα του Μπραμ Στόκερ σε νέα έκδοση και μετάφραση του Βασίλη Κιμούλη στη σειρά των κλασικών βιβλίων που επιμελείται ο Δημήτρης Στεφανάκης, επιβεβαιώνοντας τον αιώνιο θρύλο του. Την ίδια στιγμή, το Netflix αποφασίζει να μετατρέψει σε σίριαλ τη γνωστή ιστορία που γνώρισε τόσες εκδοχές και ερμηνείες, καταλήγοντας πρότυπο για τις αντίστροφες αφηγήσεις της ποπ κουλτούρας. Κάποιοι επέμεναν να βλέπουν στον νεκροζώντανο άρχοντα της Ανατολής τα αιώνια σύμβολα της γοτθικής φαντασίας και κατόπιν κάθε εκδοχής των θρίλερ ‒ναι, σε αυτόν ομνύει ακόμα ο Στίβεν Κινγκ!‒, ενώ άλλοι επιμένουν ότι αυτός συνιστά την απόλυτη έκφραση του ρομαντικού άνδρα, με αποκορύφωμα τη σκηνοθετική προσέγγιση του Κόπολα, που έκανε δική του (παρ)ανάγνωση, εντοπίζοντας στις εμμονικές αναζητήσεις και περιπλανήσεις του κόμη την ανυπέρβλητη δύναμη του έρωτα.

 

Γοητεύτηκε, όμως, κι αυτός, όπως και όλοι οι συγκαιρινοί του, από την υποβλητική ατμόσφαιρα και τη βαθιά ικανότητα του Στόκερ να πλάσει έναν υπερβατικό, έστω και από τη μεριά του κακού, ήρωα. Ο δικός του σαιξπηρικός πρωταγωνιστής δεν μπορεί παρά να είναι εξίσου αιμοδιψής ‒είναι σαφείς στο βιβλίο οι παραπομπές στον βασιλιά Ληρ‒ και μοναχικός, εξίσου ποιητικός και ανελέητος. Δεν έχει άδικο, επομένως, ο Δημήτρης Στεφανάκης που στον πρόλογό του βάζει τον Δράκουλα δίπλα στον Άμλετ, τονίζοντας την προφανή αναλογία μεταξύ του Ιρλανδού και του σαιξπηρικού ήρωα.

 

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος Στόκερ υπήρξε στενός φίλος του σπουδαίου σαιξπηρικού ηθοποιού Χένρι Ίρβινγκ και διευθυντής του θεάτρου Lyceum στο Λονδίνο. Σε αυτήν τη σχέση, μάλιστα, κάποιοι διέγνωσαν άλλου είδους υποδηλώσεις, όπως αυτές που αναγνώρισαν στον ερωτικό τρόπο με τον οποίον πλησιάζει ο κόμης το θύμα του, τον Χάρκερ, φροντίζοντας μάλιστα να τον ξεντύσει ή να τον αποσπάσει από τις δύο υποτακτικές του αναφωνώντας: «Αυτός ο άνδρας είναι δικός μου!».

 

Οι δύο άνδρες συζητούν στα πρώτα κεφάλαια εκτενώς για εικόνες ανδρικής μάχης, πίνοντας τσάι, όπως στη βικτοριανή εποχή, σε ένα επιβλητικό σαλόνι με βαριά έπιπλα, καθρέφτες και βιβλία, σε σκηνικά που δεν απέχουν πολύ από τις περιγραφές στο Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι. Άλλωστε, την εποχή κατά την οποία ο Στόκερ γράφει το βιβλίο, από το 1890 έως το 1897, παραμένει ζωντανός ο απόηχος της φυλάκισης του Ουάιλντ, ενώ ανθούν τα σεξουαλικά εγκλήματα. Αυτός ο απαγορευμένος ερωτισμός της βικτοριανής εποχής είναι, εξάλλου, που δημιούργησε τις μεγάλες ιστορίες, μαζί με την νοσταλγία που ένιωθε η βρετανική αυτοκρατορία για τις κατακτήσεις της.

 

Ο Στόκερ λαμβάνει υπόψη όλες τις προσδοκίες της εποχής για την πρόοδο των επιστημών, της ανατομίας και της ιατρικής αλλά και τον μόνιμο φόβο του δολοφόνου που ξεκοιλιάζει αθώες γυναίκες, αφού είναι γνωστή τότε η παρουσία του Τζακ του Αντεροβγάλτη.
Ο Στόκερ λαμβάνει υπόψη όλες τις προσδοκίες της εποχής για την πρόοδο των επιστημών, της ανατομίας και της ιατρικής αλλά και τον μόνιμο φόβο του δολοφόνου που ξεκοιλιάζει αθώες γυναίκες, αφού είναι γνωστή τότε η παρουσία του Τζακ του Αντεροβγάλτη.

 

Ως άνθρωπος της εποχής του, λοιπόν, ως ένας ποιητής με ιρλανδικό αίμα που βλέπει αναλογίες στις ομίχλες που καλύπτουν τις ιρλανδικές πεδιάδες με τα σκοτεινιασμένα σύμπαντα των αιματοβαμμένων Βαλκανίων αλλά και τα εμβληματικά αστικά κέντρα της Αυστροουγγαρίας, φέρνοντας στον νου τους Ούννους, τους Πετσενέγκους και την ημισέληνο, ο Στόκερ ουσιαστικά συνθέτει μια ονειρική περιπλάνηση στον σκοτεινό κόσμο της μαγείας, των θρύλων, των προφορικών ιστοριών και των προλήψεων αυτών των περιοχών: «Παίρνουμε, λοιπόν, ως δεδομένο ότι οι βρικόλακες και οι δοξασίες που αφορούν τα τρωτά τους σημεία και την αντιμετώπισή τους στηρίζονται, για την ώρα τουλάχιστον, στην ίδια βάση. Γιατί πρέπει να σας πως η πίστη στους βρικόλακες υπάρχει από τότε που υπάρχουν άνθρωποι. Στην αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη, παντού στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ινδία, ακόμα και στη Θρακική Χερσόνησο αλλά και στην Κίνα, τόσο μακρινή απ' όλες τις απόψεις, ακόμα κι εκεί οι άνθρωποι τον φοβούνται μέχρι και σήμερα. Ακολούθησε τα βήματα του άγριου Ισλανδού, του βαρβάρου Ούννου, του Σλάβου, του Σάξονα, του Μαγιάρου» γράφει ο συγγραφέας με σαφήνεια στον Δράκουλα και στο σημείο αυτό να επισημάνουμε πως επηρέασε τον δικό μας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ο οποίος ανέλαβε την απόδοση στη δική του πανέμορφη γλώσσα (θα κυκλοφορήσει οσονούπω από τις εκδόσεις Κίχλη).

 

Παράλληλα, ο Στόκερ λαμβάνει υπόψη όλες τις προσδοκίες της εποχής για την πρόοδο των επιστημών, της ανατομίας και της ιατρικής αλλά και τον μόνιμο φόβο του δολοφόνου που ξεκοιλιάζει αθώες γυναίκες, αφού είναι γνωστή τότε η παρουσία του Τζακ του Αντεροβγάλτη. Αν, ωστόσο, δεν ερχόταν το νεωτερικό πνεύμα της σύλληψης ενός έργου που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις σύγχρονες μοντερνιστικές έως μεταμοντέρνες προσεγγίσεις του μυθιστορήματος, δεν θα είχαμε έναν βασικό λόγο για να υποστηρίξουμε ότι αυτό είναι ένα υπόδειγμα του πώς μπορεί κανείς να είναι αδιανόητα πρωτότυπος, επειδή ακριβώς είναι κλασικός.

 

Γιατί ο Δράκουλας διαρθρώνεται μέσα από καταχωρίσεις ημερολογίων, σημειώσεις, επιστολές, ακόμα και αποσπάσματα από δημοσιεύματα εφημερίδων που αποκτούν μια ειρωνική διάθεση και ισχύ απέναντι στις κεντρικές αφηγήσεις. Ιδού η απόδειξη ότι ο σχολιασμός της επικαιρότητας δεν καταφέρνει ποτέ να εκτοπίσει τη δύναμη της λογοτεχνίας. Και, σίγουρα, ο Δράκουλας δεν είναι μόνο μια ιστορία που μας στοιχειώνει μέχρι σήμερα αλλά ένα υψηλά κομψευόμενο μυθιστόρημα.