Τι σχέση μπορεί να έχει ο θρυλικός Θεόδωρος Κεντρωτάς, ο αγρότης που ανακάλυψε την Αφροδίτη της Μήλου, με την ελληνική –νοσούσα- ψυχή; Πώς το στοίχειωμα, που οι παλιότεροι είκαζαν ότι υπέστη από το μοιραίο απάντημά του με το αριστούργημα αυτό, συναντιέται με τις παθογένειες της ελληνικής οικογένειας, τις αρρώστιες μιας ολόκληρης χώρας και κατεβαίνει μέχρι το σήμερα για να εξηγήσει πολλά από τα ταμπού της σύγχρονης ζωής;

Και πώς μια αυτοχειρία γίνεται αφορμή για να μιλήσουμε ξανά για την ψυχική υγεία με θάρρος, χωρίς περιστροφές και ωραιοποιήσεις σε μια εποχή που η ανάγκη της είναι πιο επιτακτική από ποτέ;

 

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και βραβευμένη συγγραφέας, στο νέο της βιβλίο «Ο Έλληνας Ασθενής» αφηγείται μια ιστορία που η αρχή της ανήκει σε έναν και η εξέλιξη της σε όλους μας. Με αφετηρία έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, κατορθώνει να μιλήσει για ολόκληρο τον ελληνικό ψυχισμό: οι ακατάλυτοι δεσμοί της οικογένειας, η ελληνική επαρχία και οι τρόμοι της, το στίγμα του αλαφροΐσκιωτου και η βαριά κατάρα της τρέλας με όλη την φοβερή διαγενεαλογία της, η αυτοκτονία και το αποτύπωμά της, ως δίδαγμα και ως επιλογή.

 

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου και υπό το βάρος της επικαιρότητας που διαμορφώνει ψυχολογία και συμπεριφορές η κουβέντα μαζί της έκρυβε άπειρο ενδιαφέρον. 

 

Τραύμα είναι η ρωγμή, η βίαιη ρήξη στο προστατευτικό περίβλημα του ψυχισμού από μια έντονη διέγερση. Κανένας δεν είναι προστατευμένος από το τραύμα. Και γιατί να είμαστε; Μια προστατευμένη από το τραύμα ζωή δεν θα ήταν ζωή. Τι θα ήταν; Δεν ξέρω, κάτι σαν αντι-ζωή.

 

— Περίεργο βιβλίο, παράξενη ιστορία. Εννοώ ότι, ενώ είναι ευρέως γνωστό, πώς και από ποιον ανακαλύφθηκε η Αφροδίτη της Μήλου, κανείς ίσως δεν φανταζόταν ότι ο Κεντρωτάς ενδεχομένως υπέφερε από κάποιο ψυχικό νόσημα. Ποια ήταν η έμπνευση πίσω από αυτή την ιστορία σας;

Στηρίζεται σ’ ένα ιστορικό γεγονός,  και τα ιστορικά γεγονότα όμως παράγουν τους δικούς τους μύθους, πόσω μάλλον ένα τόσο εμβληματικό γεγονός, όπως η ανεύρεση  της Αφροδίτης της Μήλου. Όπως θα είδατε δεν το αναφέρω, είναι κάτι που βγαίνει στις τελευταίες σελίδες. Μόνο τότε αναφέρεται το νησί Μήλος.

 

Το ιστορικό αυτό γεγονός συνομιλεί με τη ζωή του δισέγγονου που γεννήθηκε στο χάραμα του 20ού αιώνα κι έθεσε τέρμα στη ζωή του 80 χρόνια μετά στην Ελβετία. Πρόκειται βέβαια για μια καθαρή μυθοπλασία. Είναι γεγονός ότι ακόμη και η ιστορική πραγματικότητα, κυρίως αυτή, είναι ανοιχτή στον μύθο, στην ανακατασκευή, είχα λοιπόν κάπου ακούσει ή είχα ονειρευτεί ή είχα φανταστεί, ή είχε κάπου πάρει το αυτί μου ότι ο άνθρωπος που βρήκε το άγαλμα, ήταν για εκείνον τόσο συνταρακτική αυτή η συνάντηση με αυτό το πελώριο και πανέμορφο και ακρωτηριασμένο άγαλμα, ώστε το ερωτεύτηκε, χάνοντας μάλιστα το μυαλό του.

 

Αυτό τώρα μπορεί να μην συνέβη ποτέ, κάπου όμως, για κάποιους δικούς του λόγους, το μυαλό μου διακινήθηκε από αυτή την ιστορία, τη φύλαξε για πολλά χρόνια μέσα σε μια κρύπτη και την κατάλληλη στιγμή αναδύθηκε.

 

Ξέρετε, τα βιβλία είναι και λίγο σαν όνειρο: κάποια στιγμή, μια εικόνα, μία σκέψη, μια αίσθηση αρκούν για να ξεκινήσει το ταξίδι της συγγραφής. Στο μυαλό μου, η συνάντησή του Θεόδωρου Κεντρωτά με την ομορφιά αυτού του αγάλματος ήταν διαταρακτική. Μία συνάντηση με τη σαγήνη, με την τρέλα.

 

— Και μετά η σαγήνη διαλύεται, γίνεται λίγο άχθος και κατάρα…

Ναι, ακριβώς, μετά αρχίζει η σκληρή πραγματικότητα, που κι αυτή είναι ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες. Ο Κεντρωτάς άρχισε  να διαπραγματεύεται με αγοραστές, να το πουλάει, το άγαλμα να ταξιδεύει, ήταν η εποχή που επικρατούσε ο πυρετός των μαρμάρων, αλώνιζαν οι κάθε λογής αρχαιοκάπηλοι, οι κάθε λογής περιηγητές, οι κάθε λογής εραστές των αρχαιοτήτων. Ήταν πάρα πολύ εύκολο επί Τουρκοκρατίας να καπηλευτεί κανείς το ένδοξο παρελθόν. Ήταν ένα από τα εναύσματα που οδήγησαν στο στήσιμο της πλοκής του μυθιστορήματος μου.

 

Στη συνέχεια η ιστορία που θέλησα να αφηγηθώ φεύγει από τα αγάλματα, ξεχνά το ένδοξο παρελθόν του τόπου, φεύγει από το ιστορικό πλαίσιο και πάει κατευθείαν στον ψυχισμό του καθενός μας, εκεί όπου φωλιάζει ένα παρελθόν που κουβαλάμε μέσα μας, από παιδί, ένα παρελθόν που συνομιλεί και φτιάχνεται ξανά με τα υλικά του παρόντος. Ο «Έλληνας Ασθενής» είναι μια ιστορία που λαχταρά να πάει κατευθείαν στον ψυχισμό του καθενός μας. Αυτό είναι το στοίχημα της ιστορίας μου.  

  

— Τι εννοείτε στον ψυχισμό «μας»;

Από την ώρα που γεννιόμαστε μέχρι την ώρα που πεθαίνουμε, ένα αίτημα φωλιάζει μέσα μας. Αυτό τουλάχιστον ισχύει για τα πρόσωπα στα βιβλία μου. Να αγαπηθούμε μ’ έναν τρόπο μοναδικό. Αρχής γενομένης από το πρώτο ερωτικό αντικείμενο της ζωής μας, τη μητέρα. Να αγαπηθούμε με ένα τρόπο που θα διαψεύσει τον θάνατο, τον εφιάλτη του ασυντρόφευτου, που μας παραμονεύει από την αρχή.

 

Ο Έλληνας ασθενής στο βιβλίο μου πάει ένα βήμα πάρα πέρα, έχει σηκώσει τόσο ψηλά τον πήχη ώστε στο τέλος θα το πληρώσει με τη ζωή του: Θέλει να κάνει τη νεκρή μάνα, που μπορεί να είναι η νεκρή πατρίδα, η νεκρή ερωμένη, να ζωντανέψει για να τον ζωντανέψει κι αυτόν με τη σειρά του. Αυτό το «μίλησε μου» που λέει ο Κεντρωτάς στο άγαλμα, που το 'χε πει προηγούμενα στην Παναγιά τη Γλυκοφιλούσα, που χρόνια μετά εμφανίζεται να το λέει ο δισέγγονος στη δωδεκάχρονη μαθήτριά του που έχει ερωτευθεί μ' έναν τρόπο ιδεατό, είναι σπαρακτικό. Σπαρακτικό γιατί είναι ανέφικτο. Και πάνω σ' αυτό φαίνεται να παίζεται όλη η μοίρα του ανθρώπου.

 

Λέμε «μίλησε μου» για να νιώσω ζωντανός, «αγάπησε με» για να υπάρξω. Αιτήματα που αντλούν τη σημασία και τη δυσκολία τους από μια αρχική σχέση του βρέφους με τη μάνα. Η συνεπωνυμία των ηρώων κάτι λέει. Δηλώνει την επαναληπτικότητα, τη διαγενεαλογία...

 

— Θα τολμήσω να το ρωτήσω και επειδή πρακτικά το βιβλίο θίγει άμεσα το πρόβλημα της αυτοχειρίας εν σχέσει με την ενδεχόμενη ψυχική νόσο: δηλώνει και την κληρονομικότητα;

Όχι με τη στενή έννοια των γονιδίων, αλλά με την έννοια των εγγραφών που κουβαλάμε στο μυαλό και την ψυχή μας. Ξέρετε, στο αίμα μας δεν κυκλοφορούν μόνο γονίδια. Κυκλοφορούν και φαντασιώσεις και ιστορίες και σενάρια βιωμένης και μαθημένης μνήμης. Δεν  παρακάμπτεται η σημασία της κληρονομικότητας.

 

Είμαστε βιολογικά όντα. Μέσα από τη βιολογία μας, εκφράζεται η σχέση με το περιβάλλον, μεταβάλλεται το γενετικό μας φορτίο. Είμαστε όμως και ψυχονοητικά όντα που εμφορούνται από μια εσωτερική πραγματικότητα. Φαντασιώσεις, λαχτάρες, επιθυμίες μας απομακρύνουν από τα πραγματικά γεγονότα, φτιάχνοντας με τη σειρά τους νέες ψυχικές πραγματικότητες. Ως γλωσσικά όντα δεν παύουμε από την αρχή της ζωής μας να ερμηνεύουμε, να νοηματοδοτούμε τον κόσμο γύρω και μέσα μας.

 

Όπως φαίνεται και μέσα από την ιστορία που αφηγούμαι, όταν γεννιόμαστε δεν είμαστε ένας αλλά πολλοί, κουβαλάμε ένα παρελθόν που συνεχώς ανακατασκευάζεται υπό το φως ή το σκοτάδι του παρόντος. Κουβαλάμε τα ίχνη που άφησαν στη ζωή οι προηγούμενες γενιές. Αυτό το ίχνος περιλαμβάνει πολλά πράγματα: όνειρα, λαχτάρες, φόβους, στόχους, με όποιον τρόπο όλα αυτά επικοινωνήθηκαν ή  αποσιωπήθηκαν και μπήκαν μέσα κρύπτες και δεν έγιναν ποτέ ειπωμένα.

 

Σ' αυτό το βιβλίο θίγεται η διαγενεαλογία του τραύματος. Ένα τραύμα ταξιδεύει σε κάθε οικογένεια, σε κάθε χώρα. Αν θέλουμε λίγο να κατανοήσουμε έναν αυτόχειρα, οφείλουμε να στεκόμαστε με μεγαλύτερη προσοχή σ’ αυτό που ονομάζουμε τραύμα. Στο τι σημαίνει επεξεργάζομαι το τραύμα ή το αποσιωπώ.

 

— Μισό λεπτό: τραύμα μπορεί να θεωρηθεί οτιδήποτε. Από την αυστηρότητα ενός γονιού προς το παιδί του, μέχρι ένα οικογενειακό μυστικό. Πώς ορίζουμε το «τραύμα» σε μια οικογένεια;

Τραύμα είναι η ρωγμή, η βίαιη ρήξη στο προστατευτικό περίβλημα του ψυχισμού από μια έντονη διέγερση. Κανένας δεν είναι προστατευμένος από το τραύμα. Και γιατί να είμαστε; Μια προστατευμένη από το τραύμα ζωή δεν θα ήταν ζωή. Τι θα ήταν; Δεν ξέρω, κάτι σαν αντι-ζωή.

 

 

— Ήταν αυτή η ιστορία ένας τρόπος για να μιλήσετε για τη διαστρωμάτωση των αισθημάτων που νιώθουν όσοι οδηγούνται τελικά στην αυτοχειρία;

 

Στη συγκεκριμένη ιστορία υπάρχει η ετικέτα του ψυχωτικού που δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Ο αυτόχειρας μέσα από το παραλήρημά του συνομιλεί με καλά κρυμμένα μυστικά της υγείας. Το παραλήρημα, μέσα από μία οξυμένη φαντασία που σε απομακρύνει προς στιγμή από το πραγματικό, σου προσφέρει έναν άλλο τρόπο να ανακατασκευάσεις την πραγματικότητα, για να την αναδιατάξεις, επαναφηγείσαι την πραγματικότητα με καινούρια υλικά.

 

Εν τέλει η έννοια της πραγματικότητας είναι μια πολύ ευρύχωρη έννοια. Χωράνε πολλά μέσα εκεί. Οφείλω να πω ότι διαβάζοντας ως αναγνώστρια πλέον τον Έλληνα ασθενή μου, τον κατανοώ. Η τρέλα του μου είναι μια οικεία τρέλα, προσιτή, κατανοητή. Κι αυτό ομολογώ με τρομάζει. Το ερώτημα που τον διατρέχει «ποιος είμαι;», «ποιος μπορώ να είμαι;», οι ενοχές που τον βασανίζουν, οι αγωνίες του, δεν είναι γεννήματα της ψύχωσης, είναι υπαρξιακά ερωτήματα που μας απασχολούν όλους.

 

Ο Οιδίποδας με τις ενοχές του έχει πεθάνει. Κραταιός είναι τώρα ο Νάρκισσος με την μοναδική του επιδίωξη: Ικανοποίηση, άμεση ικανοποίηση του εγώ. Η πλασματική παντοδυναμία ενός αδύναμου, ευθραύστου και ταυτόχρονα κυρίαρχου εγώ.

 

— Δεν τον φοβάστε τον ορισμό «τρελός» και «τρέλα», όπως δεν φείδεστε και τις απολύτως αληθοφανείς περιγραφές σκηνών μέσα σε ψυχιατρικές κλινικές στον «Έλληνα Ασθενή». Ήταν μια ανάγκη να ειπωθούν κάποια πράγματα με τ' όνομά τους; 

Έχει πολλά βιογραφικά μου στοιχεία μέσα ο «Έλλην Ασθενής». Κάπως σα να έχω στριμώξει μέσα του όλη μου τη ζωή, χωρίς να μιλώ για 'μένα. Η πρώτη φορά που είδα αυτό που λένε τρελός με την επίσημα ανακηρυγμένη έννοια, ήταν σ’ αυτή την κλινική, το Bel Air, όταν έκανα το Stage μου ως κλινική ψυχολόγος. Και τη λέξη «τρελός», πέρα από την πολιτική ορθότητα, τη χρησιμοποιώ με απόλυτο σεβασμό στην οδύνη που βιώνει ένα πλάσμα που δεν διαθέτει τους προστατευτικούς μηχανισμούς του υγιούς.

 

Το όνομα του διευθυντή της κλινικής που αναφέρεται στο βιβλίο είναι πραγματικό. Ήταν μια μέρα που ο καθηγητής Julien Ajuriaguerra -ένας τρομερά χαρισματικός άνθρωπος- παρουσίαζε στους εκπαιδευόμενους φοιτητές περιστατικά ασθενών. Και εκεί εμφανίστηκε η Ζοέλ, μία κοπέλα στην ηλικία μου τότε, πανέμορφη, ψηλή, λεπτή, μελαχρινή, αλλά με λευκά μάτια, γιατί τα είχε τραυματίσει ανεπανόρθωτα με βελόνες πλεξίματος, είχε αυτοακρωτηριαστεί.

 

Εκεί τότε, ο Ajuriaguerra μας είχε εξηγήσει ότι κάποιοι ψυχωτικοί αυτοτραυματίζονται, επειδή δεν νιώθουν ότι είναι ζωντανοί, για να προκαλέσουν τόσο πόνο στον εαυτό τους και να αποδείξουν ότι είναι ζωντανοί. Ταράχτηκα βαθιά. Αναρωτήθηκα, «υπάρχει άραγε θεραπεία σε μια τόσο ακραία ψυχική οδύνη;». Τόσα χρόνια μετά το ίδιο ερώτημα επιμένει να με βασανίζει.  

  

— Γιατί μέχρι σήμερα η αυτοχειρία είναι θέμα ταμπού; Δυσκολευόμαστε να το συζητήσουμε κι ας μας ταράζει πάντα το ίδιο η είδηση της αυτοκτονίας κάποιου, ακόμη και όχι οικείου…

Η αυτοχειρία είναι κάτι που μας ταράζει γιατί ό,τι κι αν υποστηρίζει ο επιστημονικός λόγος, υπάρχει ένα κομμάτι που παραμένει ανερμήνευτο. Όσο κι αν ξέρουμε ότι ενοχοποιείται ιδιαιτέρως η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή, η σχιζοφρένεια, όσο κι αν γνωρίζουμε ότι αν υπάρχει μία τέτοια διαταραχή, αυξάνονται οι πιθανότητες, ενδεχομένως, να οδηγηθεί κάποιος στην αυτοκτονία.

 

Δεν αρκεί, όμως, αν γίνει αυτό, να πεις «επειδή». Στην αυτοχειρία η λέξη «επειδή» είναι ένα κουρελάκι. Είναι κάτι που δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν ρούχο, σαν μια εξήγηση που να καλύπτει πλήρως το «γιατί». «Επειδή ήταν άρρωστος», «επειδή ήταν καταθλιπτικός», «επειδή καταστράφηκε οικονομικά», «επειδή»... Πιανόμαστε -για να σωθούμε από αυτό το ανερμήνευτο της αυτοκτονίας- απ' το «επειδή».

 

Αν χάσουμε αυτό το «επειδή» μένουμε εκτεθειμένοι σε κάτι πολύ σκοτεινό, πολύ πιο υπαρξιακά τρομαχτικό που μας ξεπερνάει. Και πάλι το «επειδή» δεν αρκεί, χρειάζεται κάτι παραπάνω. Αυτό το παραπάνω το κατέχει το ίδιο το γεγονός της αυτοχειρίας, ούτε καν το υποκείμενο της αυτοχειρίας.

 

Λέμε για παράδειγμα «μα, τα είχε όλα. Γιατί το έκανε;». Εκεί αρχίζει να υπονομεύεται η φαντασίωση του «όλα». Του «όλα» που (και καλά!) θα μας προστατάτευε, θα μας θεράπευε, και ξαφνικά, να... Μα τι «όλα» είναι αυτά που δεν μπορούν να μας προστατεύσουν από την ηθελημένη καταστροφή; Τι αξία έχει η διασημότητα, η δημιουργία, οι περιουσίες αν δεν μπορούν να μας προφυλάξουν; Γι' αυτό στεκόμαστε με τέτοιο δέος μπροστά σε τέτοιες ειδήσεις, πέρα από το βίαιο της πράξης.

 

— Θεωρείτε ότι διαθέτουμε παιδεία πάνω στο θέμα της ψυχικής υγείας στην Ελλάδα; Είμαστε επαρκώς ενημερωμένοι για τις ψυχικές νόσους και για την έγκαιρη αντιμετώπισή τους;

Η  άγνοια, ο φόβος, οι προκαταλήψεις είναι οι φυλακές μας. Τα Μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, ως παντοδύναμος ανώνυμος παιδαγωγός, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση και αναπαραγωγή αυτής της φυλακής.

 

Κι όμως τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει και γίνονται πολλά από την επιστημονική κοινότητα, σημαντικές καμπάνιες ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης για τον αποστιγματισμό. Μένουν ακόμα πολλά να γίνουν. Ιδίως σ’ αυτές τις εποχές που αναζωπυρώνεται η δυσανεξία μας απέναντι στον διαφορετικό άλλο.

 

— Πέρα από τον Κεντρωτά και τον αυτόχειρα δισέγγονό του, το βιβλίο αγγίζει -όπως τα περισσότερά σας- και πάλι την ελληνική οικογένεια και την παθογένειά της. Ενώ στους κόλπους της αναπτύσσονται και τρέφονται ζωτικά ψεύδη και αρρώστιες σοβαρές, γιατί παρ' όλα αυτά -ειδικά οι Έλληνες- δυσκολευόμαστε να απομακρυνθούμε, να βάλουμε όρια, αποστάσεις;

Ας είμαστε ειλικρινείς, η ελληνική οικογένεια, όπως και κάθε οικογένεια, τα πάει πάρα πολύ καλά με τη διαχείριση των ψεμάτων και των αυταπατών. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, αξίζει να πούμε ότι σύμφωνα και με πρόσφατη -του 2018- έρευνα, ενώ στη χώρα μας όλοι οι θεσμοί είναι στα Τάρταρα, στην πλήρη απαξίωση, η οικογένεια  αντιστέκεται. Η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτωμένων, ένα 85% πιστεύει στο θεσμό της οικογένειας.

 

Η οικογένεια αποτελεί ένα θεσμό κραταιό στο φαντασιακό του σημερινού Έλληνα. Μια προστατευτική δομή, ένας τόπος που επιμένει να υπάρχει, που μας προφυλάσσει από την ψυχική προσφυγιά.

 

Βέβαια, από την άλλη μεριά, ελλοχεύει η φοβερά προστασία της οικογένειας.  Πως νιώθει για παράδειγμα ένας άνθρωπος 35-40 ετών, που καλείται να συμβιώσει με την οικογένειά του, ειδικά εν μέσω οικονομικής κρίσης; Από τη μία νιώθει καλυμμένος, προστατευμένος, από την άλλη υπονομεύεται η όποια αυτονομία του. Στις μέρες που ζούμε η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτές τις δύο θεμελιακές ανάγκες, της ασφάλειας και της αυτονομίας, βρίσκεται στο απόγειο της. 

 

«Ο "Έλληνας Ασθενής" είναι μια ιστορία που λαχταρά να πάει κατευθείαν στον ψυχισμό του καθενός μας. Αυτό είναι το στοίχημα της ιστορίας μου». Φωτο: Φίλιππος Λεμονής / LiFO
«Ο "Έλληνας Ασθενής" είναι μια ιστορία που λαχταρά να πάει κατευθείαν στον ψυχισμό του καθενός μας. Αυτό είναι το στοίχημα της ιστορίας μου». Φωτο: Φίλιππος Λεμονής / LiFO

 

— Είπατε «αυτό που ζούμε σήμερα» και δεν θα χάσω την ευκαιρία να σας ρωτήσω αν έχετε κάποιο ορισμό γι' αυτό το κάπως παράλογο που φαίνεται να μας κατευθύνει στην καθημερινότητά μας, αυτή την αίσθηση ότι έχουμε χάσει τη συμπόνια, την ευγένεια, την ανθρωπιά μας ή είναι ιδέα μερικών από εμάς και όλα βαίνουν καλώς;

Φυσικά και όχι. Είναι μια εποχή που αναδεικνύει την απόλυτα ανθρωποφαγική πλευρά του είδους μας. Βλέπουμε να αναπτύσσονται καινούριες κανονικότητες, οι οποίες ανατροφοδοτούνται από αυτόν τον άγριο κανόνα της επιβίωσης που δεν καταλαβαίνει ούτε από δεσμούς αίματος ούτε από συγγενικούς δεσμούς ούτε τίποτα.

 

Αυτό που ζούμε και μας αγριεύει, καταλαγιάζει μόνο με συμπεριφορές από το άλλο άκρο. Αναπάντεχες συμπεριφορές ομορφιάς, αγάπης, συμπόνιας, καλοσύνης. Λάμπουνε μέσα στην σπανιότητα και την αληθινότητα τους. Κι εκεί κάπως καθησυχάζεσαι και λες «ok, ο άνθρωπος είναι μια ευρύχωρη έννοια, περιλαμβάνει και το μεν και το δε».

 

— Πιάνομαι από την κουβέντα και την ιδιότητά σας για να ρωτήσω το εξής δυσάρεστο: δυο μέρες μετά από τις φονικές πυρκαγιές στο Μάτι, εθεάθησαν λουόμενοι που απολάμβαναν στον ήλιο και τη θάλασσα. Στον τόπο της τραγωδίας; Έχουν εξήγηση αυτές οι συμπεριφορές; Για τι είδους ψυχοσυστασίες μιλάμε;

Στην ακρότητά του είναι κάτι που μας ανατριχιάζει, κάτι που δεν το χωράει το μυαλό μας. Από την άλλη μεριά, όμως, αν το σκεφτούμε, είναι μια κίνηση που έστω και ακραία εκφράζει κάτι που όλοι λίγο πολύ κάνουμε. Τι είναι αυτό; Αρνούμαστε αυτό που συνέβη, το μεταμφιέζουμε.

 

Οι αναιδείς λουόμενοι εκείνη τη στιγμή καμώθηκαν ότι δεν έγινε αυτό που έγινε. Είναι μια πρωτόγονη άμυνα άρνησης του πραγματικού. Κάνεις σα να μη συνέβη. Μας σοκάρει, μας θυμώνει, μας εξοργίζει αλλά σε άλλες διαστάσεις είναι κάτι που λίγο-πολύ κάνουμε. Αρνούμαστε, μεταμφιέζουμε αυτό που μας συνέβη.

 

Κάτι αντίστοιχο δεν είχε συμβεί και στην Ιταλία; Που δίπλα σε πτώματα μεταναστών έκαναν ηλιοθεραπεία; Είναι εξοργιστικό, όμως είναι προϊόν μιας εκπαίδευσης στο μούδιασμα του συναισθήματος μας. Ένα κυρίαρχο ναρκωτικό που επιλέγουμε να μας τυλίγει. Είναι αυτή η κατάσταση που αντικρίζουμε όλο και συχνότερα πλέον, αλλού να είναι το συναίσθημά σου κι αλλού το σώμα σου.

 

Και κάτι ακόμα. Είναι ο Νάρκισσος. Είμαστε στην εποχή του Νάρκισσου. Ο Οιδίποδας με τις ενοχές του έχει πεθάνει. Κραταιός είναι τώρα ο Νάρκισσος με την μοναδική του επιδίωξη: Ικανοποίηση, άμεση ικανοποίηση του εγώ. Η πλασματική παντοδυναμία ενός αδύναμου, ευθραύστου και ταυτόχρονα κυρίαρχου εγώ. Οι άνθρωποι που πήγαν να κολυμπήσουν εκεί ζουν σε αυτή την εποχή.

 

— Κακώς εξοργιστήκαμε, δηλαδή…

Όχι, βέβαια. Αν χάσουμε την οργή και όλο αυτό το φυσικοποιήσουμε, χαθήκαμε. Ας διατηρούμε ως κόρη οφθαλμού και τον εκνευρισμό μας, και την αηδία μας, και την απαξίωσή μας. Αν πάψουμε να αντιδρούμε, σημαίνει ότι ήρθε το τέλος.

 

Info

«Ο Έλληνας Ασθενής» της Φωτεινής Τσαλίκογλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη»