«Το γράψιμο ενός κειμένου για την αρρώστια, ιδίως αν κάποιος είναι ο ίδιος βαριά άρρωστος, μπορεί να είναι μαρτύριο. Όμως, είναι και μια πράξη απελευθερωτική», είχε γράψει το 2003 ο Ρομπέρτο Μπολάνιο στο δοκίμιο του “Literatura+Enfermedad=Enfermedad”*Και είναι έτσι. Η περίπτωση του Αλέξανδρου Βέλιου είναι η επιβεβαίωση αυτού του δοκιμιακού συμπεράσματος. Το «Εγώ και ο θάνατος μου: Το δικαίωμα στην ευθανασία», το έγραψε λίγο καιρό μετά απ’ όταν πληροφορήθηκε ότι πάσχει από επιθετικό καρκίνο στο ήπαρ, λίγο σαν ξόρκι, περίπου σαν προσευχή, λιτά, με ειλικρίνεια κι απόσταση, όχι όμως και χωρίς συναισθηματική εμπλοκή.

 

Κι η πραγματική έκπληξη ήταν εκεί: στην ενάργεια με την οποία παρουσιαζόταν ένα τόσο σοβαρό θέμα, από έναν δημοσιογράφο που τις προηγούμενες δεκαετίες είχε γίνει γνωστός για το εξεζητημένο ύφος του, για τις εκκεντρικά εκφραζόμενες απόψεις του ευρύτερου κεντροδεξιού χώρου. Ασχέτως αν αυτό, το βιβλίο δηλαδή που θίγει το ζήτημα της ευθανασίας, δεν αναφέρεται καν στις αλλεπάλληλες τηλεοπτικές εμφανίσεις του. Την πρώτη φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο μου είπε ότι δεν τον πειράζει. Άλλος είναι ο στόχος του.

  

Όταν πλέον βρεθήκαμε από κοντά, η κουβέντα μας διακόπηκε αρκετές φορές από ανθρώπους που τον πλησίαζαν για να τον λυπηθούν, ζωντανό ακόμη: η δύναμη της τηλεόρασης, της ανθρώπινης βλακείας και της συναισθηματικής αστάθειας.

 

«Σε βλέπω αμήχανη», μου είπε. «Μας σας κλαίνε ζωντανό», όπως το σκέφτηκα, του το ‘πα. «Ξέρεις, δεν το βλέπω έτσι. Όταν ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο, πίστευα -και έγινε- ότι δεν θα με διακόψει (σ.σ.: ο θάνατος) πριν να το τελειώσω. Από ένστικτο υιοθέτησα μία ρουτίνα, λέγοντας business as usual. Μπορώ να σου πω ότι με κάποιο τρόπο το δικό μου ξόρκι, φυλαχτό, τάμα, σταυρουδάκι ή εκκλησιαστική ευχή, ήταν το βιβλίο αυτό. Με απελευθέρωσε, με λύτρωσε, με εξάγνισε και εξάλειψε και τους τελευταίους μου φόβους απέναντι στο μοιραίο».

 

O Αλέξανδρος Βέλιος στο LIFO.gr: Φιλοδοξώ να γίνω ο συναισθηματικός καταλύτης για την αλλαγή μιας νομοθετικής ντροπής
Κι η πραγματική έκπληξη ήταν εκεί: στην ενάργεια με την οποία παρουσιαζόταν ένα τόσο σοβαρό θέμα, από έναν δημοσιογράφο που τις προηγούμενες δεκαετίες είχε γίνει γνωστός για το εξεζητημένο ύφος του, για τις εκκεντρικά εκφραζόμενες απόψεις του ευρύτερου κεντροδεξιού χώρου.... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

Πίστευα και πιστεύω ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου να επιλέξει το πότε και το πώς του θανάτου του. Μανιάζω στη σκέψη ότι ο γιατρός, ο παπάς ή ο εισαγγελέας έχει δικαίωμα να σου υπαγορεύσει εκείνος τους όρους του θανάτου σου. Κι αυτή μου η πεποίθηση έγινε ακόμη πιο βιωματική διότι όλους αυτούς τους μήνες είδα στα νοσοκομεία εξαιρετικά καταθλιπτικές, απάνθρωπες σκηνές.

 

—Το ενδεχόμενο του να το μετανιώσετε το έχετε επεξεργαστεί;

Φτάνοντας στην ύστατη και αδιανόητη στιγμή ξέρει κανείς πώς θα λειτουργήσει; Με ‘μένα υφίσταται και το άλλο: ενδέχεται η κατάληξη να είναι ειρηνική. Μπορεί, δηλαδή, να είναι μία λίγο πιο αργόσυρτη ευθανασία. Έτσι με διαβεβαιώνουν οι γιατροί, τους οποίους, ωστόσο, δεν εμπιστεύομαι και πάρα πολύ. Άρα αυτή τη στιγμή έχω αφήσει όλες τις options ανοιχτές και παραμονεύω τον οργανισμό μου. Τι να κάνω; Θα μου το πει ο οργανισμός μου. Αν αρχίσω και μπαίνω σε μία φάση κατάπτωσης χωρίς επιστροφής, ε, τότε θα επιταχύνω τις διαδικασίες. Αν η τελική μου φάση είναι απλώς μια έντονη υπνηλία που θα καταλήξει σε ένα κώμα μερικών ημερών, τότε γιατί να ταλαιπωρήσω τους δικούς μου και επιπροσθέτως να τους υποβάλλω και στα έξοδα που απαιτούνται; Προτιμώ να τους αφήσω και πέντε δεκάρες παραπάνω, έτσι κι αλλιώς δεν έχω και πολλές.

 

—Για τι ποσό μιλάμε; Μια τάξη μεγέθους δώστε μου.

Για 10.000 ευρώ. Δεν είναι τρομακτικό το ποσό, αλλά εν μέσω κρίσης ομολογώ ότι και για ‘μένα θα ήταν απαγορευτικό. Ωστόσο, στην περίπτωση μου θα συνδράμουν ένας δύο στενοί και εύποροι φίλοι. Αλλιώς, δεν θα διανοούμην να στερήσω αυτό το ποσό, σ’ αυτή τη συγκυρία, από την οικογένεια μου, προκειμένου να εξασφαλίσω έναν αξιοπρεπή θάνατο. Θα είχα άλλα διλήμματα, πιο πρακτικά. Δυστυχώς, δεν έκανα περιουσία από τη δημοσιογραφία και ακόμη και τώρα δεν ξέρω αν πρέπει να επαίρομαι ή να ντρέπομαι γι’ αυτό. Δεν ήταν θέμα επιλογής, βέβαια, ήταν θέμα οργανικό. Στη δουλειά μας όταν κάποιος είναι αρπακτικό, μισθοφόρος, υπηρέτης σκοπιμοτήτων, είναι ο οργανισμός του  που τον ωθεί εκεί και τα καταφέρνει πολύ καλά σ’ αυτό. Αυτός ο οποίος ψελλίζει, όταν πρέπει να υπηρετήσει κάτι που δεν βγαίνει από μέσα του, αυτός είναι οργανικά ανίκανος να γίνει αποτελεσματικό όργανο του οποιουδήποτε. Αυτός είναι καταδικασμένος να μείνει έντιμος.

 

—Δεν σας τρομάζει η ιδέα, ότι ενώ εσείς αποφασίζετε αυτό, σε κάποιο εργαστήριο έχουν κάνει μία σπουδαία ανακάλυψη, που μπορεί να ανακόψει την πορεία της ασθένειας;

Υπήρχαν στρατιώτες στον Α’ και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που σκοτώθηκαν ακριβώς τη μέρα ή την επόμενη της εκεχειρίας. Αυτά είναι θέματα τύχης. Ούτε μπορώ να σκεφτώ φυσικά ότι τη μία μέρα θα φύγω εγώ και την επομένη θα βρεθεί το θαυματουργό φάρμακο. Αλλά ακόμη και στη περίπτωση αυτή, ας πούμε ότι υπάρχει μία κοσμική ατυχία. Ας το δούμε, όμως κι αλλιώς: ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι το τέλος του θα είναι αύριο ή μεθαύριο, οι γιατροί δεν μπορούν να δώσουν ακριβή ημερομηνία λήξης, είναι όλα κατά προσέγγιση. Και επίσης ποτέ κανείς δεν ξέρει τι ενεργειακά αποθέματα έχει ο οργανισμός του. Σε ό,τι αφορά το θέμα της ευθανασίας, εγώ ήμουν πάντοτε ένθερμος συνήγορος της και μιλάω μόνο για τώρα, λόγω αρρώστιας. Αναφέρομαι και στη νεανική μου ηλικία. Πίστευα και πιστεύω ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου να επιλέξει το πότε και το πώς του θανάτου του. Μανιάζω στη σκέψη ότι ο γιατρός, ο παπάς ή ο εισαγγελέας έχει δικαίωμα να σου υπαγορεύσει εκείνος τους όρους του θανάτου σου. Κι αυτή μου η πεποίθηση έγινε ακόμη πιο βιωματική διότι όλους αυτούς τους μήνες είδα στα νοσοκομεία εξαιρετικά καταθλιπτικές, απάνθρωπες σκηνές. Είδα ανθρώπους να υποφέρουν, ανθρώπους κουρελιασμένους, ανθρώπους να μοιάζουν με ζόμπι, με συγγενείς να περιφέρονται αμήχανοι ή συντετριμμένοι γύρω του και γιατρούς να σηκώνουν περίπου αδιάφορα τους ώμους, λέγοντας «ε, και τι να κάνουμε; Κάποια στιγμή θα καταλήξει». Όλο αυτό το θέαμα είναι απάνθρωπο. Κουρελιάζει και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και απαξιώνει την ίδια την έννοια της ζωής. Διότι αν δεν υπάρχει το ευ θνήσκειν, δεν υπάρχει και το ευ ζην. Τα στερνά τιμούν τα πρώτα κι ας μας κάνει ο ρυθμός της ζωής να το ξεχνάμε.

 

 

O Αλέξανδρος Βέλιος στο LIFO.gr: Φιλοδοξώ να γίνω ο συναισθηματικός καταλύτης για την αλλαγή μιας νομοθετικής ντροπής
" Είναι αυτοί που συνδιαλέγονται κανονικά με το φάσμα του θανάτου από πολύ νωρίς. Και συμφιλιώνονται. Εγώ, ας πούμε, δεν ήμουν συμφιλιωμένος μ’ αυτή την ιδέα. Ήμουν, όμως, εκπαιδευμένος: ψυχικά, ηθικά, διανοητικά ήμουν γυμνασμένος", Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

 —Τι σας λένε οι δικοί σας άνθρωποι, όσοι σας γνωρίζουν για την απόφαση, αλλά και για τη διάθεση σας να την κοινοποιήσετε, να μιλήσετε ανοιχτά, παθιασμένα σχεδόν;

Καταλαβαίνω ότι γύρω μου, σ’ ανθρώπους που με γνωρίζουν, υπάρχει ένα σοκ και δέος. Κυρίως, απ’ όσους δεν είναι εξοικειωμένοι. Με άλλους υπάρχει πάλι μία πιο φιλοσοφική ενατένιση και διάλογος. Ξέρεις, όλη η φιλοσοφία στο βάθος είναι μελέτη θανάτου. Μία τέτοια μελέτη, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κάνουμε όλοι σ’ αυτή τη ζωή, κάθε μέρα, με αποκορύφωμα περιπτώσεις, όπως ο Δημήτρης Λιαντίνης, ο οποίος μελετούσε τον θάνατο του επί 20 χρόνια και τελικά τον επιτέλεσε. Απλώς, οι περισσότεροι αποφεύγουμε να συνδιαλαγούμε με τη σκιά του θανάτου με τον ίδιο τρόπο που αποφεύγουμε τα δυσάρεστα: τις στενόχωρες ειδήσεις, ό,τι μας προξενεί πόνο ακόμη κι αν δεν μας αφορά άμεσα. Άλλοι, όμως, αντιμετωπίζουν πιο μετωπικά τις καταστάσεις. Είναι αυτοί που συνδιαλέγονται κανονικά με το φάσμα του θανάτου από πολύ νωρίς. Και συμφιλιώνονται. Εγώ, ας πούμε, δεν ήμουν συμφιλιωμένος μ’ αυτή την ιδέα. Ήμουν, όμως, εκπαιδευμένος: ψυχικά, ηθικά, διανοητικά ήμουν γυμνασμένος.  Έχω σπουδάσει φιλοσοφία, άλλωστε, και πάντοτε ο διάλογος που έκανα με τις αξίες της ζωής και το ιδεόγραμμα που ήθελα να τηρήσω στη ζωή μου πάντοτε έκλεινε εντός του και τον αξιοπρεπή θάνατο. Ακόμη και την αυτοκτονία. Ανήκω και στην πεσιμιστική σχολή που πάντοτε το θέμα της αυτοκτονίας – σαν ιδέα και μόνο λειτουργούσε λυτρωτικά μέσα μου. Ότι υπάρχει και αυτή η διέξοδος, αν τα πράγματα παραγίνουν άγρια, επώδυνα ή αφόρητα. Δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα που να μπορεί ο οποιοσδήποτε να αντιτάξει σ’ έναν άνθρωπο που δεν βρίσκει πια νόημα στη ζωή.

  

...Μου απαντάει χαμογελαστός, πειθαρχημένος, σχεδόν με παροτρύνει να τον ρωτήσω αυτό που αναβάλλω.

 

—Τα έχετε σκεφτεί και ερευνήσει όλα λέτε, είστε αποφασισμένος,  λέτε ότι κατάγεστε από μία φιλοσοφική σχολή εκπαιδευμένη απέναντι στον θάνατο και δεν μπορώ να μη ρωτήσω, γιατί τότε να αναλάβει κάποιος άλλος την ευθύνη;

Εννοείς γιατί δεν πάω να πηδήξω από τον 4ο όροφο; Λόγω δειλίας, φυσικά. Ο Άρθουρ Κέσλερ είχε Πάρκινσον και διάφορες άλλες ασθένειες που τον εμπόδιζαν να γράψει και να σκεφτεί. Ο Στέφαν Τσβάϊχ αυτοκτόνησε γιατί ο κόσμος του είχε ανατραπεί. Όλοι αυτοί είχαν θάρρος. Στην ουσία αυτό που λέμε ευθανασία με τους όρους αυτού του ιδρύματος στη Ζυρίχη είναι μια υποβοηθούμενη αυτοκτονία για ανθρώπους που είτε δεν έχουν το μαγικό χαπάκι, είτε δεν έχουν την τόλμη να πηδήξουν από έναν 4ο όροφο ή να πυροβοληθούν στο κεφάλι. Εγώ δεν την έχω. Ποτέ δεν την είχα. Στα σωματικά πράγματα, σε ό,τι είχε να κάνει με τη βία και τον πόνο ήμουν πάντα και παραμένω δειλός.

 

Αυτό που λέμε ευθανασία, είναι μια υποβοηθούμενη αυτοκτονία για ανθρώπους που δεν έχουν την τόλμη να πηδήξουν από τον 4ο όροφο ή να πυροβοληθούν στο κεφάλι. Εγώ δεν την έχω. Ποτέ δεν την είχα. Στα σωματικά πράγματα, σε ό,τι είχε να κάνει με τη βία και τον πόνο ήμουν πάντα και παραμένω δειλός.

 

—Τι διαδικασία ακολουθείται από τη στιγμή που λέμε ότι ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση;

Προηγείται μία συζήτηση με τον γιατρό, κατά την οποία ο ασθενής ενημερώνεται για τα ιατρικά δεδομένα του. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις στις οποίες κάποιος είναι όρθιος και λειτουργικά λίγο πολύ καλά, να πάρει την απόφαση και να πάει να κάνει ευθανασία. Υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις. Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που ξέρουν πως το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο και θέλουν να φύγουν όσο είναι ακόμη ακμαίοι. Προχθές μου έδειχναν ένα φιλμάκι, την περίπτωση ενός αμερικανού μεγαλοεπιχειρηματία, ο οποίος είχε σκλήρυνση κατά πλάκας και πήγε με σώας τας φρένας και απόλυτη σωματική ενάργεια και έκανε ευθανασία, όσο ακόμα μπορούσε να το αποφασίσει με καθαρή ματιά. Οι συντριπτικά περισσότεροι αισθάνονται ότι μπαίνουν στην τελική φάση, όταν αρχίζουν οι πόνοι και νιώθουν ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να τους απαλλάξει από αυτούς, τότε φτάνουν σ’ αυτό το σημείο για το οποίο με ρωτάτε. Μία τέτοια ήταν η περίπτωση του Φρανσουά Μιτεράν που έζησε περί τα δύο χρόνια κουβαλώντας μέσα του, όπως έλεγε ο ίδιος έναν δήμιο μέσα του. Ήθελε να τελειώσει την προεδρική του θητεία, ήθελε να κάνει ένα τελευταίο προσκύνημα στα μέρη που αγαπούσε, να αποχαιρετίσει τους ανθρώπους του και ένα βράδυ, όταν οι πόνοι είχαν παραγίνει, έκανε ευθανασία.

 

—Έχοντας πάρει μια τέτοια απόφαση και γνωρίζοντας ότι το τέλος είναι κοντά, αισθάνεστε κάποιου είδους ελευθερία απέναντι σε ανθρώπους, συμβάσεις και προσχήματα που μας δεσμεύουν όλους;

Υπήρξα πάντα πολύ αθυρόστομος, εννοώ πολιτικά και ιδεολογικά και δεν έχω τέτοιου είδους απωθημένα. Ούτε βρίσκω ότι είναι κομψό το να βρίσεις πιο άγρια ανθρώπους, επειδή δεν τους θεωρείς άξιους. Στο κάτω – κάτω γιατί; Δεν έχει νόημα. Για να πω την αλήθεια, το σκέφτηκα. Αισθάνθηκα μια κάποια μεγαλύτερη ελευθερία, αλλά δεν την αξιοποίησα ούτε για να πω σε κοντινούς μου ανθρώπους πως αισθάνομαι γι’ αυτούς, ούτε για να πω σε όσους αντιπαθώ – κι αυτοί, πίστεψε με, είναι ελάχιστοι – πως νιώθω εναντίον τους. Εν τέλει εξακολουθώ να συμπεριφέρομαι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αισθάνομαι πως τα πυρομαχικά μου τα χρησιμοποιούσα όλα αυτά τα χρόνια και δεν έχω κρυφά αποθέματα. Πυρηνικές βόμβες να εκτοξεύσω εναντίον της κοινωνίας, των πολιτικών και των συνανθρώπων μου. Εγώ είχα ξεθυμάνει, πριν με πάρουν τα χρόνια. Ίσως γιατί λίγο πολύ έλεγα πάντα αυτό που πίστευα ακόμη κι όταν αναιρούσα τον εαυτό μου, έχοντας αλλάξει γνώμη για κάτι. Άστατος δεν υπήρξα, ούτε ασυνεπής στα όσα υποστήριζα και διακήρυσσα. Ήμουν πάντα ειλικρινής. Δεν υπηρέτησα σκοπιμότητες, δεν έγινα μισθοφόρος κανενός εργοδότη ή κόμματος, έκρινα τα πράγματα και διατύπωνα την άποψη μου γι’ αυτά, κι όταν άλλαζα άποψη, πάλι είχα το θάρρος να το πω. Ξέρεις, πιστεύω ότι οι άνθρωποι που παραμένουν άκαμπτοι, σε μία ηθική, σε μία ιδεολογία, σε ένα αξιακό σύστημα είναι στην ουσία που πάσχουν από πνευματική σκλήρυνση κατά πλάκας. Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να ανανεώνουμε τις ιδέες μας, να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα, να αναπλάθεται συνεχώς πνευματικά.

 

Σε κάποιο σημείο του βιβλίου σας αναφέρετε ότι ο «Μαμμωνάς» ευνοεί την ευθανασία και τα σημερινά οικονομικά συστήματα…

Το λέω κυνικά. Όπως οι νόμοι της αγοράς έχουν φτάσει να καθορίζουν τη ζωή μας    στο τέλος θα καθορίσουν και τον θάνατο μας. Δηλαδή, επειδή οι οικονομίες της... δεν θα ξαναγίνουν ποτέ οικονομίες πλήρους απασχόλησης και οι άνθρωποι πεθαίνουν ολοένα και γηραιότεροι, κάποια στιγμή ο Μολώχ της οικονομίας θα ιδεολογικοποιήσει όχι πια το δικαίωμα, αλλά την υποχρέωση στην ευθανασία. Οι φτωχοί ανήμποροι και ανίατοι, οι υπερήλικες, όλοι αυτοί που αποτελούν βάρος για την οικονομία θα ρίχνονται σ’ έναν σύγχρονο Καιάδα δια της ευθανασίας. Τότε θα δούμε όλους αυτούς τους ηθικολόγους, τους παπάδες, τους νομικούς που σήμερα διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους μπροστά σ’ αυτό το θέμα ταμπού, να το καταπίνουν ως ένα πικρό χάπι και να το αποδέχονται τελικά, έστω και με κάποιες προσχηματικές ρήτρες. Όπως άλλωστε η εκκλησία αποδέχθηκε την έκτρωση και κατάπιε το χάπι του γάμου των ομοφύλων. Η οικονομία καθορίζει τα πάντα. Και ο Μαμμωνάς είναι υπέρ της ευθανασίας για λόγους ανθρώπινης οικονομίας. Ο Μαμμωνάς κάποια στιγμή θα θεσμοθετήσει πλήρως την ευθανασία. Εγώ όμως, δεν θα το έθετα έτσι. Όλοι αυτοί που σήμερα κρύβονται πίσω από τους θεούς, τον Ιπποκράτη και τους νόμους θα έπρεπε σε ένα επίπεδο ηθικό να έχουν αποδεχθεί ότι η ευθανασία είναι αναφαίρετο – ίσως το θεμελιωδέστερο – δικαίωμα του ανθρώπου. Στο κάτω – κάτω τόσες εξουσίες κάνουν κουμάντο στη ζωή μας που θα έπρεπε να μας επιτρέψουν την πολυτέλεια να κάνουμε εμείς κουμάντο στον θάνατο μας.

 

—Λέτε ότι οι κοινωνίες είναι μπροστά σ’ αυτά τα ζητήματα, όμως, ένα κομμάτι τους αντιστέκεται σθεναρά στην πρακτική της ευθανασίας. Αντιφατικό ή κάτι βαθύτερο;

Ένας άνθρωπος στου οποίου την ελεύθερη βούληση δίνεται το δικαίωμα της ευθανασίας είναι ένας άνθρωπος που σχεδόν ασυνείδητα θα διεκδικήσει μεγαλύτερα όρια ελευθερίας και στη ζωή του. Οι περισσότεροι ζούμε καθ’ υπαγόρευση και δεν το καταλαβαίνουμε και κατά βάθος δεν ενδιαφερόμαστε να αποσείσουμε αυτά τα ετοιματζίδικα δεσμά. Η ελευθερία – κατά βάθος – είναι το τελευταίο πράγμα που σηκώνει ο μέσος άνθρωπος. Προτιμά να έχει έτοιμους όρους, κανόνες, ιδεογράμματα και αξιακά συστήματα στη ζωή του, βολικά και σταθερά. Όταν όμως ξαφνικά του δώσεις το δικαίωμα να αντιμετωπίσει τους όρους του θανάτου του με τη δική του βούληση, αυτομάτως του δίνεις το δικαίωμα, είναι σα να του παραχωρείς ένα διαβατήριο ελευθερίας και για τη ζωή του. Και αυτό είναι επικίνδυνο για τις συστημικές εξουσίες, με πρώτη την εκκλησία που είναι και η πιο ανελεύθερη. Ωστόσο και επειδή ο κόσμος τείνει προς τον κρυμμένο φασισμό του, κάθε μέρα που περνάει όλο αυτό το εγχείρημα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο. Ο Φόϊερμπαχ, ένας συγκαιρινός του Μαρξ, αλλά κατά βάθος ακόμη πιο ριζοσπαστικός, έλεγε ότι αν δεν υπήρχε ο θάνατος, δεν θα υπήρχαν οι θρησκείες. Αυτό λογικά σηκώνει διεύρυνση.

 

—Δηλαδή;

Ότι οι θρησκείες είναι δημιούργημα των ανθρώπων. Ο άνθρωπος δημιούργησε τον Θεό και όχι ο Θεός τον άνθρωπο. Ο θεός δεν είναι ο πατέρας μας, εμείς είμαστε οι γονείς του. Απλώς αυτή τη γονική ευθύνη δεν μπορούμε να τη σηκώσουμε και προτιμούμε να παραμένουμε τέκνα. Εγώ δεν έχω την ανάγκη να φαντάζομαι ότι υπάρχει μία φωτεινή μορφή ζωής στο υπερπέραν που περιμένει να με υποδεχθεί με ανοιχτές αγκάλες, επειδή υπήρξα καλός άνθρωπος στη ζωή μου. Ξέρω ότι η ανυπαρξία είναι ανυπαρξία. Ο Ναπολέων έλεγε «όταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε για τα καλά». Λοιπόν, τι συζητάμε τώρα; Με το φάσμα της ανυπαρξίας πρέπει κανείς να συμφιλιωθεί. Ο θάνατος δεν είναι τίποτα, είναι ένας ίσκιος, ένα σκιάχτρο. Το γεγονός ότι παύεις να υφίστασαι, αυτό είναι με το οποίο πρέπει να συμφιλιωθείς, γιατί το να εξοικειωθείς είναι ανέφικτο.

 

O Αλέξανδρος Βέλιος στο LIFO.gr: Φιλοδοξώ να γίνω ο συναισθηματικός καταλύτης για την αλλαγή μιας νομοθετικής ντροπής
Τόσες εξουσίες κάνουν κουμάντο στη ζωή μας, που θα έπρεπε να μας επιτρέψουν την πολυτέλεια να κάνουμε εμείς κουμάντο στον θάνατο μας... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

—Γιατί επιλέξατε την οδό της ηχηρής κοινοποίησης και τι πραγματικά περιμένετε από αυτή την προσωπική ένθερμη δραστηριοποίηση γύρω από το θέμα της ευθανασίας;  

Πρώτον, γιατί ήθελα η τελευταία φάση της ζωής μου, να συνδεθεί με μία τελευταία μάχη. Το θέμα της ευθανασίας στην Ελλάδα παραμένει ένα θέμα ταμπού και αυτό με εξοργίζει. Δεύτερον, αυτούς τους μήνες είδα πάρα πολύ κόσμο να υποφέρει άδικα. Κόσμο που θα ήθελε να κάνει ευθανασία, θα ήθελε ένα αξιοπρεπές τέλος, αλλά δεν το μπορούσε. Τρίτον, επέλεξα να αναδείξω το θέμα της ευθανασίας, με καμβά την προσωπική μου ιστορία για να το φορτίσω περισσότερο. Τέταρτον, ήθελα να αφήσω και μια παρακαταθήκη στα παιδιά μου, εννοώ ότι μετά από 5-10 χρόνια, να διαβάσουν το βιβλίο και να ξέρουν πώς αισθάνθηκε ο πατέρας τους και σε σχέση με τον εαυτό του και σε σχέση με αυτά. Πέμπτον, επειδή αυτό το βιβλίο με βοήθησε να ξεπεράσω το σκιάχτρο του θανάτου, σκέφτηκα ότι ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει κι άλλους. Αυτό το μοτίβο, αν θέλεις, ήταν που υπαγόρευσε αυτό που έκανα, πέρα από την εσωτερική ανάγκη να εκφράσω την πάλη αυτών των μηνών, που ελπίζω να μην αποδειχθεί μάταιη.

 

Το τηλέφωνο του χτυπά ασταμάτητα.

 

«Να σου πω μου έκανε εντύπωση που δέχθηκα τόσα μηνύματα», μου λέει. «Και ναι, έχω ακόμη το κουράγιο να τα απαντώ και να παλεύω. Έχει τόσο βαθιές ρίζες αυτό το θέμα στην κοινωνία, η οποία είναι πάντα μπροστά, παρά τα επιβεβλημένα θρησκευτικά κωλύματα. Πιστεύω ότι ως θέμα το ανέδειξα, το έθεσα στη δημόσια σφαίρα του διαλόγου, ελπίζω να κινητοποίησα ανθρώπους και διαδικασίες και φιλοδοξώ να είμαι ή έστω να γίνω ο συναισθηματικός καταλύτης για μια αλλαγή, έναν εκσυγχρονισμό του νομοθετικού πλαισίου, το οποίο είναι επιεικώς αναχρονιστικό και δεδομένα εξοργιστικό: η ευθανασία να θεωρείται ποινικό αδίκημα, ανθρωποκτονία με ελαφρυντικά. Μια ντροπή, δηλαδή, και για τη νομοθεσία μας και για το σύστημα μας».

 

Με αποχαιρετά γελώντας, σαν όλα καλά, σαν να είπαμε νέα, για την κυκλοφορία της νέας του ποιητικής συλλογής, για τον γνωστό πολιτικό που φαίνεται να διάκειται υπέρ της ευθανασίας κι όχι σαν να μιλήσαμε για το ουσιώδες, το μέχρι πότε, δηλαδή, θα μπορεί να πράττει σαν “business as usual”, όπως μου είπε στην αρχή.

 

«Και να σκεφτείς», μου λέει όπως βγαίνουμε από το «Φίλιον», «ότι εγώ ήμουν από τους πλέον φοβικούς ανθρώπους σε σχέση με τον θάνατο, απωθούσα πάντα την ιδέα, με τρόμαζε. Και αυτός και τα προεόρτια του. Οι αρρώστιες, οι φθορές. Αλλά τελικά όλα είναι μια ιδέα»...

 

 

__________________

Το βιβλίο του Αλέξανδρου Βέλιου "Εγώ κι ο θάνατος μου: Το δικαίωμα στην ευθανασία" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Ροές"

 

*«Λογοτεχνία + Αρρώστια= Αρρώστια». Roberto Bolaño (www.letras.s5.com/bolano290903.html)