Τέχνη της ροής του χρόνου. Η σύγχρονη τέχνη είναι η τέχνη που καταπιάνεται μανιωδώς, συγκρουσιακά αλλά και συγκροτημένα με τα ζητήματα της διάρκειας και του εφήμερου, με το θέμα του νοήματος και των ρωγμών στο νόημα, με τη στρατηγική της διείσδυσης των καλλιτεχνών και των παλλόμενων έργων τους στον δημόσιο χώρο. Πρόκειται για μια τέχνη που θέλει να βλέπει την πραγματικότητα σαν ακατάπαυστο μοντάζ πραγματικοτήτων που συνθέτουν ένα όλον, όχι παγωμένο και παγιωμένο αλλά ρευστό, υφιστάμενο αλλεπάλληλες αλλοιώσεις: ένα γοργά κινούμενο καλειδοσκόπιο από θαυμαστικά και ερωτηματικά, από τρεμάμενες αποφάνσεις και εξίσου τρεμάμενες αναιρέσεις αυτών των αποφάνσεων προς όφελος μιας δίχως τέλος αναζήτησης. Το παιχνίδι εκκινεί από τις ιστορικές πρωτοπορίες (φουτουρισμός, ντανταϊσμός, υπερρεαλισμός), διακόπτεται βάναυσα λόγω της λαίλαπας του ναζισμού, παίζεται εκ νέου μέσα από το κίνημα της υπέρβασης της τέχνης και των θέσεων που επεξεργάστηκαν o Γκι Ντεμπόρ και οι καταστασιακοί, και ύστερα από κάποιες αμήχανες επαναλήψεις και σπασμωδικές κινήσεις ωριμάζει και πάλι από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Ο Nicolas Bourriaud (13.04.1965) συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο αυτήν τη διαδικασία στα βιβλία, στα κείμενα και στις δραστηριότητές του. Δύο βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά, η «Σχεσιακή Αισθητική» και η «Μεταπαραγωγή», αμφότερα μεταφρασμένα από τον Δημήτρη Γκινοσάτη για τις εκδόσεις της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Τα δύο αυτά πονήματα, γραμμένα σε ύφος που θυμίζει τον ταχύ προφορικό λόγο των ντανταϊστών και το κοφτό μεταλλικό ευφυές στυλ του πρώιμου Ντεμπόρ, είναι μια συνεκτική εισαγωγή στα όσα συμβαίνουν γύρω μας χάρη στη documenta 14, αυτό το δυναμικό πολυγεγονός που συνεχίζει να προκαλεί έντονες συζητήσεις. Ο Bourriaud μιλάει, αναφερόμενος στους καταστασιακούς, για μια «τέχνη της ροής του χρόνου, η οποία ανθίσταται σε κάθε μορφή καθήλωσης ή οριοθέτησης». Αποφαίνεται ότι η τέχνη του 20ού αιώνα είναι «μια τέχνη του μοντάζ (της διαδοχής εικόνων) και του ντετουράζ (της υπέρθεσης εικόνων)». Θεωρεί ότι για τους καλλιτέχνες της εποχής μας «η κοινωνία έχει γίνει ένας τεράστιος κατάλογος αφηγηματικών πλαισίων [...] η σύγχρονη τέχνη παρουσιάζεται σαν μια εναλλακτική μονταζιέρα που αναδιατάσσει τις κοινωνικές μορφές, τις αναδιοργανώνει και τις ενθέτει σε πρωτότυπα σενάρια. Ο καλλιτέχνης αποπρογραμματίζει προκειμένου να επαναπρογραμματίσει, υποδεικνύοντας έτσι ότι υπάρχουν και άλλες δυνατές χρήσεις για τις τεχνικές και τα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας».

 

Διάλειμμα ολίγων λεπτών. Στους αντίποδες των πυκνών θεωρήσεων ακριβείας του Bourriaud και τάχατες εν είδει υπερασπίσεως του σαφούς και του σοφού, ντόπιοι δημοσιολογούντες εδώ κι εκεί στρέφουν τα πυρά τους (πυρά από αρκεβούζια, μουσκέτα και καριοφίλια) κατά της documenta 14: «Κατά τα άλλα η Ντοκουμέντα (sic) φέρει όλα τα δομικά χαρακτηριστικά μιας εκδήλωσης σύγχρονης τέχνης: γιγαντισμό, έφεση για πρόκληση στα όρια της ενόχλησης, πλουραλισμό ώστε να συγκαλύπτεται το νεοαποικιακό φολκλόρ από την πολιτική κορεκτίλα ή την έμφυλη –λέγε με γκέι– φιλολογία και τέλος συνειδητή πρόθεση να ΜΗΝ αρέσει (το κόστος τού να έχεις μάθει το μάθημα του Duchamp)» γράφει ο Μάνος Στεφανίδης, λες και θέλει να μας πείσει ότι ο ίδιος δεν έμαθε ότι ακριβώς το «μάθημα του Duchamp» είναι το σημείο εκκίνησης της σύγχρονης τέχνης και το πολύτιμο νηπιαγωγείο από το οποίο οφείλει να περάσει όποιος σύγχρονος καλλιτέχνης εγείρει αξιώσεις ισχύος στις στρατηγικές που συγκροτούν την τέχνη από τη μεταπολεμική εποχή έως σήμερα. Πιο οξύς, και άσφαιρος, μαίνεται ο Κώστας Κουτσουρέλης: «Δεν χρειάζεται κανείς να περιηγηθεί την documenta των Αθηνών για να διαπιστώσει για μια ακόμη φορά το ύψος της αδιανόητης βλακείας το οποίο έχει κατακτήσει η, λεγόμενη, σύγχρονη τέχνη [...] Όμως δεν πρέπει και να απορεί κανείς με το σουξέ αυτής της κατάντιας τόσες δεκαετίες τώρα». Ο ορισμός της τέχνης, κατά Bourriaud, θα έπρεπε να πείσει τον Κουτσουρέλη να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει σύγχρονη τέχνη αλλά και τι σημαίνει «αδιανόητη βλακεία», εν έτει 2017. Γράφει ο Bourriaud: «Η τέχνη είναι μια δραστηριότητα η οποία συνίσταται στην παραγωγή σχέσεων με τον κόσμο, μέσω της χρήσης σημείων, μορφών, χειρονομιών ή αντικειμένων».

 

Από τη μεριά της κοινωνιολογίας. Στο πόνημά της «Το παράδειγμα της σύγχρονης τέχνης» (μτφρ. Κωνσταντίνος Βασιλείου, εκδ. Πλέθρον), η Nathalie Heinich (03.08.1955) εξετάζει τη σύγχρονη τέχνη κοινωνιολογικά. Μιλάει για τους πρωταγωνιστές της, για κεντρικά δρώμενα σημαντικών καλλιτεχνών, για τα δίκτυα και τους καννάβους που συνθέτουν το παιχνίδι της τέχνης σήμερα. Θυμίζει τις επιθέσεις που δέχτηκαν κάθε φορά όσοι επιχείρησαν, και πέτυχαν, μια επαναδιατύπωση του ορισμού της τέχνης μέσα στον χρόνο, και, ακριβώς, υπογραμμίζει τις σχέσεις της τέχνης με τον χρόνο, όπως άλλωστε και ο Bourriaud. Σήμερα, γράφει ορθά η Heinich, δίνεται έμφαση στη συνοχή αλλά και στη μοναδικότητα, στην ικανότητα του καλλιτέχνη να παρεκκλίνει από τις προσδοκίες για το έργο. Επίσης, στις μεταθέσεις ανάμεσα σε όρια και γνωστικά πεδία, στο φιλοσοφικό φορτίο του εκάστοτε έργου, στους πειραματισμούς με το άυλο, στο μπαράζ των αλληλεπιδράσεων, στο παιχνίδι με τα οντολογικά όρια της τέχνης.