Στη Ρεϋνιόν, σε ένα μικρό ηφαιστειογενές νησί ανατολικά της Μαδαγασκάρης, στην πιο απομακρυσμένη περιοχή της Ευρώπης, μια και θεωρείται υπερπόντιο νησί της Γαλλίας, εφτά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, μένει τα τελευταία δύο χρόνια, ο 28χρονος ζωγράφος και μουσικός, Μιχάλης Κιούσης.

 

Τον Μιχάλη τον είχα γνωρίσει πριν πολλά χρόνια, μέσα από μια κοινή παρέα, σε μια έκθεση ζωγραφικής σε ένα μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας.

 

Αυτό που θυμάμαι είναι το βλέμμα του, ένα βλέμμα χαμένο, σαν να ταξίδευε σε έναν άλλον κόσμο, σαν να βρισκόταν συνεχώς κάπου αλλού. Σαν το βλέμμα των καλλιτεχνών.


Έκτοτε μάθαινα συχνά νέα του. Είτε πέφτοντας τυχαία πάνω σε κάποια έκθεση ζωγραφικής με έργα του ή σε κάποιο live που έπαιζε κρουστά με την μπάντα του, είτε απ' όσα μου διηγούνταν οι κοινοί μας φίλοι. 

 

Γνώριζα πως συνήθιζε να ταξιδεύει διαρκώς και να εγκαθίσταται, πάντα για λίγο, σε μακρινές χώρες ψάχνοντας καινούργιες εικόνες, λίγη παραπάνω έμπνευση και νέες εμπειρίες.

 

Ένας τέτοιος κόσμος συχνά εμφανίζει αντιφάσεις. Όταν κοιτάμε από απόσταση τα πράγματα και αυτήν την κουλτούρα, ενθουσιαζόμαστε αλλά σπανίως την καταλαβαίνουμε. Βλέπουμε τις εικόνες των ανθρώπων να χορεύουν ρυθμικά υπό τους δυνατούς ήχους των κρουστών και μας φαίνεται απίστευτο. Και συνήθως δεν αντιλαμβανόμαστε ότι πίσω από αυτό κρύβεται μια βίαιη ιστορία.

 

Δεν σοκαρίστηκα λοιπόν πολύ, πέρα από ένα μακρόσυρτο επιφώνημα ενθουσιασμού, όταν έμαθα ότι ζει εδώ και καιρό σε ένα απομονωμένο νησί στον Ινδικό Ωκεανό, ανατολικά της Μαδαγασκάρης.

 

Άρχισα να φαντάζομαι τροπικά δάση, επιβλητικούς καταρράκτες, χρυσαφένιες αμμουδιές, κρυστάλλινα νερά και τον Μιχάλη αγκαλιά με έναν λεμούριο να πίνει γάλα καρύδας από κοκοφοίνικα.

 

Άρπαξα αμέσως το λάπτοπ, νιώθοντας μια απερίγραπτη περιέργεια να μάθω όλα τα νέα του μαζί με μια απέραντη ευγνωμοσύνη για την εξέλιξη της τεχνολογίας. Βρήκα την επαφή του στο Skype και τον κάλεσα.

 

«Στην αρχή ξεκίνησα θέλοντας να κάνω την πρακτική μου κάπου στο εξωτερικό» απαντάει στην πρώτη ερώτηση που του κάνω για το πώς πήρε την απόφαση να κάνει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι.

 

«Έψαξα να δω αν υπάρχουν ανοιχτές θέσεις σε διάφορα μέρη και είδα πως στη Ρεϋνιόν υπήρχε ένα παράρτημα Καλών Τεχνών αλλά δυστυχώς η δική μου σχολή δεν είχε επικοινωνία με το πανεπιστήμιο εκεί, διότι θεωρούσαν πως ήταν αρκετά υποβαθμισμένο. Έτρεξα αρκετά, έτρεξα ό,τι διαδικασία χρειαζόταν, δημιούργησα την επαφή με τις δύο σχολές και στο τέλος κατάφερα να ανοίξει μία θέση».

 

«Έψαξα να δω αν υπάρχουν ανοιχτές θέσεις σε διάφορα μέρη και είδα πως στη Ρεϋνιόν υπήρχε ένα παράρτημα Καλών Τεχνών αλλά δυστυχώς η δική μου σχολή δεν είχε επικοινωνία με το πανεπιστήμιο εκεί, διότι θεωρούσαν πως ήταν αρκετά υποβαθμισμένο».
«Έψαξα να δω αν υπάρχουν ανοιχτές θέσεις σε διάφορα μέρη και είδα πως στη Ρεϋνιόν υπήρχε ένα παράρτημα Καλών Τεχνών αλλά δυστυχώς η δική μου σχολή δεν είχε επικοινωνία με το πανεπιστήμιο εκεί, διότι θεωρούσαν πως ήταν αρκετά υποβαθμισμένο».


Πέρα από το προσωπικό του όφελος, πέτυχε να εδραιωθεί έτσι και μια διεθνής σχέση, ανοίγοντας μία πόρτα για την ανταλλαγή φοιτητών μεταξύ των δύο σχολών.


«Όταν ήρθα εδώ στην αρχή δούλεψα σαν βοηθός καθηγητή εικαστικών και έμενα σε ένα διαμέρισμα υποδοχής που μου παραχωρούσαν. Το πρωί δούλευα στη σχολή και το βράδυ ζωγράφιζα τα δικά μου. Ήταν πολύ παραγωγικές μέρες και μου άρεσε. 

 

»Στην πορεία πέρασαν οι έξι μήνες του προγράμματος αλλά δεν ήθελα να φύγω. Ο τόπος είχε πολλά ακόμα να μου δώσει» μου λέει δείχνοντας ελαφρώς μαυρισμένος, αξιοζήλευτα χαλαρός και γεμάτος διάθεση.

 

«Τότε είχα ξεκινήσει να κάνω παρέα και με ένα γλύπτη, ο οποίος μου πρότεινε να δουλέψω στο εργαστήριο του και δέχτηκα. Έμενα σε ένα κοντέινερ που υπήρχε δίπλα στο εργαστήρι κοντά στο λιμάνι.

 

»Δούλευα πάνω σε πρότζεκτ, έκανα εκθέσεις ενώ ταυτόχρονα έπαιζα κρουστά σε μια σχολή χορού. Έτσι έβγαζα το χαρτζιλίκι μου» θυμάται. «Πρόσφατα ολοκλήρωσα κι ένα pop-up βιβλίο για την θεατρική ομάδα Cie Lolita Monga».

 

Πίνακες που απεικονίζουν ογκώδη σώματα σκλάβων, διαχυτικά κορμιά, πολύχρωμα δέρματα, γήινες γυναικείες μορφές που καπνίζουν, που περιμένουν να γίνει το φαΐ ή που απλά στέκονται και κοιτούν.
Πίνακες που απεικονίζουν ογκώδη σώματα σκλάβων, διαχυτικά κορμιά, πολύχρωμα δέρματα, γήινες γυναικείες μορφές που καπνίζουν, που περιμένουν να γίνει το φαΐ ή που απλά στέκονται και κοιτούν.

 

Αν και είναι σπάνιο στις μέρες μας να αρνείται κάποιος μια θέση για δουλειά είναι εξίσου σπάνιο είναι να επιλέγει να ζήσει μόνιμα σε ένα τόσο απομακρυσμένο τροπικό μέρος, αφήνοντας πίσω το σπίτι, την ασφάλεια, τους φίλους, την οικογένεια και σχεδόν όλη του τη ζωή.

 

«Ο λόγος που έφυγα ήταν κυρίως η ανάγκη μου να γνωρίσω το καινούργιο, να μάθω την ιστορία ενός άλλου λαού. Μια έρθω σε επαφή με μια διαφορετική κουλτούρα που έβλεπα αλλά δεν μπορούσα να εξηγήσω. Ο μόνος τρόπος για να το καταφέρω ήταν να ζήσω εδώ.

 

»Να βιώσω την καθημερινότητα, να γνωρίσω τους κώδικες των ανθρώπων, να τους παρακολουθήσω, να κινηθώ με τον δικό τους ρυθμό, να τους κατανοήσω καλύτερα.

 

»Έτσι μπορώ και αποτυπώνω στη ζωγραφική μου τις πραγματικές ιστορίες των ανθρώπων» μου εξηγεί, υπενθυμίζοντάς μου πως υπάρχει και εκείνη η πάστα των δραστήριων, παθιασμένων ανθρώπων που δεν βολεύονται ποτέ.

 

«Εδώ μιλάνε κυρίως γαλλικά και κρεολέζικα, που είναι η τοπική διάλεκτος. Όταν πρωτοήρθα δεν ήξερα καμία από τις δύο γλώσσες. Δυσκολεύτηκα αλλά σιγά -σιγά άρχισα να τις μαθαίνω, να συνεννοούμαι και να κάνω παρέες» μου περιγράφει για το πώς εγκλιματίστηκε στο νησί.

 

«Οι ρυθμοί στο νησί μοιάζουν με της Γαλλίας. Τρώνε όλοι κατά τις 12 με 1 το μεσημέρι και το λήγουν νωρίς. Οι περισσότεροι κυκλοφορούν με αμάξια. Για να πάω στη δουλειά μου κάνω δέκα χιλιόμετρα με το ποδήλατο. Επίσης τα προϊόντα τους είναι αρκετά ακριβά. Δεν είναι όλα εύκολα και ειδυλλιακά» λέει.


«Πολλές φορές πάω στην λαϊκή και δεν έχει τίποτα γιατί τρέχουν όλοι να αγοράσουν κονσέρβες σε περίπτωση κυκλώνα. Τα σπίτια τους είναι φτιαγμένα με ευτελή υλικά για αυτόν ακριβώς το λόγο. Τον Ιανουάριο που είχαμε κυκλώνα ξεριζώθηκαν πολλά δέντρα και σπίτια. Και το δικό μου κατάλυμα υπέστη μικρές ζημιές. Θέλει πολλή προσπάθεια, δουλειά και υπομονή».

 

«Το έχω γυρίσει όλο το νησί. Υπάρχουν τρομερά πράγματα που μπορείς να κάνεις. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εδώ το έχουν οι ναοί, η αρχιτεκτονική και η γλυπτική. Η Ρεϋνιόν δεν έχει ούτε πολύ τουρισμό, ούτε εύκολα μπορείς να βρεις κάπου για να κάνεις μπάνιο γιατί έχει καρχαρίες. Πρόσφατα όμως ανακάλυψα ένα ωραίο, ασφαλές μέρος και κολυμπάω εκεί».


Σίγουρα υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ενσωματωθεί κανείς και να αποκτήσει μια ρουτίνα σε ένα νέο εξωτικό μέρος. Ειδικά τον πρώτο καιρό, η προσαρμογή πρέπει να είναι συναρπαστική.

 

«Εδώ μιλάνε κυρίως γαλλικά και κρεολέζικα, που είναι η τοπική διάλεκτος. Όταν πρωτοήρθα δεν ήξερα καμία από τις δύο γλώσσες. Δυσκολεύτηκα αλλά σιγά -σιγά άρχισα να τις μαθαίνω, να συνεννοούμαι και να κάνω παρέες».
«Εδώ μιλάνε κυρίως γαλλικά και κρεολέζικα, που είναι η τοπική διάλεκτος. Όταν πρωτοήρθα δεν ήξερα καμία από τις δύο γλώσσες. Δυσκολεύτηκα αλλά σιγά -σιγά άρχισα να τις μαθαίνω, να συνεννοούμαι και να κάνω παρέες».

 

Πέρα όμως από την αναζωογονητική περιπέτεια και τις νέες εικόνες δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος που να έχει εγκατασταθεί σε μια ξένη χώρα και να μην αισθάνεται, έστω και λίγο, το μαράζι της ξενιτιάς.


«Φυσικά ανακαλύπτω πολλές διαφορές με τη ζωή στην Ελλάδα» μου λέει. «Υπάρχουν στιγμές που λησμονώ τους φίλους και την οικογένεια μου, ή το να πετύχω τυχαία στον δρόμο κάποιον γνωστό και να πιούμε μαζί έναν καφέ.

 

Και εδώ οι άνθρωποι είναι ανοικτοί και φιλόξενοι αλλά όσο να 'ναι έχει διαφορά με το να είσαι στην πατρίδα σου. Νομίζω μάλιστα πως πρέπει να είμαι και ο μόνος Έλληνας στο νησί.

 

Κάθε φορά που οι κάτοικοι ακούνε την προφορά μου απορούν. Δεν γνωρίζουν κάποιον άλλον συμπατριώτη μου, ούτε εγώ έχω συναντήσει κανέναν. Παντού υπάρχουν όμως τα καλά και τα κακά» προσθέτει καθώς τραβάει ακόμα μια τζούρα από το τσιγάρο και πίνει μια γουλιά από τον καφέ του.


Πάντα ο Μιχάλης έτρεφε μια ιδιαίτερη εκτίμηση στην αφρικανική κουλτούρα και στην ιστορία αυτών των λαών. Το βλέπεις ξεκάθαρα στα έργα του.

 

Το εξωτικό στοιχείο, τα έντονα χρώματα, οι επιβλητικές μορφές, η αίσθηση της κίνησης και του έντονου ρυθμού δεσπόζουν σχεδόν σε κάθε του πίνακα.


Κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας μου εξηγεί πως στη Ρεϋνιόν διακρίνεις παντού τα σημάδια της αποικιοκρατίας. Το νησί είναι πολυφυλετικό και «πολύχρωμο». Αυτό είναι αυτό που βρίσκει και ο ίδιος το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στο μέρος.


«Ακριβώς επειδή η αποικιοκρατία είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία αυτού του τόπου και οποιουδήποτε λαού που φέρει συγγενή χαρακτηριστικά, μου δίνει πάτημα στην εικαστική μου διερεύνηση».

 

 


Πίνακες που απεικονίζουν ογκώδη σώματα σκλάβων, διαχυτικά κορμιά, πολύχρωμα δέρματα, γήινες γυναικείες μορφές που καπνίζουν, που περιμένουν να γίνει το φαΐ ή που απλά στέκονται και κοιτούν.

 

«Η εποχή της δουλείας είναι ακόμα νωπή στο νησί. Καταργήθηκε μόλις το 1848 με την Γαλλική επανάσταση. Εδώ έχουν βρεθεί Ευρωπαίοι, Αφρικανοί, Ινδοί, Ασιάτες και Άραβες, συνθέτοντας έτσι τον πολυπολιτισμικό πρόσωπο του τόπου σήμερα» αναφέρει.

 

Ασφυκτικά, ταλαιπωρημένα πορτρέτα, εξωτικές φιγούρες, έντονη ανθρώπινη κίνηση από ακρυλικά και λαδοπαστέλ, αφηγούνται τις ιδιαίτερες ιστορίες των κατοίκων του νησιού.

 

«Ένας τέτοιος κόσμος συχνά εμφανίζει αντιφάσεις. Όταν κοιτάμε από απόσταση τα πράγματα και αυτήν την κουλτούρα, ενθουσιαζόμαστε αλλά σπανίως την καταλαβαίνουμε.

 

Βλέπουμε τις εικόνες των ανθρώπων να χορεύουν ρυθμικά υπό τους δυνατούς ήχους των κρουστών και μας φαίνεται απίστευτο. Και συνήθως δεν αντιλαμβανόμαστε ότι πίσω από αυτό κρύβεται μια βίαιη ιστορία».

 

Ο Μιχάλης παραδέχεται πως με πολλά από τα έργα του θίγει θέματα που δεν έχουν πάψει να απασχολούν ακόμα την κοινωνία, όπως το χρώμα του δέρματος, η επιρροή του εξωτισμού στις δυτικές κοινωνίες, ανοίγοντας έτσι έναν διάλογο με τον θεατή.

 

«Το γεγονός της δουλείας εξιστορείται μέσω της Τέχνης, της ζωγραφικής και πολύ περισσότερο μέσω της μουσικής όσον αφορά το νησί. 

 

Σε πολλές κουλτούρες εξάλλου τα ιστορικά γεγονότα συνοδεύονται μέσω της μουσικής, είτε συγχρονισμένα είτε ετεροχρονισμένα, και συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να φτιάχνουν παραδόσεις, οι οποίες μπορούν να εξελιχθούν σε εντυπωσιακά επίπεδα με πλούσιες αναφορές τις οποίες μπορούμε να συναντήσουμε οπουδήποτε».

 

«Προς το παρόν θα μείνω στο νησί. Για όσο πάει. Όλα τα πράγματα έτσι κι αλλιώς κάνουν τον κύκλο τους. Όταν κλείσει αυτό το κεφάλαιο μπορεί να γυρίσω πίσω ή να πάω κάπου αλλού».
«Προς το παρόν θα μείνω στο νησί. Για όσο πάει. Όλα τα πράγματα έτσι κι αλλιώς κάνουν τον κύκλο τους. Όταν κλείσει αυτό το κεφάλαιο μπορεί να γυρίσω πίσω ή να πάω κάπου αλλού».

 

Μου εξηγεί πως σχεδιάζοντας τις παρατηρήσεις του αποκτά μεγαλύτερη κατανόηση γι' αυτό που βλέπει. «Αν και εικαστικός δεν μου αρέσει να εικάζω. Θα μπορούσα απλά να πλανώμαι και να εικονογραφώ μπανάνες, μάνγκο και φοίνικες» λέει γελώντας. 

 

«Για να βγάλω μια εικόνα πρέπει να την δω από κοντά. Να ανατρέξω, να διαβάσω, να τη ζήσω και να την κατανοήσω. Ουσιαστικά πρόκειται για μια προσωπική χαρτογράφηση μέσω της βιωματικής εμπειρίας».

 

Λίγο πριν τερματίσουμε τη σύνδεση, τον ρωτάω αν έχει αποφασίσει να μείνει για πάντα εκεί ή σκοπεύει να γυρίσει κάποια στιγμή στην Ελλάδα.

 

«Δεν ξέρω ακόμα. Προς το παρόν θα μείνω στο νησί. Για όσο πάει. Όλα τα πράγματα έτσι κι αλλιώς κάνουν τον κύκλο τους. Όταν κλείσει αυτό το κεφάλαιο μπορεί να γυρίσω πίσω ή να πάω κάπου αλλού. Το σίγουρο είναι ότι θα συνεχίσω να ταξιδεύω» μου απαντάει με το ίδιο ιδιαίτερο, γεμάτο πάθος για εξερεύνηση αλλά και κάπως χαμένο βλέμμα που είχε όταν τον πρωτογνώρισα. Αυτό το βλέμμα που έχει σχεδόν κάθε πραγματικός καλλιτέχνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δείτε περισσότερα έργα από τον Μιχάλη Κιούση εδώ.