Πασχαλιά

 

ένα νέο διήγημα της Νίκης Κόλλια

 

 

'Εργο του Χρήστου Ι. Κράνου, ηπειρώτη λαϊκού ζωγράφου από το  Περιστέρι Πωγωνίου.
'Εργο του Χρήστου Ι. Κράνου, ηπειρώτη λαϊκού ζωγράφου από το Περιστέρι Πωγωνίου.

 

Τα χέρια της πρήζονται την άνοιξη. Σχεδόν από κοπέλα. Τα τρίβει κάθε βράδυ με οινόπνευμα και μέλι, αλλά τα πρωινά και πάλι την πονάνε. Οι λαστιχένιες παντόφλες της τρύπησαν προχθές και τα νερά της φτάνουν τ' ακροδάκτυλα, χωρίς, ωστόσο, να τα καταλαβαίνει. Εδώ πάνω πέρασαν πολλά με τα χρόνια και οι τρύπες στα παπούτσια είναι μια ακόμη συνήθεια χειμώνα-καλοκαίρι.

Με δυσκολία έβγαλε τη γίδα ως πέρα στ' αλώνι. Χοροπηδούσε το σκασμένο τριγύρω της και κόντεψε κανά δυο-τρεις φορές να την τσακίσει.

Ήταν γριά, κουρασμένη και ολομόναχη.

Αργά-αργά έφερε ένα γύρο: δέντρα σχεδόν πρασινισμένα, μικρά-μικρά μπουμπούκια στα κλαριά, χορτάρια και κατακίτρινα λουλούδια, κι ανάμεσα στις πέτρες τα πρώτα χελιδόνια.

Έκατσε κάπου στα μισά.

Στην εκκλησία του χωριού τέτοια ώρα τα παιδιά θα στολίζουν τον Επιτάφιο. Ευτυχώς που κράτησε ο καιρός και φύτρωσαν τα λουλούδια.

Έβγαλε ένα αχλάδι απ' την τσέπη έφαγε το μισό και το υπόλοιπο το έδωσε στο ζώο. Ύστερα ξεκίνησε τους υπολογισμούς: χρειαζόταν σκόνες, φάρμακα και φασόλια, την εβδομάδα μετά το Πάσχα έπρεπε να βάλει κήπο, στο πίσω χωράφι καλύτερα που έμεινε χέρσο τρία ολόκληρα χρόνια, το σπόρο για τα σκόρδα και τα λάχανα θα της τον φέρουν από το μαγαζί κάτω στα Γιάννενα, έπρεπε οπωσδήποτε να έρθει η κόρη της να βοηθήσει.

Μετά για ώρα πολλή έπαψε να σκέφτεται, τελικά όμως, πήρε την απόφαση. Τέτοια μέρα έπρεπε ν' ανάψει τα καντίλια. Θα ήταν ντροπή για τόσους πεθαμένους να μην πάει κι εκείνη. Άφησε τη γίδα στο χωράφι, ανέβηκε στο σπίτι, ίσιωσε με κόπο το μαντήλι της, πήρε το λάδι και ξεκίνησε.

Τελευταίος φύλακας τόσων ανθρώπων που χάθηκαν οριστικά, η Αλέξω -γυναίκα βαθιά ταλαιπωρημένη στη ζωή- έμεινε 86 χρόνια κλεισμένη σ' ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Δεν έφυγε από εκεί, δεν σκέφτηκε ποτέ πώς είναι παραπέρα ο κόσμος, παρά μόνο για τρεις εγχειρίσεις κατέβηκε στα Γιάννενα και όταν ξυπνούσε ήθελε να την πάνε αμέσως πίσω, δεν έμαθε να διαβάζει, ούτε τα φάρμακά της, έπηζε μόνη της τυρί, φύτευε πατάτες και φασόλια και μιλούσε περισσότερο στα ζώα απ' ότι στους ανθρώπους. Δεν πίστεψε ποτέ στη μοίρα, ούτε καν ήξερε τι σημαίνει η λέξη αυτή. Παντρεύτηκε στα δεκαέξι, στα είκοσι ήταν ήδη χήρα με ένα παιδί. Έτσι είναι η ζωή έλεγε και συνέχιζε το σκάψιμο, το φύτεμα, το άρμεγμα, το ζύμωμα για εξήντα χρόνια. Ένας καθαρός, κοφτερός βουνίσιος αέρας ήταν τα χρόνια της. Χωρίς στολίδια και ιδιαίτερες χαρές. Μονότονα ίσως, αλλά απλά και ξεκάθαρα. Γήινα.

Πέθανε χθες στα μισά του δρόμου για το σπίτι της. Στα πόδια της είχε ένα άδειο μπουκάλι από λάδι και σπίρτα, γύριζε μάλλον απ' το νεκροταφείο και δεν άντεξε στην ανηφόρα. Πάνω ακριβώς απ' το κεφάλι της η γίδα βέλαζε, αλλά η κυρά της δεν μπορούσε για πρώτη φορά να την ακούσει, ήταν ήδη πολύ μακριά.

 

Την Παρασκευή το βράδυ πέθανε η τελευταία φίλη των παπούδων μου. Ήταν μια γυναίκα σα δέντρο φυτρωμένη στον τόπο της. Τα καλοκαίρια μου μάζευε χελώνες και με κερνούσε βανίλια. Τώρα πια ορφάνεψε τελείως ο τόπος εκεί πάνω, έτσι τουλάχιστον όπως εγώ τον θυμάμαι παιδί. Για την Αλέξω,λοιπόν και το ανεκτίμητο της απλής ζωής των ανθρώπων. Ν.Κ.