Φωτ. Σπύρος Στάβερης
Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 

 

 Prisunic-Μαρινόπουλος  (Λεωφ. Αλεξάνδρας) 

Μικρές αθηναϊκές ιστορίες

1982

 

 

Δευτέρα 

 

Κατεβαίνω στο υπόγειο, στα τρόφιμα, να αφήσω την ομπρέλα και να στεγνώσω. Αν δεν ήταν η μπόρα, θα ήμουν ήδη στο σπίτι των φίλων που με φιλοξενούν, στην Παπατσώρη, και θα τρώγαμε παρέα για μεσημέρι. Εδώ, στα έγκατα, με τέτοιο καιρό έξω, δεν υπάρχει ψυχή. Αρκετά ταμεία είναι κλειστά. Και καναδυό είναι άδεια. Η ταμίας δεν με αντιλαμβάνεται αμέσως. Κουβεντιάζει με την διπλανή της: "Χθες το μεσημέρι, ξέρεις, δεν κάθισα να φάω σπίτι μου. Είχε μαγειρέψει αγκινάρες η μάνα μου και τις απεχθάνομαι". Βάζει τα γέλια, κι επειδή ντράπηκε που την άκουσα, σκύβει και ακουμπάει το κεφάλι της πάνω στην ταμειακή μηχανή, σχεδόν την αγκαλιάζει. 123 δρχ. Ψάχνω τις 3 στην τσέπη μου, μου ζητάει τις 23 και προσθέτω το εικοσάρικο. 'Εχει έτοιμα στο χέρι της τα ρέστα από το χιλιάρικο, σίγουρη ότι θα την εξυπηρετούσα. Μου τα δίνει, λέω ευχαριστώ, και ρίχνω τα πράγματα στην πλαστική σακούλα που έχει κιόλας ακουμπήσει μπροστά μου.  

 

Τετάρτη


Οι ταμίες του Μαρινόπουλου, μου είχε πει η Δήμητρα, φημίζονται για τη στριμάδα τους και τον οξύθυμο χαρακτήρα τους. Τις δικαιολογεί όμως, επειδή έχουν να κάνουν με τόσο κόσμο, κι επειδή η ίδια είναι πάντα με το μέρος των εργαζομένων, παρότι είχε αρπαχτεί άσχημα μια φορά με μία υπάλληλο, που υποπτεύθηκε τη φίλη μου ότι έκλεβε και προσπαθούσε να δει τι είχε μέσα η τσάντα της. Την τραβούσε από τα λουριά, η Δήμητρα δεν την άφηνε -"πάρε τα χέρια σου αφηνιασμένη!", κι αν δεν επενέβαινε ο προϊστάμενος, μπορεί η εργαζόμενη να έτρωγε κι ένα συντροφικό χαστούκι... Τη ρωτάω, επειδή παρά ταύτα συνεχίζει να ψωνίζει εκεί, τι γνώμη έχει για την κοπέλα που απεχθάνεται τις αγκινάρες. Είναι κάπως λιγότερο στρίγγλα από τις άλλες, αλλά χωρίς να είναι και ιδιαίτερα συμπαθητική. Το μεγάλο θέμα σύγκρουσης με τους πελάτες είναι πάντως οι πλαστικές σακούλες. Δεν είναι σαφές αν έχουν πάρει οδηγίες για να τις δίνουν με φειδώ οι κοπέλες στα ταμεία, ή αν το βλέπουν και το απολαμβάνουν σαν τιμωρία.


Μου φάνηκε σήμερα πως με είδε να κατεβαίνω τα σκαλιά. Βρίσκω τα δύο τρία πράγματα που θέλω και φτάνω γρήγορα στο ταμείο της. Η γυναίκα, μπροστά μου, έχει πληρώσει, αλλά δυσκολεύεται να χωρέσει όλα τα ψώνια της μέσα σε δύο μόνο σακούλες. 'Εχει αγχωθεί γιατί την παρακολουθούμε, κι όσο πιο πολύ καθυστερεί, τόσο περισσότερο φουντώνει η ταμίας. Στο τέλος δεν κρατιέται και βάζει τις φωνές, αδιαφορώντας για τις εντυπώσεις που αφήνει, σε μένα ιδιαίτερα. Σηκώνει τα χέρια της ψηλά: "Δεν σας φτάνουν, μαντάμ; Πέντε σακούλες έχετε πάρει!" Η γυναίκα δεν απαντάει. Η κοπέλα συνεχίζει να την επιτηρεί, και, για να μην δώσει στον εχθρό κι άλλο περιθώριο, ζητάει από την διπλανή της να εφαρμόσει την ίδια τακτική της καμένης γης: "Αντριάνα, μάζεψε τις σακούλες σου!" Είναι φανερό πως το διασκεδάζει να ξεσπάει έτσι πάνω στη γυναίκα. Χαμογελάει κρυφά. Ευχαριστιέται που τη βλέπει να ψάχνει γύρω της για κανένα χαρτόνι ή μία ξεχασμένη σακούλα. Ο λογαριασμός, 113 δρχ. 'Εδωσα χιλιάρικο, μου ζήτησε τις 13. Και η σακούλα ακουμπισμένη όμορφα μπροστά μου.


Παρασκευή 

 

Κάθε τέτοια μέρα, οι ουρές είναι ατελείωτες στα τρόφιμα. "Συνωστισμός και στριμωξίδι και που και που λίγο βρισίδι". Συμβαίνει και τώρα μπροστά μου. Μία ταμίας σηκώνεται νευριασμένη και κατευθύνεται προς τα ράφια. Το τρόπαιό της, ένα πακέτο ρύζι. Επιστρέφει το ίδιο νευριασμένη, έχοντας ελέγξει την τιμή, και λέει δυνατά για να την ακούσουν όλοι: "Πάτε να με κοροϊδέψετε!" Η πελάτισσα διαμαρτύρεται, που να ξέρει, δεν υπήρχε ετικέτα πάνω στο πακέτο. "Μα, κυρία μου, πρόκειται για προσφορά, πως και δεν το είδατε, τα 3... 100. Τα 3... 100, θα τα πάρετε; 'Οχι, η γυναίκα δεν τα παίρνει. 

 

Η δική μου ταμίας δεν έχει σήμερα όρεξη για φωνές. 'Ενας πελάτης, που έρχεται κι αυτός με ένα πακέτο ρύζι, ζητάει μία σακούλα. Του τη δίνει πρόθυμα: "Τώρα αμέσως, μόνο μη φωνάζετε!" Και προσθέτει, με φωνή κουρασμένη: "Μία στιγμή μόνο, κύριε, γιατί δεν υπάρχουν ψιλά." Καλεί για βοήθεια στο μικρόφωνο. "Παρακαλώ! Παρακαλώ!" Δεν έρχεται κανείς. Είναι ευέλικτη όμως. Βλέπει δύο κοπέλες που ετοιμάζονται να αλλάξουν βάρδια, και λέει στη μία: "Θα πας πάνω; Φέρε μου ψιλά, δεν έχω. Αφού πας επάνω, θα μου τα φέρεις εσύ, πάει, τελείωσε." Σε ύφος παράκλησης περισσότερο παρά διαταγής. Μετράει τα χιλιάρικα, σουφρώνει τα χείλη της. Κάνει σήμερα κάτι παιδικούς μορφασμούς. Της δίνω το ακριβές ποσό. Το παίρνει μηχανικά, ρίχνοντας μια ματιά στο μοντέρνο –ορθογώνιο - ρολογάκι με τους φωτεινούς αριθμούς που κρέμεται από μία χρυσή αλυσίδα στο λαιμό της. Και αναστενάζει. Φοράει κι ένα βραχιόλι ασορτί με το άσχημο ρολόι.