Γερμανοί στρατιώτες στην Ακρόπολη. Φωτ. Oliver Das Gupta / SZ Photo)
Γερμανοί στρατιώτες στην Ακρόπολη. Φωτ. Oliver Das Gupta / SZ Photo)

 

 

Ημιτελής Λαός

 

Αναφορικά με το βιβλίο της E.M. Butler The Tyranny of Greece over Germany
Cambridge,  2012

 


Thomas Meaney

London Review of Books - Vol. 34 No. 19 - 11.10.2012

 *

 

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκαναν οι Γερμανοί όταν κατέλαβαν την Ελλάδα το 1941 ήταν να συνεχίσουν τις ανασκαφές που είχαν διακοπεί από την έναρξη του πολέμου. Κάθε τομέας του στρατού συνέβαλε σ' αυτό: η Luftwaffe φωτογράφισε τις κλασικές τοποθεσίες· η Wehrmacht περιέφραξε τα ερείπια· η Kriegsmarine διέσωσε κομμάτια μιας αρχαίας ζωφόρου που ήταν βυθισμένη κοντά στον Πειραιά. Υπήρξαν ενθουσιώδεις ανακοινώσεις στο Βερολίνο: ο επικεφαλής ναζιστής αρχαιολόγος είπε ότι αν διέθετε 1,5 εκατομμύριο Reichsmark για να χρηματοδοτήσει το έργο του, "θα εξασφαλιζόταν η αδιαμφισβήτητη ηγεμονία της Γερμανίας στη μελέτη των ελληνικών μνημείων ... Θα ήταν μία πολύ μεγάλη χειρονομία από τον κατακτητή, που θα έδειχνε πόσο συνειδητά ανταποκρίνεται στο πολιτιστικό του κάλεσμα στην Ευρώπη".


Η Eliza Marian Butler άρχισε να μελετά τα σχέδια των Ναζί για την Ευρώπη το 1933. Γεννήθηκε στο Lancashire το 1885 και έλαβε μία συστηματική μόρφωση στην ηπειρωτική Ευρώπη. Είχε παρακολουθήσει τον Kaiser Wilhelm να επιθεωρεί τα στρατεύματά του, είχε δει από κοντά τη γερμανική βία ως νοσοκόμα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και αργότερα κατείχε μία έδρα στα γερμανικά στο Cambridge. Αρχικά ήταν μπερδεμένη όταν διαπίστωσε ότι τα χαρμόσυνα νέα των Humanitas που κόμισαν οι Χέρντερ, Γκαίτε και Σίλερ απέτυχαν να φτάσουν στο γερμανικό κοινό, αλλά δεν άργησε να καταλάβει ότι αυτό δεν ήταν το πρόβλημα: στην πραγματικότητα υπήρχε υπερβολική έκθεση στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία και τέχνη. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το γερμανικό πνεύμα είχε "υποκύψει στην τυραννία ενός ιδεώδους". Η γερμανική λατρεία για την Αρχαία Ελλάδα είχε ενθαρρύνει τους Ναζί να ξαναφτιάξουν την Ευρώπη κατά την εικόνα τους.

 

Η Butler μέμφεται τον Λούθηρο για αυτό. Είχε στερήσει τους Γερμανούς από ένα σύστημα που ικανοποιούσε την επιθυμία τους για μυστικισμό και ομορφιά, και τους έστειλε να αναζητήσουν νέους θεούς, τους οποίους βρήκαν στην ελληνική μυθολογία και τους σκανδιναβικούς θρύλους. Ερμήνευσε τη νοσταλγία τους ως μία μετατόπιση του πόθου τους για τις εγχώριες θεότητες που καταπιέστηκαν όταν οι γερμανικές φυλές εκχριστιανίστηκαν. Μετά τους απελευθερωτικούς πολέμους των αρχών του 19ου αιώνα, νέοι Γερμανοί εθνικιστές ασπάστηκαν τις ανατρεπτικές δημοκρατικές αξίες που είχαν ταυτιστεί με τους  Έλληνες. Η αθηναϊκή δημοκρατία ενέπνευσε τους φιλελεύθερους σε αντίθεση με τις περιχαρακωμένες μοναρχίες της Πρωσίας και των Αψβούργων. Τα ελληνικά αισθητικά ιδεώδη έρχονταν σε αντίθεση με τις μπαρόκ παραστάσεις των Γάλλων και την βαμπιρική εμποροκρατία των 'Αγγλων. Η επανακάλυψη του κλασικού παρελθόντος ήταν ένα διαδεδομένο ευρωπαϊκό πάθος, αλλά πουθενά δεν συνδέθηκε τόσο πολύ με την εθνική ταυτότητα όσο στη Γερμανία. Οι Γάλλοι και οι Άγγλοι μπορούσαν να εμπνευστούν από τις δικές τους πολιτικές επαναστάσεις για να βρουν το δρόμο τους προς τη νεωτερικότητα· οι Γερμανοί στράφηκαν στην Αρχαία Ελλάδα για ένα ιδεώδες που μιλούσε για την αίσθηση ενός πεπρωμένου του έθνους στην Ευρώπη. Αγκαλιάζοντας την Ελλάδα, οι Ρομαντικοί βραχυκύκλωσαν αυτό που θεωρούνταν η επιβλητική, καταπιεστική κληρονομιά της Λατινικής Ρώμης και συνέδεσαν τη Γερμανία απευθείας με τον πιο ιερό πολιτισμό στο ευρωπαϊκό παρελθόν. Υπήρχε μια ειρωνεία εδώ, καθώς η λαχτάρα για την Ελλάδα ήταν η ίδια μια ρωμαϊκή έμμονη ιδέα.

 

Όταν το βιβλίο της Butler πάνω σε όλα αυτά, Η τυραννία της Ελλάδας επί της Γερμανίας, εκδόθηκε το 1934, απαγορεύτηκε αμέσως από τους Ναζί. Μετά τον πόλεμο έγινε ένα ελάσσων κλασικό βιβλίο στον αγγλόφωνο κόσμο. Στηρίχτηκε στις γνώσεις δύο επιφανών προκατόχων της, την Ιστορία της Θρησκείας και της Φιλοσοφίας στη Γερμανία του Χάινε, γραμμένη κατά τη διάρκεια της μεγάλης "παλλίροιας" του Vormärz (περίοδος καταστολής που ακολούθησε το Συνέδριο της Βιέννης) και τον Εγωκεντρισμό στη Γερμανική Φιλοσοφία του Σανταγιάνα, που γράφτηκε κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Και των τριών τα βιβλία συνέβαλαν ως προειδοποιήσεις για το χάος που θα ακολουθούσε άν έβρισκαν εφαρμογή τα γερμανικά ιδεώδη· όλοι συμφωνούσαν ότι το γερμανικό ιδεώδες της Ελλάδας δεν μπορούσε να αντέξει πολλή πραγματικότητα. Όμως η Butler ξεπέρασε τον Χάινε και τον Σανταγιάνα, παρατηρώντας πώς οι Γερμανοί συγγραφείς είχαν τροποποιήσει το ιδεώδες τους για την Αρχαία Ελλάδα με την πάροδο του χρόνου. Η εκδοχή της Ελλάδας που λάτρευαν οι Σίλερ, Γκαίτε και Χαίλντερλιν ήταν φαντασιωμένη, και φάνηκε πως είχαν αποφύγει να επισκεφθούν τη χώρα επειδή φοβούνταν μην ξεθωριάσει το ιδανικό τους. Λίγοι Γερμανοί με σημαντική πνευματική καλλιέργεια επισκέφθηκαν την Ελλάδα τον 18ο ή τον 19ο αιώνα - πάντως όχι κατά τη διάρκεια του ελληνικού πολέμου Ανεξαρτησίας, ή στις δεκαετίες που ακολούθησαν όταν η Ελλάδα κυβερνήθηκε από έναν Βαυαρό πρίγκιπα. Η γερμανική αριστοκρατία του 18ου αιώνα δεν ήταν αρκετά περιπετειώδης ώστε να επεκτείνει το συνηθισμένο Grand Tour πέρα από την Ιταλία, και τα γερμανικά κράτη δεν διέθεταν θεσμούς φωτισμένης αρωγής όπως η Society of Dilettanti στο Λονδίνο, η οποία έστειλε από νωρίς αρχαιολογικές αποστολές στην Ελλάδα και την Ανατολία. Δεν υπήρχαν Γερμανοί φιλέλληνες που να ταιριάζουν με τους Σέλλεϋ και Μπάϋρον, για τους οποίους οι σύγχρονοι Έλληνες ήταν ζωντανοί άνθρωποι, όχι τα αιθέρια παιχνίδια της φαντασίας που ήταν για τον Χαίλντερλιν. Ο Γκαίτε απέρριψε αρκετές προσκλήσεις για επίσκεψη στην Ελλάδα. Ποτέ δεν σκόπευε να γράψει ένα "Ελληνικό Ταξίδι" για να το συνδυάσει με το Ιταλικό Ταξίδι του και νόμιζε ότι είχε βρει αρκετά καλό σκηνικό για την Οδύσσεια στη Σικελία. Όταν ο Σλήμαν ξεκίνησε την ανασκαφή του στην Τροία το 1871, θεωρήθηκε ευρέως ως χούλιγκαν επειδή προσπάθησε να μεταφυτέψει το ελληνικό του ιδεώδες σε σταθερό έδαφος.

 

Οποιαδήποτε αναφορά στον γερμανικό ελληνισμό πρέπει να ξεκινά με τον Βίνκελμαν, ο οποίος είδε στους Έλληνες "μία ευγενική απλότητα και ένα ήσυχο μεγαλείο", και ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να πείσει τους Γερμανούς ότι θα μπορούσαν να ανακτήσουν τη δόξα της Αρχαίας Ελλάδας αν την επιδίωκαν για τους ίδιους. Πέρα από αυτό, η καριέρα του Βίνκελμαν πάσχει από αυστηρή κρίση: θεώρησε αριστουργηματικά έργα κάποια που ήταν πλαστά, προσποιήθηκε κουραστικά τον ευσεβή χριστιανό στη Ρώμη για να πλησιάσει τα μεγάλα έργα της πόλης και κάλεσε έναν αμφίβολο συνταξιδιώτη του να δει την κασετίνα του με τα κοσμήματα. (Ο άντρας τον σκότωσε και πήρε τα λάφυρα.) Αλλά το αριστουργηματικό πόνημα του Βίνκελμανn, Η Ιστορία της Αρχαίας Τέχνης (1764), παρείχε στους Γερμανούς το βασικό τους κιτ για τον Ρομαντισμό και διαμόρφωσε το γούστο της επόμενης γενιάς συγγραφέων. Ο Βίνκελμαν υπερέβαλε ως προς την ηρεμία και την ευγένεια του ελληνικού πολιτισμού, αλλά ήταν τουλάχιστον υποψιασμένος ως προς τη γνώση και τη φροντίδα του ανθρώπινου σώματος που ενέπνευσε τους καλύτερους καλλιτέχνες του. Το μίσος του για το ροκοκό, το μπαρόκ, τον Μπερνίνι και τα ασήμαντα θέματα των ολλανδικών έργων ζωγραφικής, έδωσε στην τέχνη και την κριτική της τέχνης την αξία που την ανύψωσε  στην εθνική συνείδηση. "Ο σκοπός μου ήταν πάντοτε", έγραψε, "η δημιουργία ενός έργου στη γερμανική γλώσσα, που παρόμοιο δεν έχει δει ποτέ το φως της ημέρας, προκειμένου να δείξω στους ξένους τι μπορούμε να κάνουμε". Ο Γκαίτε συνόψισε τη στάση της γενιάς του απέναντι στον Βίνκελμαν: "Δεν μαθαίνεις τίποτα όταν τον διαβάζεις, αλλά γίνεσαι κάτι".

 

Ο Χέρντερ ήταν ο πρώτος που έγινε κάτι. Δέχτηκε ότι οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι δεν είχαν τίποτα το κοινό με τους Έλληνες, αλλά υποστήριξε με έμφαση ότι δεν υπήρχε επιστροφή. "Στήστε ελληνικά αγάλματα ώστε κάθε σκύλος να τα κατουράει", έγραψε, "και δεν θα δώσετε ποτέ στον σκλάβο που περνάει κάθε μέρα μπροστά τους, στον γαϊδαρο που κουβαλάει το φορτίο, την αίσθηση ότι θα καταφέρουν ποτέ να τους μοιάσουν." Όπως ο Βίνκελμαν, ο Χέρντερ κοίταξε τους Γερμανούς και είδε "ημιτελή χαρακτηριστικά ακόμα και στα πιο όμορφα πρόσωπα". Η απάντησή του ήταν καταπληκτική: "Πρέπει λοιπόν να αντισταθμίσουμε αυτήν την έλλειψη ομορφιάς με μία αναισθησία και μια συγκεκριμένη βόρεια αυστηρότητα που μπορεί να είναι περισσότερο ευλογία παρά κατάρα". Οι Γερμανοί, είπε ο Χέρντερ, θα πρέπει να είναι ικανοποιημένοι ότι τουλάχιστον αντιλήφθηκαν την έλλειψη ομορφιάς τους. Πίστευε ότι από την συνειδητοποίηση αυτή,  ίσως μια μέρα να ανοίξει μια νέα, πιο αυθεντικά γερμανική κατανόηση της αισθητικής αξίας. Αντίθετα με την αντίληψη του Βίνκελμαν για την ομορφιά ως αντικειμενική ιδιότητα, ο Χέρντερ, πριν τον Καντ, θεώρησε την ομορφιά ως ποιότητα που αποδίδουμε σε αντικείμενα ανάλογα με την εμπειρία που αυτά μας δίνουν. Η απόλυτη ικανότητα να συλλάβουμε την ομορφιά θα ήταν κάτι που εμείς οι μοντέρνοι θα μπορούσαμε να απολαύσουμε.

 

Η αρχαία Ελλάδα μπορεί να ήταν ένα υψηλό σημείο στην ανθρώπινη ιστορία, είπε ο Χέρντερ, αλλά δεν ήταν το απόλυτο. Η ελληνική τέχνη ήταν μέρος της κοινωνίας της και δεν θα μπορούσε, όπως το ήθελε ο Βίνκελμαν, να αναβιώσει ένα μέρος της χωρίς τα άλλα. Ο Χέγκελ τόνισε ένα παρόμοιο σημείο όταν εξήγησε ότι δεν υπήρχε ουσιαστική διάκριση μεταξύ τέχνης και θρησκείας στην Αρχαία Ελλάδα: προσφέροντας στους Έλληνες τους θεούς τους και καθιερώνοντας τη θεοδικία στην ποίηση, ο Όμηρος ήταν ταυτόχρονα ο Μωυσής και ο Μίλτον. Όπως ο Χέρντερ, ο Χέγκελ προσπαθούσε να μετριάσει τη γερμανική νοσταλγία για την Ελλάδα.

 

Ο Χαίλντερλιν, ωστόσο, δεν κράτησε τίποτα από όλα αυτά. Καθ 'όλη τη διάρκεια της ζωής του, ήθελε να βλέπει τη γερμανική πόλη να αναμορφώνεται σύμφωνα με δημοκρατικές ελληνικές κατευθυντήριες γραμμές - ένα όνειρο που σταδιακά εγκαταλείφθηκε από τον Χέγκελ και τον Σέλινγκ, τους πρώην ριζοσπαστικούς του φίλους στο Τούμπινγκεν. Αλλά το πνεύμα του Χαίλντερλιν συνετρίβη από έναν κόσμο που δεν είχε θέση για τα ιδεώδη του, ούτε καν στο επίπεδο της ποίησης. Όπως έγραψε στον αδερφό του το 1799: 

 

Ω Ελλάδα, με την ιδιοφυΐα και την ευσέβειά σου, πού έχεις πάει; Ακόμη κι εγώ, πάρα τις προσπάθειές μου, μπορώ μόνο στα τυφλά να ακολουθήσω τα ίχνη αυτών των απαράμιλλων ποιητών· και γίνομαι έτσι πιο γελοίος και αδέξιος σε όλα αυτά που γράφω και που κάνω, γιατί, όπως και οι χήνες με τα πλατιά τους πόδια, στέκομαι σε μια σύγχρονη λακκούβα, χτυπώντας αδύναμος τα φτερά μου προς τον ουρανό της Ελλάδας.

 

Για τους θαυμαστές του, ο Χαίλντερλιν ήταν ο πιο καθαρόαιμος Γερμανός ποιητής, σε βαθμό όμως που η Γερμανία της εποχής του αδυνατούσε να αντέξει. Στο μυθιστόρημά του Υπερίων (1799), ο φανταστικός alter ego  του θυμάται να περνάει έναν θλιβερό χρόνο στη Γερμανία πριν ξεκινήσει να πάρει μέρος στην ελληνική εξέγερση του 1770 εναντίον των Οθωμανών. "Η απλή ευφυϊα, ο απλός λόγος είναι πάντα οι βασιλιάδες του Βορρά", λέει ο Υπερίων. "Η ευφυϊα χωρίς την ομορφιά του πνεύματος είναι σαν ένας υποτακτικός τεχνίτης που κατασκευάζει έναν φράχτη από χοντρό ξύλο, και καρφώνει τους ξύλινους πασάλους στον κήπο που ο αφέντης θα καλλιεργήσει". Αυτό ακούγεται σαν το συνηθισμένο ρομαντικό παράπονο, αλλά η διαφορά συνίσταται στην αναφορά στον "Βορρά". Για τους 'Αγγλους Ρομαντικούς, το ζήτημα της αυθεντικότητας σκόνταψε πάνω στο αστικό / αγροτικό πλαίσιο. Για τους Γερμανούς Ρομαντικούς, η διαφορά ήταν εθνο-ιστορική. Οι Γερμανοί του Χαίλντερλιν, όπως και του Χέρντερ, είναι άνθρωποι ημιτελείς. Αλλά αντί να προσπαθεί να προετοιμάσει το δρόμο για μια πολιτιστική αναγέννηση, ο Χαίλντερλιν ήθελε να λύσει το πρόβλημα στην ποίησή του. Στα τελευταία του έργα πριν από την κάθοδό του στην τρέλα, προσπάθησε να το κάνει συγχωνεύοντας τις φιγούρες του Διόνυσου και του Χριστού. Γι' αυτόν, η αναμέτρηση ανάμεσα στον παγανισμό και τον χριστιανισμό ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. 

 

Όπως πολλοί Γερμανοί ποιητές της γενιάς μετά το Χαίλτερλιν, ο Χάινε λάτρευε τους Έλληνες στα νιάτα του, αλλά σε αντίθεση με τους υπολοίπους, πίστευε ότι η σχέση αυτή ήταν καταδικασμένη. Είχε κι ένα προαίσθημα όταν επισκέφτηκε το Λούβρο εν μέσω της επανάστασης του 1848:

 

Παρέλυσα σχεδόν όταν μπήκα στην ψηλοτάβανη αίθουσα όπου η ευλογημένη θεά της ομορφιάς, η Αφροδίτη της Μίλου, στεκόταν πάνω στο βάθρο της. Ξάπλωσα στα πόδια της πολλή ώρα και έκλαιγα τόσο πικρά που θα έλιωνε μια καρδιά από πέτρα. Και πράγματι η θεά με κοίταξε με θλίψη, αλλά ταυτόχρονα και τόσο απελπισμένα σαν να προσπαθούσε να πει: Μα δεν βλέπεις ότι δεν έχω χέρια και γι' αυτό δεν μπορώ να σε βοηθήσω. 

 

Ο Χόλτερλιν "μεγάλωσε στην αγκαλιά των θεών". Η θεά του Χάινε όμως δεν είχε χέρια. Οι Έλληνες, είπε ο Χάινε, δεν ήταν καθόλου χρήσιμοι για τις επαναστάσεις της Ευρώπης· μία πραγματική πολιτική μεταρρύθμιση απαιτούσε μια πολύ πιο κοινότοπη μορφή εθνικής αυτοαξιολόγησης. Ωστόσο, καθώς γύρισε την πλάτη του στους λαμπερούς, ευγενείς Έλληνες των Βίνκελμαν και Χαίλντερλιν, ο Χάινε είδε μια νέα πλευρά τους: προσπάθησε να φανταστεί πώς οι ειδωλολατρικοί θεοί θα αντιμετώπιζαν τη νίκη του Χριστού. Στο δοκίμιό του "Οι εξόριστοι Θεοί" (1853), μετέτρεψε αποσπάσματα από το Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων του Πλούταρχου σε μια έξυπνη σύγχρονη σάτιρα. Ο Απόλλωνας εκτελέστηκε στην Αυστρία επειδή η γλυκύτητα του τραγουδιού του είχε προσβάλει τους μοναχούς. Ο Ερμής, μεταμφιεσμένος σε ολλανδό επιχειρηματία, μεταφέρει ψυχές στην Αγγλία, που είναι τώρα η γη των νεκρών. Ο Πλούτωνας και ο Ποσειδώνας διατήρησαν τις δουλειές τους, αλλά ο Δίας είναι ένας άθλιος γέρος, που βρίσκεται αποκλεισμένος σε ένα νησί στην Αρκτική. Ο πιο ανθεκτικός θεός είναι ο Βάκχος (Διόνυσος), ο οποίος πήγε σε ένα μοναστήρι στο Τιρόλο και έγινε Ηγούμενος. Η διφορούμενη φύση του Διονύσου, που συνδυάζει τη μεθυστική χαρά με τη μεγάλη σκληρότητα και τον πόνο, βασάνιζε τον Heine. Οι περιγραφές του για τις τελετές των Διονυσίων Μυστηρίων υποδηλώνουν ότι τα πιο σκοτεινά στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού θα μπορούσαν να εμποδίσουν τη σύγχρονη απομάγευση υπονομεύοντας όλες τις ορθολογικές παραδοχές για την ανθρώπινη κοινωνία.

 

Ο Νίτσε εναντιώθηκε με δριμύτητα στις ρομαντικές εξιδανικεύσεις και αμφισβήτησε την ιστορικιστική προσέγγιση που επωάστηκε στα γερμανικά φιλολογικά τμήματα από την εποχή του Friedrich August Wolf, μισό αιώνα νωρίτερα. Ως αυθεντικός κλασικιστής, ο Νίτσε χλευάζει τη ρομαντική τάση που μετέτρεπε τους Έλληνες σε φιλελεύθερους δημοκράτες, όταν μεγάλο μέρος της αριστείας τους, όπως υποστήριξε, οφείλεται στον θεσμό της δουλείας και στην αποδοχή της ανισότητας. Επέκρινε τον Σίλλερ που εφάρμοζε την "αφελή λέξη τέχνη" στους Έλληνες "σαν να ήταν μια αναπόφευκτη προϋπόθεση την οποία θα πρέπει να συναντάμε στο κατώφλι κάθε ανθρώπινου πολιτισμού, ένας ανθρώπινος παραδείσος". Δίνοντας έμφαση στη φρενήρη και διονυσιακή τάση των Ελλήνων και παρουσιάζοντάς τους ως λαό προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει την άβυσσο, ο Νίτσε άνοιξε το δρόμο για τους ακραίους μυστικιστές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Σ' αυτούς περιλαμβάνονται ο Kurt Hildebrandt και ο Stefan George, ο συμβολιστής ποιητής που φορούσε ένα πέπλο στο ύφος αρχαίας ελληνίδας γυναίκας και έβλεπε τη μυστική λογοτεχνική του λατρεία ως μία πρωτοποριακή έκφραση ενός εκ νέου μαγευμένου κόσμου. Στο περιοδικό τους, Blätter für die Kunst, ο Hildebrandt και ο George κατήγγειλαν την "παθογραφία" των σύγχρονων φιλολόγων και την πνευματική κατάπτωση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μόνο μέσω ενός "ιερού γάμου" μεταξύ της Γερμανίας και της Αρχαίας Ελλάδας, ισχυρίζονταν, θα μπορούσαν οι Γερμανοί να ανακτήσουν το πεπρωμένο τους ως ηγέτες της Ευρώπης. 

 

Ο Νίτσε ξεκίνησε να λοιδωρεί την ακαδημαϊκή ελίτ. Η Γέννηση της Τραγωδίας (1872) επιτέθηκε στους Γερμανούς κλασικιστές επειδή αρνούνταν οποιαδήποτε κοινωνική σημασία στα κείμενα πέρα από το ιστορικό τους πλαίσιο, και απέρριψε το στενό, αστικό πεδίο της Bildung του Wilhelm von Humboldt, μιας εκπαιδευτικής θεωρίας που είχε εμπνεύσει το σύστημα Gymnasium υπεύθυνο για την προώθηση της φιλολογίας στη Γερμανία σε μια κυρίαρχη θεσμική θέση. Παρά την αίσθηση που προκλήθηκε - ο Wilamowitz έγινε γνωστός από την επίθεσή του κατά της Γέννησης της Τραγωδίας - οι ριζοσπαστικές απόψεις του Νίτσε ενσωματώθηκαν αθόρυβα από τους Γερμανούς κλασικιστές στις επόμενες δεκαετίες.

 

Στη δεκαετία του 1930, ο Werner Jaeger, κορυφαίος ελληνιστής μελετητής στο Βερολίνο, είχε διατυπώσει ένα υποτίθεται πιο ζωτικό ανθρωπιστικό πρόγραμμα που πίστευε ότι απαντούσε στις επικρίσεις του Νίτσε. Ο Jaeger συμφώνησε ότι η γερμανική κλασική εκπαίδευση έπρεπε να εγκαταλείψει την ιστορικιστική της ταπεινότητα και να αντιληφθεί ότι ενσάρκωνε η ίδια μόνιμες αξίες, αλλά δεν έβλεπε την ανάγκη να ανατραπεί ο νεο-ανθρωπισμός του Humboldt από το βάθρο του. Η σημασία του ελληνικού πολιτισμού δεν έγκειται στην ασυνείδητη στιλιστική του ενότητα, πλήρη από μόνη της, αλλά στο εκπαιδευτικό του σύστημα, το οποίο σχεδιάστηκε για να μεταδώσει τις γνώσεις του στις μελλοντικές γενιές. Η ιδέα του Humboldt για την Bildung ήταν η σύγχρονη ενσάρκωση του ώριμου Τηλέμαχου στην Οδύσσεια. Ο Jaeger ήλπιζε να ξεκινήσει μια αναγέννηση στη Γερμανία, με τους Έλληνες να βοηθούν τους Γερμανούς να δημιουργήσουν μία βαθύτερη πολιτική παιδεία. Η κενότητα του προγράμματός του για έναν τρίτο ανθρωπισμό επιβεβαιώθηκε όταν προσπάθησε να το προσαρμόσει στις ανάγκες του εθνικού σοσιαλισμού. Καθώς το σύστημα Gymnasium απειλούνταν από τον ναζιστικό λαϊκισμό, ο Jaeger έγραψε ένα άρθρο σε έντονο ύφος, με τίτλο Η Εκπαίδευση του Πολιτικού Ανθρώπου και η Αρχαιότητα, που υπογράμμιζε τη σημασία του για το εθνικό σοσιαλιστικό σχέδιο. Ισχυριζόταν πως η ελληνική λογοτεχνία παρείχε "μια συλλογή ασύγκριτων μνημείων για την ηρωική-πολιτική ανθρωπότητα", η οποία περιείχε σημαντικά διδάγματα σχετικά με τη σκληρή δουλειά και την υποβολή του ατόμου στα κοινά αγαθά της πολιτείας. Το 1935, ο Jaeger παρουσίασε τον πρώτο τόμο της Paidea του, έναν εκτενή προβληματισμό γύρω από την πολιτιστική φύση της εκπαίδευσης στην Αρχαία Ελλάδα. Κανείς δεν πολύ ενδιαφέρθηκε και ο Jaeger μετακόμισε στο Σικάγο. Η Paidea είχε καλύτερη υποδοχή στις ΗΠΑ, που εκείνη τη στιγμή ήθελαν να υπογραμμίσουν τον ρόλο τους ως θεματοφύλακες του δυτικού πολιτισμού.

 

Στη ναζιστική Γερμανία δύο παρακλάδια του ελληνισμού ανταγωνίστηκαν για την πρωτοκαθεδρία: η ρατσιστική παραλλαγή του Alfred Rosenberg κ.α.· και η πιο ευγενής εκδοχή των αποφοίτων του Gymnasium, σαν τον Martin Schede, τον επικεφαλής ναζιστή αρχαιολόγο, ο οποίος δεν υιοθέτησε καμία βόρεια-ελληνική θεωρία, αλλά πίστευε ότι απλώς προσέθετε ψήγματα ελληνικής χάρης στον γερμανικό θρίαμβο. Ο Χίτλερ ήταν πιο κοντά στη δεύτερη ομάδα. Αποκάλεσε τον Ρόζενμπεργκ "στενόμυαλο Βαλτικό Γερμανό που σκέφτεται με τρομερά περίπλοκους όρους" και εξεπλάγη που κανείς δεν είχε αγοράσει τον Μύθο του 20ού αιώνα. Όταν ο Χίτλερ σκεφτόταν γενικά τους Έλληνες, είχε κατά νου δωρικά κτήρια και σώματα Σπαρτιατών, και περίμενε ότι οι Γερμανοί θα πλησίαζαν σύντομα τις μορφές τους. Η Leni Riefenstahl, όταν ανακάλυψε ότι ο πρώτος δρομέας στη λαμπαδοδρομία των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου του 1936 ήταν ο Κωνσταντίνος Κονδύλης, τον αντικατέστησε στην Ολυμπία εξαιτίας του σκούρου δερματός του με ένα πιο κατάλληλο βορειοευρωπαϊκό δείγμα. (Σε μια προσπάθεια να δανειστεί την αρχαία προέλευση των Αγώνων, είχε επίσης χαράξει τα πέντε Ολυμπιακά δαχτυλίδια σε ένα κομμάτι βράχου στους Δελφούς.)

 

Οι θεωρίες περί φυλετικών διαφορών του Rosenberg μπορεί να ήταν η πιο οπισθοδρομική εκδοχή του ναζιστικού ελληνισμού, αλλά μία πιο χλιαρή τους εκδοχή βρήκε απήχηση σε όλο το ακαδημαϊκό φάσμα. "Στον αγώνα για τη δική μας φυλετική οντότητα, δεν μπορούμε να αρνηθούμε τη βοήθεια που μας προσφέρει η ελληνική πόλις", ανέφερε ένα υπόμνημα που είχε συνταχθεί από το τμήμα φιλοσοφίας στο Tübingen το 1942. Η Suzanne Marchand, στο εξαιρετικό της βιβλίο Down from Olympus ( 1996), αναφέρει τον ιστορικό του Μεσαιώνα Josef Strzygowski, ο οποίος έγραφε για την αναγκαιότητα της μελέτης των αρχαίων ελληνικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, επειδή η Ελλάδα, "μαζί με το Ιράν, θα είναι η πιο σημαντική βάση για τη γνώση όλης της βόρειας υπόστασης". Οι πολιτικές και ρατσιστικές εκκαθαρίσεις των Ναζί εξασθένισαν σοβαρά την παράδοση των γερμανικών κλασικών, και το έργο των μελετητών στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 δεν διαβάζεται πλέον σαν να το βαραίνει ένα ελληνικό ιδεώδες. Οι κλασικοί συηηγραφείς στη Γερμανία αποτέλεσαν ένα πεδίο έρευνας όπως οποιοδήποτε άλλο, και μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με τη δημοσίευση του Nationalsozialismus und Antike του Volker Losemann, θα μπορούσε να ξεκινήσει μία αξιολόγηση γύρω από τον κλάδο αυτόν και το υπονομευμένο του παρελθόν.

 

Υπήρχε ένας Γερμανός ελληνιστής που επέζησε από τον πόλεμο και για τον οποίο το ελληνικό ιδεώδες δεν ξεθώριασε ποτέ: ο Χάιντεγκερ. Κανένας φιλόσοφος εκτός από τον Νίτσε δεν ανέφερε τους Έλληνες πιο συχνά στα έργα του, και κανένας άλλος δεν προσέφυγε τόσο συστηματικά σ' αυτούς. Πίστευε ότι η ελληνική γλώσσα είχε προνομιακή πρόσβαση στη φύση της πραγματικότητας, όπως ήταν πριν διαλύσει την ολότητά της η τραγωδία του σωκρατικού ορθολογισμού. Αποδίδει σχεδόν μαγικές ιδιότητες σε ορισμένες ελληνικές λέξεις - αλήθεια, νοείν, λέγειν - και χρησιμοποίησε το ελληνικό λεξιλόγιο και τη γραμματική ως εργαλεία για να αντικαταστήσει μία νεωτερικότητα που είχε ξεχάσει τη φύση του Είναι. Αν οι Γερμανοί μπορούσαν να αποποιηθούν λάθη 2400 ετών, θα μπορούσαν, όπως πίστευε, να βρουν έναν τρόπο να ξαναγυρίσουν στη γλώσσα τους, χρησιμοποιώντας την θαμμένη γραμματική των Ελλήνων ως οδηγό. Όπως ένας χριστιανός ιεροκήρυκας που αναλύει τα Ευαγγέλια, ο Χάιντεγκερ προτιμούσε τα θραύσματα από ολόκληρα έργα και τα μεμονωμένα λόγια από τα θραύσματα. Γι' αυτόν, μία λέξη όπως η αλήθεια περιείχε την κρυφή αίσθηση της γνώσης ως κάτι που δεν ξεχνιέται, κάτι που οι Ρομαντικοί ποιητές είχαν διαισθανθεί. "Οι Έλληνες του Χάιντεγκερ δεν συνθέτουν τόσο πολύ λογοτεχνικά ή φιλοσοφικά κείμενα", έγραψε ο κλασικιστής Glenn Most, "αλλά μεταφέρουν απλά ο ένας στον άλλο αυτούς τους πρωταρχικούς φιλοσοφικούς όρους. Κοιτάζουν ο ένας τον άλλον, λένε "φύσις" και γνέφουν αργά. Σε προσωκρατικούς όπως ο Έμπεδοκλής και ο Ηράκλειτος, ο Χάιντεγκερ βρήκε τα πρώτα ίχνη των ποιοτήτων που ήθελε περισσότερο να αποκτήσουν οι Γερμανοί: ανακλαστικότητα, άνοιγμα στον κόσμο, αγάπη για τη φύση, δεκτικότητα σε αυτόχθονες έννοιες. Με τον Χαίλντερλιν και τον Νοβάλις, βρήκε μπροστά του δύο Γερμανούς οραματιστές στο δρόμο της επιστροφής στο Είναι.

 

Στη μεταπολεμική εποχή, η Γερμανία σταμάτησε να κοιτάει προς την Αρχαία Ελλάδα. Η χώρα τώρα υπερηφανεύεται ότι απαλλάχτηκε από τους θεμελιώδεις μύθους και εξάλειψε μια για πάντα την έννοια του ιστορικού πεπρωμένου. Αλλά αυτή η δήθεν απελευθερωμένη νοοτροπία φέρνει νέα προβλήματα. Η πολιτιστική ανεπάρκεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι δεν αναγνωρίζει την ανάγκη για ένα κοινό ιστορικό υπόβαθρο. "Εάν η ΕΕ αποφασίσει ποτέ να ασχοληθεί περισσότερα για κάτι πέρα από τη γεωργική πολιτική, τις στρατιωτικές παρεμβάσεις και την τυποποίηση των φορολογικών συντελεστών επί των εισοδημάτων", γράφει ο Γερμανός κλασικιστής Christian Meier στο From Athens to Auschwitz (2005)", θα ήταν συνετό να στραφούμε στους Έλληνες για να εμπνευστούμε τον τρόπο επέκτασης της κοινωνίας των πολιτών και της ελευθερίας του πολίτη". Το ελληνικό πείραμα με τη δημοκρατική πολιτική διαμόρφωσε τα επιτεύγματα σε άλλους τομείς που τους έκαναν να ξεχωρίζουν από τους γείτονές τους, σύμφωνα με τον Meier. Η Ευρώπη επέστρεψε επανειλημμένα σε αυτά τα επιτεύγματα, μερικές φορές επεκτείνοντάς τα, μερικές φορές προδίδοντάς τα. Το πρόβλημα, όπως το βλέπει, είναι ότι οι Γερμανοί έχουν μείνει πολύ επιφυλακτικοί στο να εκμεταλλευτούν οποιαδήποτε ιστορική κληρονομιά λόγω της ντροπής και της δυστυχίας που εξακολουθεί να συνδέεται με την τελευταία προσπάθεια. Είναι πραγματικά η ΕΕ, ρωτάει, η πρώτη πολιτική οντότητα που δεν χρησιμοποιεί ιστορικά προηγούμενα;

 

Πρόκειται για μία καλοπροαίρετη πρόθεση, ακόμη και για ένα αξιοπρεπές συναίσθημα, αλλά υπάρχει αρκετή σύγχρονη ιστορία που επιτρέπει, αν το θελήσουμε, να υποστηρίξουμε την ανάγκη για μία κοινή πολιτιστική βάση για την Ευρώπη. Πράγματι, η σύγχρονη ελληνική ιστορία περιέχει ένα υποδειγματικό επεισόδιο. Το πάθος με το οποίο οι Έλληνες αγωνίστηκαν για την ανεξαρτησία τους εναντίον των Οθωμανών, και αργότερα αποτίναξαν την επιρροή των Μεγάλων Δυνάμεων, ενέπνευσε τους οπαδούς της Δημοκρατίας σε ολόκληρη την ήπειρο. Οι ελληνικές νίκες έγιναν κοινή ευρωπαϊκή κατάκτηση, όπως και οι θρίαμβοι των Ιταλών και των Ούγγρων. Μετά από αυτές τις δοκιμασίες, οι Έλληνες δεν πήραν ποτέ τη θέση τους στην Ευρώπη. Δεν έχουν ξεχάσει πόσο συχνά υποτάχθηκαν στους πολιτικούς και οικονομικούς υπολογισμούς των άλλων. Κάποιοι Δυτικοί Ευρωπαίοι, ακόμη και μερικοί Γερμανοί, βοήθησαν εξαρχής την Ελλάδα, να αναδείξει την ευρωπαϊκή της ταυτότητα, ως ένα σύγχρονο κράτος. Στη δεκαετία του 1820, την παραμονή του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, ο Γερμανός κλασικιστής Friedrich Thiersch, ο "Δάσκαλος της Βαυαρίας", επισκέφθηκε την Ελλάδα αρκετές φορές. Ο Thiersch ήταν ένας ένθερμος και ασυνήθιστα πρακτικός φιλέλληνας. Συνέταξε την σύγχρονη ελληνική γραμματική και πραγματοποίησε έρευνες για το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας και την κατάσταση των πολιτικών και οικονομικών της ρυθμίσεων, των φυσικών πόρων και των κοινωνικών συνθηκών της. Το 1833 δημοσίευσε τα ευρήματά του σε ένα έργο δύο τόμων, Η πραγματική κατάσταση της Ελλάδας και οι τρόποι αναμορφωσής της. Πρόκειται για ένα παράξενο ανάγνωσμα: 

 

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, δεν μοιάζει με κανένα άλλο μέρος της Ευρώπης, τόσο για την εγγενή ιδιοφυΐα και τον χαρακτήρα της, όσο και για τις αξίες και τους θεσμούς της. Ο λαός αυτός, ωστόσο, πρέπει να αναμορφωθεί: όλα έχουν μείνει πίσω ή έχουν υποστεί φθορά. Η αναγέννηση φαίνεται εφικτή μόνο με την εισαγωγή νόμων και εθίμων που να ανήκουν σε έναν ξένο πολιτισμό... Τίποτα δεν θα ήταν ευκολότερο από το να ξεκινήσει ένας τέτοιος μετασχηματισμός, και με διατάγματα και κίνητρα πολλά θα μπορούσαν να επιτευχθούν γρήγορα.

 

Τόσο υπερβολικό, τόσο γερμανικό. Αλλά μετά ο Thiersch το αλλάζει:

 

Ευτυχώς υπάρχει ένας άλλος τρόπος να προχωρήσουμε, χωρίς να εξαλείψουμε την πρωτοτυπία της Ελλάδας. Θα σήμαινε να μελετήσουμε τη χώρα, να διεισδύσουμε στον χαρακτήρα της και να καθορίσουμε τις πραγματικές της ανάγκες. Προχωρώντας με αυτόν τον τρόπο, χωρίς καθόλου να καταστρέψουμε το αυτόχθονο και το αυθεντικό, θα προσπαθούσαμε να επωφεληθούμε από την εμπειρία μας και να διορθώσουμε ό, τι έχει υποστεί ζημιά αποκαθιστώντας τα κομμάτια που λείπουν χωρίς να παραμορφώσουμε τα στοιχεία που έχουν ενώσει μέσα από αιώνες δυσκολιών. Έτσι, θα βρούμε μια νέα δύναμη στους ανθρώπους, όχι επιβάλλοντας ξένα έθιμα, αλλά αναπτύσσοντας εγγενείς θεσμούς και καλλιερόντας το εθνικό συναίσθημα. Είναι αλήθεια ότι αυτός ο τρόπος είναι δυσκολότερος από τον άλλο, κυρίως επειδή σημαίνει ότι ακολουθούμε τις διακυμάνσεις της ελληνικής ιστορίας και των ντόπιων παραδόσεων. Μόλις αρχίσουμε να το επιχειρούμε, θα συναντήσουμε μεγάλες δυσκολίες. Θα πρέπει να ξεχάσουμε τον εαυτό μας για μια στιγμή και πάνω απ' όλα να αγαπήσουμε την Ελλάδα για να μην εγκαταλείψουμε αυτόν τον επίπονο δρόμο. Αλλά το αποτέλεσμα θα είναι προς το καλύτερο.

 

'Ολα τα ελαττώματα του Ελληνισμού υπάρχουν εδώ: η ρομαντική έκκληση στην ψυχή του λαού, η έκκληση για ιστορική συνέχεια, η πίστη στο εθνικό πεπρωμένο. Αλλά εδώ αυτά όλα τα συνδέει ένα πνεύμα καλής θέλησης. Η Γερμανία θα μπορούσε να πράξει χειρότερα για ένα ιδεώδες.

Thomas Meaney

 

Μτφ. Σ.Σ.