Πέτερ Χάντκε

 

 

Οι Αθώοι, Εγώ και η άγνωστη στην άκρη του επαρχιακού δρόμου

 

 *

 

"Ακούστε: ο δρόμος μου, το δίκιο μου, το τελευταίο ελεύθερο δρομάκι πάνω στον πλανήτη - θέλω να το υπερασπιστώ. Θέλω; Πρέπει. Είναι ο ρόλος μου. Και θέλετε να ξέρετε, ηλίθιοι, πως μου ανατέθηκε αυτός ο ρόλος;"

Πέτερ Χάντκε

 

 

Σκηνή από το έργο, όπως ανέβηκε στο Théâtre national de la Colline. Φωτ. Jean-Louis Fernandez
Σκηνή από το έργο, όπως ανέβηκε στο Théâtre national de la Colline. Φωτ. Jean-Louis Fernandez

 

 

Ο Πέτερ Χάντκε και το "Εγώ" του παρέμειναν στην άκρη του δρόμου

 

Fabienne Darge

Le Monde, 07.03.2020

 

Το θεατρικό έργο του αυστριακού συγγραφέα, που σκηνοθετεί ο Alain Françon (στο Théâtre national de la Colline), ταλαντεύεται μεταξύ ποίησης και ερμητισμού.

 *

 

Είναι ένας δρόμος. Ένας μικρός κοινός επαρχιακός δρόμος, που ακολουθεί μία καμπύλη κάτω από έναν γκρίζο ουρανό με μεταβαλλόμενο φως και τη συγκέντρωση μερικών μαύρων σύννεφων χαμηλά στον ορίζοντα. Ένας δρόμος που θα ήταν "ο τελευταίος ακόμη ελεύθερος δρόμος πάνω στη γη, το τελευταίο μη κρατικοποιημένο, μη χαρτογραφημένο, μη γκουγκλαρισμένο, μη καλλιεργημένο μέρος του πλανήτη".

 

Αυτός πρωταγωνιστεί στο τελευταίο έργο του Πέτερ Χάντκε Οι Αθώοι, Εγώ και η άγνωστη στην άκρη του επαρχιακού δρόμου, που σκηνοθετεί  ο Αλαίν Φρανσόν στο Théâtre national de la Colline στο Παρίσι. Ο Χάντκε, βραβευμένος με ένα πολύ φρέσκο Νόμπελ Λογοτεχνίας, είναι ένας συγγραφέας των τόπων και της περιπλάνησης, και ο δρόμος είναι ταυτόχρονα περιπλάνηση και ο τόπος όπου κατέληξε ο Εγώ, ο ήρωας του έργου, ο οποίος, χωρίς αμφιβολία, μοιάζει με τον Αυστριακό συγγραφέα, στο πως συγκρούονται ο "επικός" και ο "δραματικός εαυτός" του.

 

Ο Εγώ είναι ο φύλακας του δρόμου, στην άκρη του οποίου καταλαμβάνει ένα τσιμεντένιο καταφύγιο, μια καλύβα του ερημίτη, μια σπηλιά εκτεθειμένη στους ανέμους. Είναι φύλακας αυτού του φτωχικού δρόμου, όπως άλλοι, σε πιο ελεγειακούς καιρούς σαν εκείνους του Βιργίλιου, ήταν φύλακες ενός φτωχικού κήπου. Αλλά να που τώρα, στον ιερό του τόπο, τον εκλεκτότερο μεταξύ όλων πάνω στη γη, καταφθάνει η ομάδα των Αθώων με επικεφαλής τον αρχηγό τους.

 

Οι Αθώοι δεν κάνουν τίποτα κακό, τηλεφωνούν από το κινητό τους, παρακολουθούν τον κόσμο μέσα από την ταμπλέτα τους, σκορπίζουν στον δρόμο σ' αυτήν την ανοιξιάτικη μέρα, κουβεντιάζουν. Είναι υπερσυνδεδεμένοι, αθάνατοι, καλοσυνάτοι, καλλιεργημένοι. Η εισβολή τους θα προκαλέσει στον Εγώ τη λεκτική καταιγίδα η οποία δίνει την πνοή της στο έργο και ταυτόχρονα το βαραίνει, όπως τα σύννεφα της καταγίδας που μαζεύονται κάτω από τον καθαρό ουρανό.

 
Γι' αυτό και μας αφήνει ένα ανάμεικτο συναίσθημα το έργο, το οποίο ο Αυστριακός συγγραφέας έκανε τέσσερα χρόνια για να το γράψει, μεταφράζοντάς το έπειτα ο ίδιος στα γαλλικά. Στους μεγάλους μονολόγους που το αποτελούν, η ποίηση μιας σχέσης με τον κόσμο όπου θα ακουγόταν το θρόισμα του χρόνου και της ιερότητας έρχεται σε αντίθεση με έναν ερμητισμό υπερβολικά φορτωμένο με αναφορές - στον Σαίξπηρ και την Καταιγίδα του, βέβαια, αλλά και στον Εμμανουήλ Ο. Λεβινάς και τη σκέψη του πάνω στο πρόσωπο, στον Χαίλντερλιν, στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης ... - ένας ερμητισμός που συχνά ακούγεται κάπως κενός.

 

Ο Alain Françon, ωστόσο, αντλεί το καλύτερο από το μακρύ, άνισο, πυκνό δραματικό αυτό ποίημα, μαζί με ηθοποιούς που επιλέχθηκαν και καθοδηγήθηκαν θαυμάσια. Η υπέροχη σκηνογραφία του Jacques Gabel είναι κάτι περισσότερο από ένα σκηνικό: ένας χώρος που σε αρπάζει και σε μαγνητίζει. Σπάνια νιώθουμε στο θέατρο αυτό το συναίσθημα του να κατοικείς τον κόσμο, μέσα σε όλο το γαλήνιο μυστήριό του και την απεραντοσύνη του. [...]

 

Μτφ. Σ.Σ.