Βράδυ στα μπαρ του κέντρου. Ποδήλατα στα κάγκελα, παπιά, παιδιά στα κράσπεδα. Ιδρώτας. Βρετανική αισθητική, σε βαλκάνιο μίξερ. Αισθήματα άδηλα, θαμμένα κάτω από μια μεμβράνη βαρεμάρας. Βλέμμα ανετάριστο -η βλεφαρόπτωση του στυλ. Τα πέλματα σέρνονται, μπερδεύονται - θα 'ταν εξαίσιο να δεθεί κόμπο το σώμα μόνο του, εκεί που πάει να πάρει ένα μπιρόνι.

 

Ηρθα ν' ακούσω ένα ντι-τζέι. Σέρνω τα πόδια μου στη βερολινέζικη σάλα, την εξεζητημένα ανεκζήτητη, ανάμεσα στους νάρκισσους, που χορεύουν λίγο και μετά σωριάζονται στο πάτωμα, ανέκφραστοι μέσα στη χλαπαταγή. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι αυτά τα παιδιά είναι η φύρα της εποχής. Η παράπλευρη απώλεια μιας μπερδεμένης, άγονης κουλτούρας, που εξέφρασε μόνο άγχη και αυτισμό. Εγγόνια του Ιαν Κέρτις, ας πούμε. Συνειδήσεις τεταμένες που σνομπάρουν την κατάσταση των πραγμάτων, αλλά βαριούνται και την υπερπροσπάθεια της αρετής.

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι αυτά τα παιδιά είναι η φύρα της εποχής. Η παράπλευρη απώλεια μιας μπερδεμένης, άγονης κουλτούρας, που εξέφρασε μόνο άγχη και αυτισμό. Εγγόνια του Ιαν Κέρτις, ας πούμε. Συνειδήσεις τεταμένες που σνομπάρουν την κατάσταση των πραγμάτων, αλλά βαριούνται και την υπερπροσπάθεια της αρετής.

 

Ομως κάτι δεν κολλάει. Χίλιοι ποιητές δεν χωράνε σε ένα δωμάτιο. Κάποιοι απ' αυτούς θα γίνουν οι αυριανοί μπρόκερς. Οι αυριανοί μαλάκες. Και αντιστρόφως: όλοι οι σημερινοί ξεφτιλισμένοι, οι κυνικοί, οι δολοφόνοι, οι απατεωνάκηδες πολιτικοί ήταν κάποτε νέοι. Με μαλλάκια ανέμελα. Με τι-σερτς νεωτερικά. Με ποιητική βλεφαρόπτωση. Κάποιοι άρρωστοι μπίζνεσμαν ήταν κάποτε στους δρόμους με δραματικά πανό υπέρ της δικαιοσύνης. Ενάντια στα αφεντικά. Ενάντια στη διαπλοκή - που τόσο ποθούσαν να τους αρπάξει μια μέρα στα χρυσά πλοκάμια της. 'Οπως τους άρπαξε. Και ήρθαν στα ίσα τους. Κι έκτοτε, ούτε ποίηση ούτε πανό. Μόνο μπίζνες. 

 

Ο Μάνος Χατζιδάκις το έλεγε. Δεν με ενδιαφέρουν όλοι οι νέοι. Από τους νέους θα ξεπηδήσουν οι αυριανοί βασανιστές, οι αυριανοί φασίστες. Με ενδιαφέρουν οι νέοι που έχουν καλό γονίδιο, ποιητική προοπτική. Ο υπέροχος Μάνος! Εννοούσε ότι η νεότητα, ασχέτως της ηδονικής της εξιδανίκευσης, δεν είναι μια αξία, καθαυτή. Οπως η τιμιότητα, η φιλία, η γενναιότητα... Η νιότη είναι ένα υλικό - όλα μπορούν να της συμβούν, όλα μπορείς μαζί της να τα κατασκευάσεις. Η αξία της κρίνεται εκ του αποτελέσματος - όχι από τα τροχιοδεικτικά της  (Αχ, πού 'σαι νιότη που δείχνεις πως θα γινόμουν άλλος... κ.λπ.).

  

Είπα υλικό. Να 'το απόψε. Η γενιά του ελαφρού υλικού. Του ανοιχτού σε όλα. Του υπολογιστικού επαμφοτερισμού. Της κλαίουσας ιτιάς (κατά προτίμηση, σε μια έπαυλη στο νυχτερινό L.A.). Κρέμονται από ένα τσιγκέλι αόρατο, άπνοοι, ξέπνοοι, και πίνουν μπίρες. Ένα κύμα από beats τούς πηγαινοφέρνει και μετά πάλι τίποτα. Πολύ θα ήθελα να ξέρω ποιος είναι ανάμεσά τους ο αυριανός Χατζιδάκις. Ο αυριανός Λάνθιμος. Να τον πλησιάσω και να πάρω από την κρυφή δροσιά του δύναμη. Είναι εκείνο το ξεήγκλωτο που κοιτάει το πάτωμα; Αυτός που σκόνταψε; Αυτός που κάνει ότι δεν με βλέπει;

 

Από αυτή την άποψη -τού ότι όλα μπορούν να συμβούν στη νιότη- αυτό το πλήθος έχει όψη ειλικρινή. Ειλικρινέστερη από τους παλιούς ιδεολόγους, τους κνίτες, τα φρικιά. Ούτε φανφάρες ούτε μεγάλα λόγια. 'Ενα έρπειν στις πολυθρόνες τού Μπάϊος -να πέσουμε στα πατώματα, ν' ακούσουμε ύπτιοι τις μουσικάρες. Αύριο για κάθε λέξη μας θα κόβουμε απόδειξη. Σκάσε ν' ακούσουμε τώρα. Το παρακούρασες.

 

Εξαϋλωμένη νύχτα. Κάπου έχει βρέξει. Υγρασία και άπνοια. Με περιμένουν σε άλλο μπαρ, αλλά δεν έχω σθένος. Ας πάμε για ύπνο, ωραία μου παιδιά, ωραίοι μου μαλάκες. Καληνύχτα, Τζον Μπόι. Καληνύχτα, Μέρι Έλεν. ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ. ΕΜΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ.
Καλ'νύχτα Μπιλλ. Καλ'νύχτα Λου. Καλ'νύχτα Μαίη. Καληνύχτα. Γεια γεια. Καλ'νύχτα. Καλ'νύχτα. Καληνύχτα, κυρίες, καληνύχτα, γλυκιές μου κυρίες, καληνύχτα, καληνύχτα.

 

 

_____

Δημοσιεύτηκε στην έντυπη LIFO, το 2008