Είναι γνωστό ότι οι γειτονιές που είναι περιβαλλοντικά επιβαρημένες κατατάσσονται κατά κανόνα στις πιο φτωχές περιοχές των πόλεων. Ο κύκλος πάει κάπως έτσι: η δυσάρεστη κατάσταση που δημιουργείται οδηγεί τους κατοίκους με οικονομική δυνατότητα στο να μετακομίσουν, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε μείωση της αξίας των ακινήτων και των ενοικίων. Οι νέες, χαμηλές τιμές θα προσελκύσουν κατοίκους με μειωμένο οικονομικό επίπεδο κ.ο.κ.

 

Νέα έρευνα του πανεπιστημίου St. Andrews προσφέρει μια ιστορική οπτική σε αυτήν τη διαδικασία. Η μελέτη επικεντρώνεται στις ανατολικές περιοχές (East End) των βρετανικών πόλεων, ειδικά εκείνων που διέθεταν βιομηχανική υποδομή και θεωρούνται από τις πιο φτωχές. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι σε αυτές τις αγγλικές πόλεις ο αέρας έρχεται κυρίως από τα δυτικά, γεγονός που επιδεινώνει την ατμοσφαιρική ρύπανση στις ανατολικές περιοχές των πόλεων. Αναλύοντας τις τοποθεσίες των βιομηχανιών στη βικτωριανή Αγγλία, οι ερευνητές κατάφεραν να εκτιμήσουν το επίπεδο μόλυνσης ανά γειτονιά στις πόλεις του 19ου αι. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιώντας δημογραφικά δεδομένα, μπόρεσαν να καθορίσουν το οικονομικό επίπεδο σε αυτές τις γειτονιές. Βρήκαν ότι σε αρκετά μεγάλο ποσοστό η μόλυνση του περιβάλλοντος στα διαφορετικά τμήματα των πόλεων το 1881 εξηγούσε την κοινωνική διαστρωμάτωση που υπήρχε στις γειτονιές τους.

 

Οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων στις καλές γειτονιές αποφάσισαν να πουλήσουν τα διαμερίσματά τους, επωφελούμενοι από τις υψηλές τιμές που ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν άνθρωποι με μεγαλύτερη οικονομική άνεση. Αντίθετα, οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων στις φτωχές γειτονιές δεν κατάφεραν να προσελκύσουν νέους αγοραστές, οπότε παρέμειναν εκεί.


Αυτό όμως που είναι πραγματικά εκπληκτικό είναι το δεύτερο εύρημα της έρευνας, ότι δηλαδή τα επίπεδα της μόλυνσης του 1881 εξηγούν ακόμα και σήμερα τη γεωγραφική κατανομή της φτώχειας στις ίδιες αυτές πόλεις. Οι ερευνητές δηλαδή έδειξαν ότι από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν οι φτωχές γειτονιές, οι οποίες λόγω της γειτνίασης με τις πηγές μόλυνσης οδήγησαν στην έξοδο τους πλούσιους κατοίκους και συγκέντρωσαν πληθυσμό χαμηλής οικονομικής δυναμικής, ήταν δύσκολο να αλλάξουν, παρόλο που η μόλυνση περιορίστηκε στα χρόνια που ακολούθησαν. Η φτώχεια με κάποιον τρόπο προσέλκυσε κι άλλη φτώχεια, μολονότι η αρχική παράμετρος (μόλυνση του περιβάλλοντος) έπαψε να ισχύει, καθώς από το 1881 έως σήμερα έχουν γίνει αρκετά βήματα στην περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση, η τεχνολογία έχει γίνει περισσότερο «πράσινη», ενώ παλαιού τύπου βιομηχανίες έχουν πάψει να λειτουργούν. 

 

Ένα άλλο στοιχείο που οδήγησε στον διαχωρισμό ανάμεσα σε φτωχές και πλούσιες γειτονιές ήταν ένα εργαλείο δημόσιας πολιτικής που δημιουργήθηκε ακριβώς για τον αντίθετο λόγο. Μέσω του θεσμού «council housing» –κάτι σαν τις δικές μας εργατικές κατοικίες– δημιουργούνταν κρατικές πολυκατοικίες, τα διαμερίσματα των οποίων νοικιάζονταν με χαμηλό ενοίκιο στα κατώτερα οικονομικώς στρώματα του πληθυσμού. Ακριβώς επειδή αυτού του είδους οι κατοικίες δημιουργούνταν και στις φτωχές/μολυσμένες γειτονιές και στις πλούσιες/καθαρές, η θεωρία έλεγε ότι θα μείωναν τη συγκέντρωση των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης. Μία από τις μεταρρυθμίσεις της Θάτσερ όμως οδήγησε στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Το μοντέλο ιδιοκτησίας άλλαξε και τα κρατικά διαμερίσματα δεν νοικιάζονταν στους πολίτες με χαμηλό εισόδημα αλλά μεταβιβάζονταν εξ ολοκλήρου, με τον νέο ιδιοκτήτη να έχει την επιλογή είτε να ζήσει εκεί είτε να πουλήσει το διαμέρισμα και να μείνει αλλού. Προφανώς, οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων στις καλές γειτονιές αποφάσισαν να πουλήσουν τα διαμερίσματά τους, επωφελούμενοι από τις υψηλές τιμές που ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν άνθρωποι με μεγαλύτερη οικονομική άνεση. Αντίθετα, οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων στις φτωχές γειτονιές δεν κατάφεραν να προσελκύσουν νέους αγοραστές, οπότε παρέμειναν εκεί. Κάπως έτσι, ένα εργαλείο δημόσιας πολιτικής που είχε σκοπό να βοηθήσει μεσαία και κατώτερα στρώματα δημιούργησε ομογενοποιημένες γειτονιές: φτωχές ή πλούσιες.


Ο οικονομολόγος Carlos Villarreal, στη δική του έρευνα με τίτλο «Πού ζει το άλλο μισό: Αποδείξεις για την προέλευση και επιμονή των φτωχών γειτονιών στη Νέα Υόρκη από το 1830 έως το 2012», κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα για γειτονιές της πόλης οι οποίες για κάποιους λόγους στις αρχές του 19ου συγκέντρωσαν οικονομικά ασθενέστερο πληθυσμό και έδειξε ότι μερικές από αυτές δεν κατάφεραν ποτέ να αλλάξουν φυσιογνωμία, παρόλο που οι συγκεκριμένοι λόγοι έπαψαν να υπάρχουν. 

 

Η «σκληρή» πλευρά της Αθήνας

Στην Αττική η χωρική ανισότητα διαχωρίζεται στα δίπολα Ανατολής-Δύσης και Βορρά-Νότου. Στη δυτική πλευρά του Λεκανοπεδίου συγκεντρώνονται οι φτωχότερες περιοχές, ενώ στο βορειοανατολικό τμήμα του οι πλουσιότεροι δήμοι. Συγκεκριμένα, τα μεγαλύτερα ποσοστά φτώχειας καταγράφονται σε δήμους όπως οι Άγιοι Ανάργυροι, Φυλή, Αχαρνές, Νίκαια-Ρέντη, Πέραμα και Ελευσίνα. Σύμφωνα με έρευνες που έχουν διεξαχθεί σε αυτούς τους δήμους, 3 στους 10 κατοίκους δεν μπορούν να καλύψουν βασικές ανάγκες, όπως θέρμανση, ψύξη ή νερό, ενώ 1 στους 5 κατοίκους έχει επισκεφθεί συσσίτια και κοινωνικά παντοπωλεία.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO