ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΔΕΝ κρατούν στη μνήμη τους όσα μεσολάβησαν από τότε που οι δύο κινηματογράφοι έκλεισαν: τη δικαστική διαμάχη μεταξύ των δύο ιδρυμάτων που είχαν την κυριότητά τους, τις καθυστερήσεις, τις γραφειοκρατικές εκκρεμότητες. Το αθηναϊκό κοινό θυμάται πάντα την ημέρα που σταμάτησαν να λειτουργούν το 2012, εξαιτίας της πυρκαγιάς που προκλήθηκε από ρίψεις μολότοφ κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης που έγινε την ημέρα ψήφισης του δεύτερου μνημονίου. Έκτοτε, ο χρόνος έχει παγώσει και οι δύο κλειστοί κινηματογράφοι τροφοδοτούν μια μόνιμη και έντονη δυσφορία στο αθηναϊκό κοινό που εδώ και χρόνια περιμένει να δει ξανά τις δύο ιστορικές αίθουσες να ανοίγουν.
Η LiFO καταγράφει πλέον τα πρώτα συγκεκριμένα χρονικά ορόσημα για την επαναλειτουργία τους. Μετά τη δεκαετή και πλέον δραματική διακοπή της λειτουργίας τους, οι κινηματογράφοι Αττικόν και Απόλλων φαίνεται να εισέρχονται σε μια φάση ουσιαστικής ωρίμανσης του σχεδίου αποκατάστασης, με σαφή, αν και όχι άκαμπτα χρονοδιαγράμματα.
«Βρισκόμαστε στο στάδιο των μελετών και προβλέπουμε την έκδοση της οικοδομικής άδειας, αφού δοθούν οι εγκρίσεις, σε περίπου έναν χρόνο. Θα μπορούσε να ήταν και συντομότερα, αν δεν ήταν διατηρητέο και ιδιαίτερο ακίνητο».
― Γιάννης Περρωτής,
διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου Άτρια
Σήμερα, το έργο έχει περάσει από τη σφαίρα των σεναρίων σε μια πιο συγκεκριμένη φάση, καθώς βρίσκεται στο στάδιο των μελετών και της τεχνικής διερεύνησης, όπου αποτυπώνονται οι βασικές παράμετροι της παρέμβασης και εξετάζονται εναλλακτικές προσεγγίσεις ως προς τη λειτουργική του συγκρότηση, υπό το πρίσμα του διατηρητέου χαρακτήρα του ακινήτου. Σε αυτό το πλαίσιο, αρχίζουν να διαμορφώνονται και τα πρώτα σαφή χρονικά ορόσημα.
διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου Άτρια
«Βρισκόμαστε στο στάδιο των μελετών και προβλέπουμε την έκδοση της οικοδομικής άδειας, αφού δοθούν οι εγκρίσεις, σε περίπου έναν χρόνο», αναφέρει στη LiFO ο διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου Άτρια, Γιάννης Περρωτής. «Η κατασκευή θα διαρκέσει δύο έτη περίπου», προσθέτει, δίνοντας ένα πρώτο πλαίσιο για τον χρόνο που απαιτείται μέχρι την επαναλειτουργία των δύο ιστορικών κινηματογράφων.
Ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου μάς εξηγεί ότι το κρίσιμο στοιχείο σε ένα τέτοιο έργο δεν είναι μόνο ο σχεδιασμός αλλά η ολοκλήρωση της θεσμικής διαδικασίας: «Στην τελική εξέλιξη για κάθε έργο, όχι μόνο για το Αττικόν, με βάση τη νομοθεσία και ειδικά όταν είναι διατηρητέο, είναι πολύ σημαντικό να ολοκληρωθεί το σύνολο της διαδικασίας αδειοδοτήσεων». Η διάρκεια της φάσης αυτής, που εκτιμάται περίπου στον έναν χρόνο, «θα μπορούσε να ήταν και μικρότερη, αν δεν ήταν διατηρητέο και ιδιαίτερο ακίνητο», λέει.
Οι σταθερές του σχεδίου και η συνολική ανάπλαση
Παρά τη σύνθετη φύση του έργου, ορισμένα στοιχεία έχουν ήδη καθοριστεί. «Ξέρουμε ότι θα έχουμε σινεμά, ξέρουμε ότι θα μείνουν οι αίθουσες διατηρητέες, ξέρουμε ότι θα μείνει διατηρητέα η όψη», σημειώνει ο κ. Περρωτής, υπογραμμίζοντας ότι τα βασικά χαρακτηριστικά του κτιρίου προστατεύονται τόσο από το θεσμικό πλαίσιο όσο και από τη βούληση του σχεδιασμού.
Η παρέμβαση, ωστόσο, εκτείνεται πέρα από τις αίθουσες και αφορά τη συνολική ανάπλαση του ακινήτου, η οποία, στο στάδιο της μελέτης, αξιολογεί και συνθέτει διαφορετικά σενάρια χρήσεων, με γνώμονα τόσο τους περιορισμούς του διατηρητέου όσο και τη λειτουργικότητα του χώρου μέσα στον αστικό ιστό.
«Το αντιλαμβανόμαστε ως έναν δημόσιο χώρο», λέει, επισημαίνοντας ότι οι επιλογές δεν εξετάζονται αποσπασματικά αλλά με βασικό κριτήριο τη συμβολή τους στη ζωή της πόλης. Οι χρήσεις που εξετάζονται οφείλουν να εξασφαλίζουν δημόσια πρόσβαση και να ενισχύουν τη διαρκή παρουσία ανθρώπων στην περιοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, όπως εξηγεί, οι καθαρά γραφειακές λειτουργίες εμφανίζουν περιορισμούς: «Είναι προβληματικές κατά τις βραδινές ώρες», καθώς «μετά τις πέντε-έξι πέφτει μια σκοτεινιά και μια νέκρα». Αντιθέτως, προκρίνονται δραστηριότητες με μεγαλύτερη χρονική διασπορά, όπως η φιλοξενία, που «κρατάει τον χώρο ζωντανό πρωί, μεσημέρι και βράδυ», δημιουργώντας μια συνεχή ροή ανθρώπων.
Παράλληλα, οι περιμετρικοί χώροι του συγκροτήματος εντάσσονται σε μια λογική ήπιων εμπορικών χρήσεων ευρύτερου χαρακτήρα, που μπορούν να περιλαμβάνουν εστίαση και αναψυχή, συμβάλλοντας στη συνολική ενεργοποίηση του οικοδομικού τετραγώνου.
Ένα έργο υπό το καθεστώς του διατηρητέου: Προσοχή σε κάθε στάδιο
Η πρόοδος του έργου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το καθεστώς προστασίας του κτιρίου. «Όταν είναι διατηρητέο, έχει πολλά σημεία ελέγχου και απαιτεί πολύ προσεκτικά βήματα», τονίζει ο κ. Περρωτής.
Η διαδικασία, όπως περιγράφει, απαιτεί συνεχή εγρήγορση: «Πρέπει να προσέξεις τη μελέτη, την αδειοδότηση, την κατασκευή». Υπό αυτό το πρίσμα, αποφεύγεται οποιαδήποτε βιαστική προσέγγιση: «Κάνω κάποια βήματα και τα κάνω αρκετά προσεκτικά», λέει.
Όπως σημειώνει, «μια τέτοια διαδικασία χρειάζεται προσοχή», καθώς «έχει διάφορα σημεία στα οποία μπορεί να γίνουν λάθη», ενώ η εξέλιξη γίνεται «με έναν ρυθμό κανονικό», με στόχο «να τελειώσει όλο και να λειτουργήσει και να ικανοποιήσει τον περισσότερο δυνατό κόσμο».
Οι παρεμβάσεις, άλλωστε, θα περάσουν από αυστηρό έλεγχο: «Ό,τι παρεμβάσεις γίνουν θα ελεγχθούν από τις ελληνικές αρχές. Καθώς πρόκειται για ένα ορατό, κεντρικό και ευαίσθητο σημείο της πόλης, η αποκατάστασή του απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή».
Οι μεγάλες εκκρεμότητες και η επανεκκίνηση
Η σημερινή φάση του έργου κατέστη δυνατή μετά την επίλυση μιας μακροχρόνιας θεσμικής εμπλοκής. Η διαμάχη μεταξύ του Ιδρύματος Σταματίου Δεκόζη-Βούρου και του Μουσείου της Πόλης των Αθηνών-Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία έχει πλέον κλείσει, με τη συγχώνευση των δύο φορέων μέσω νομοθετικής ρύθμισης.
Σε αυτήν τη διαδικασία ο Γιάννης Περρωτής συμμετείχε ενεργά, εντασσόμενος στο διοικητικό σχήμα σε μια κρίσιμη περίοδο και απολαμβάνοντας την εμπιστοσύνη της διοίκησης του ιδρύματος για την προώθηση της λύσης και την επανεκκίνηση του έργου.
Το αποτύπωμα της εγκατάλειψης
Παρά το γεγονός ότι οι κινηματογραφικές αίθουσες διατηρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό άθικτες στο εσωτερικό τους, αφενός χάρη στις προσπάθειες της Πυροσβεστικής και αφετέρου χάρη στους διαχειριστές του συγκροτήματος, τους αδελφούς Γιώργο και Παναγιώτη Τσακαλάκη, η μακροχρόνια αδράνεια του κτιρίου, ιδίως στα χρόνια της κρίσης, όταν η Σταδίου είχε ερημώσει, το μετέτρεψε σε μια «μαύρη τρύπα» για τον πολιτισμό του κέντρου, αφήνοντας ένα αισθητό κενό και στην κινηματογραφική ζωή της πόλης, καθώς για χρόνια αποτελούσε ένα από τα βασικά «σπίτια» του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.
Σήμερα, η εικόνα του κτιρίου προς τη Σταδίου και η κατάσταση του περιβάλλοντος χώρου, μαζί με τους περιορισμούς στη χρήση του πεζοδρομίου, συνδέονται με λόγους ασφαλείας, με τον δήμο να διατηρεί τους περιορισμούς, με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία η διέλευση των πεζών να γίνεται μετ’ εμποδίων.
Η «διπλή λογική» ενός έργου
Ο ίδιος ο κ. Περρωτής περιγράφει την εμπλοκή του στο έργο με όρους που υπερβαίνουν τη στενή επενδυτική διάσταση. «Την όλη υπόθεση τη βλέπω με μια διπλή λογική. Πρωτίστως ως Αθηναίος, που έβλεπε αυτό το πράγμα να ρημάζει χρόνια και δεν έβλεπε κάποιον να προχωράει κάτι για να το αντιμετωπίσει. Ήταν σε μια κατάσταση αποκαρδιωτική, που με γέμιζε στενοχώρια». Όπως λέει, η επαγγελματική του ιδιότητα ήταν αυτή που του επέτρεψε να εμπλακεί: «Η δουλειά μου είναι τα ακίνητα και έχω εμπλακεί και σε άλλα έργα αναπαλαιώσεως που άλλοι θεωρούσαν ότι δεν μπορούσαν να γίνουν».
Σε αυτήν τη βάση, το έργο αποκτά έναν χαρακτήρα ευρύτερο: «Είναι κάτι που το κάνω για να γίνει και να γίνει καλά και να αφήσει πίσω του κάτι θετικό για την πόλη. Είναι ταυτισμένο με την ιστορία της πόλης και αυτόν τον χαρακτήρα θέλω να αναβιώσω».
Για την πόλη, το Αττικόν και ο Απόλλων παραμένουν ένα σημείο αναφοράς που απουσιάζει. Είναι πολλοί οι Αθηναίοι που περιμένουν τη στιγμή που οι αίθουσες θα ανοίξουν ξανά και θα επανενταχθούν στη ζωή του κέντρου.