Στάση 1, Μουσείο Ορσέ

Καθισμένος στο ισόγειο του μουσείο Ορσέ, έξω από την είσοδο της προσωρινής έκθεσης «Η Καταγωγή του Κόσμου, η επινόηση της φύσης τον 19ο αιώνα», παρατηρώ τον ελέφαντα σε φυσικό μέγεθος που φιλοξενείται στην μεγάλη αίθουσα. Όλοι ρίχνουν μια ματιά και τον προσπερνούν γιατί πιστεύουν ότι είναι έργο κάποιου καλλιτέχνη –κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ότι είναι αληθινός, ταριχευμένος, και μάλιστα ο πιο διάσημος ελέφαντας που βρέθηκε ποτέ σε γαλλικό έδαφος: η θρυλική Marguerite.

 

Πριν από 220 χρόνια η Marguerite, μαζί με έναν αρσενικό ελέφαντα, τον Χανς, ήταν η πιο μεγάλη ατραξιόν των Βοτανικών Κήπων του Παρισιού, τόσο δημοφιλείς ώστε ο ζωγράφος και φυσιοδίφης Jean-Pierre Houël έγραψε γι’ αυτούς ολόκληρη βιογραφία. Στο τέλος του 18ου αιώνα η Marguerite και ο Χανς αιχμαλωτίστηκαν στην Σρι Λάνκα και μεταφέρθηκαν στην Ολλανδία, στο θηριοτροφείο του Πρίγκιπα της Οράγγης. Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης κατασχέθηκαν από τον γαλλικό στρατό και μεταφέρθηκαν στους βοτανικούς κήπους του Παρισιού, μαζί με τα ζώα από τον εγκαταλειμμένο βασιλικό ζωολογικό κήπο των Βερσαλλιών, σε ένα θηριοτροφείο που είχε σχεδιαστεί «για τη διατήρηση και τη μελέτη των άγριων ζώων». Η Marguerite –η οποία στην αρχή του ταξιδιού βαφτίστηκε Πάρκι, μετά Πέγγυ, αλλά μέχρι να πατήσει το χώμα της Γαλλίας μετονομάστηκε σε Marguerite- και ο Χανς ταλαιπωρήθηκαν πολύ από το πολύμηνο ταξίδι από την άλλη άκρη του κόσμου, στριμωγμένοι μέσα σε ξύλινα κουβούκλια.

 

Στο Παρίσι έφτασαν στις 23 Μαρτίου 1798 και τοποθετήθηκαν σε ένα μεγάλο σιδερένιο κλουβί με σόμπα να τους ζεσταίνει το χειμώνα. Εκτός από τους χιλιάδες επισκέπτες που τους προκαλούσαν εκνευρισμό, οι ελέφαντες έπρεπε να υποστούν και τα πειράματα των διανοούμενων της εποχής, που βρήκαν καλή ιδέα να συνοδέψουν τα γεύματα των δύστυχων ζώων με μουσική «για να μελετήσουν την επίδραση που έχει πάνω τους». Στις 29 Μαΐου έντεκα μουσικοί από το Ωδείο του Παρισιού έδωσαν ένα κονσέρτο με αποσπάσματα από μία από τις Ιφιγένειες του Gluck και τον Dardanus του Rameau, παίζοντας ακόμα και το χιτ της εποχής (και εμβληματικό τραγούδι της Γαλλικής Επανάστασης) «Ça ira, ça ira». Κρυμμένοι πίσω από την ξύλινη πόρτα για να μην μπορούν να τους δουν τα δύσμοιρα ζώα, οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν τη στιγμή που οι ελέφαντες ξεκίνησαν να τρώνε το γεύμα τους (φρούτα και ψωμί). Το αποτέλεσμα ήταν να πανικοβληθούν τόσο πολύ, ώστε άρχισαν να τραβούν με τις προβοσκίδες τους τα κάγκελα του κλουβιού και να βγάζουν κραυγές τρόμου. Οι εμπνευστές της βραδιάς, ωστόσο, έγραψαν στις αναφορές τους ότι «οι ελέφαντες απόλαυσαν τη μουσική, μάλιστα άρχισαν να κουνιούνται στο ρυθμό, σαν να χορεύουν».

 

Κρυμμένοι πίσω από την ξύλινη πόρτα για να μην μπορούν να τους δουν τα δύσμοιρα ζώα, οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν τη στιγμή που οι ελέφαντες ξεκίνησαν να τρώνε το γεύμα τους (φρούτα και ψωμί). Το αποτέλεσμα ήταν να πανικοβληθούν τόσο πολύ, ώστε άρχισαν να τραβούν με τις προβοσκίδες τους τα κάγκελα του κλουβιού και να βγάζουν κραυγές τρόμου.

 

Τα επόμενα χρόνια οι δύο ελέφαντες έγιναν το μεγαλύτερο αξιοθέατο του κήπου, η βιογραφία τους γνώρισε μεγάλη επιτυχία, ενώ όταν πέθαναν τους θρήνησε όλο το Παρίσι. Ο Χανς πέθανε πρώτος, τον Φεβρουάριο του 1802 από πνευμονία, ενώ η Marguerite το Μάρτιο του 1816, όταν ήταν 34 χρονών. Και οι δύο ταριχεύτηκαν με μεγάλη επιμέλεια και πέρασαν στην αιωνιότητα σαν έργα τέχνης. Την ημέρα του θανάτου της Marguerite εμφανίστηκε μία ανώνυμη εφημερίδα στους δρόμους του Παρισιού με τη νεκρολογία της, που έγραφε σύντομα και λιτά: «Η Marguerite, η ελεφαντίνα στους Κήπους του Παρισιού μόλις πέθανε και της έγινε νεκροψία. Θρηνούν για αυτή ο φούρναρης, ο μανάβης της και ο προμηθευτής σανού που την τάιζαν κάθε μέρα. Δεν ξέρουμε αν έπινε κρασί. Ένας ελέφαντας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου του 14ου έπινε είκοσι φιάλες την ημέρα. Η νεκροψία έδειξε κύστη στους πνεύμονές της, στην οποία οφείλεται ο θάνατός της».

 

Στάση 2, Bourse de Commerce

Ημερολόγιο Παρισιού
Στο ισόγειο κυριαρχεί το έργο του Ελβετού Ουρς Φίσερ, ένα κέρινο γλυπτό τεραστίων διαστάσεων που απεικονίζει την Αρπαγή των Σαββίνων. Φωτο: M. Hulot

 

Το νέο μουσείο σύγχρονης τέχνης του Παρισιού, το Bourse, έχει ουρές επισκεπτών. Το κτίριο του παλιού χρηματιστηρίου, το Bourse de Commerce, ανακαινίστηκε με την υπογραφή του Ταντάο Άντο, ενός από τους πιο διάσημους αρχιτέκτονες του κόσμου, και στεγάζει πια ένα μέρος της συλλογή του Γάλλου μεγιστάνα Φρανσουά Πινό. Το κυκλικό κτίριο του μουσείου που μίσθωσε ο Πινό για 50 χρόνια από τον Δήμου του Παρισιού για 15 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, ξεκίνησε να χτίζεται το 1763 ως αποθήκη σιταριού, επιβίωσε από καταστροφές, δέχτηκε αρκετές επεμβάσεις και αυτή τη στιγμή είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά οικοδομήματα στην αναβαθμισμένη περιοχή Λεζ Αλ, -ίσως ακόμα πιο εντυπωσιακό και από τα εκθέματα που φιλοξενεί. Η τσιμεντένια κυκλική κατασκευή που ενσωματώθηκε περιμετρικά κάτω απ’ τον θόλο δημιούργησε ένα δεύτερο μουσείο μέσα στο μουσείο, που σου επιτρέπει μια αέναη και αρκετά «παιχνιδιάρικη» περιήγηση από αίθουσα σε αίθουσα.

 

Ο Πινό επέλεξε στην έναρξη του μουσείου να παρουσιάσει έργα που προσεγγίζουν την τέχνη πιο ανθρωπιστικά και υπαρξιακά, αποφεύγοντας πασίγνωστους καλλιτέχνες-σταρ περασμένων δεκαετιών. Τα γλυπτά, οι εγκαταστάσεις, οι πίνακες, τα βίντεο που εκτίθενται από το υπόγειο μέχρι και τον δεύτερο όροφο εκπροσωπούν κυρίως την τέχνη της τελευταίας δεκαετίας, η οποία πιάνει αστρονομικές τιμές στο σύγχρονο χρηματιστήριο της τέχνης. Στο ισόγειο, στο κέντρο της Ροτόντας, κυριαρχεί το έργο του Ελβετού Ουρς Φίσερ, ένα κέρινο γλυπτό τεραστίων διαστάσεων που απεικονίζει την Αρπαγή των Σαββίνων, αντίγραφο έργου του Φλαμανδού Τζαμπολόνια. Ο Φίσερ το έφτιαξε ειδικά για το Bourse, ξανασχεδιάζοντας σε μεγαλύτερες διαστάσεις την εγκατάστασή του «Untitled 2011», η οποία εκτός από το τεράστιο γλυπτό σε βάση «που είναι σαν αυτή που βρίσκεις στις πλατείες της Ιταλίας» αποτελείται και από εφτά καρέκλες από κερί (από παραδοσιακές αφρικάνικες και θέσεις αεροπλάνου μέχρι την κοινή πλαστική) και μία ανδρική φιγούρα, επίσης κέρινη, τοποθετημένες περιμετρικά μέσα στον χώρο. Το ενδιαφέρον της εγκατάστασης που ο ίδιος ο Φίσερ χαρακτηρίζει «ένα έργο προσωρινότητας, μεταμόρφωσης, ταξιδιού στον χρόνο και δημιουργικής καταστροφής» είναι ότι μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου θα εξαφανιστεί, γιατί από την ημέρα που εγκαινιάστηκε η έκθεση, πριν από έναν μήνα, τα κεριά είναι αναμμένα και καίγονται.

 

Ημερολόγιο Παρισιού
Tην παράσταση κλέβει το ποντικάκι του Ryan Gander. Φωτο: M. Hulot

 

Από τα υπόλοιπα εκθέματα του μουσείου ενδιαφέρον έχουν τα έργα των αφρικάνικης καταγωγής καλλιτεχνών του δεύτερου ορόφου: οι μαύρες φιγούρες του Kerry James Marshall, οι πίνακες της Lynette Yiadom-Boakye, της Marlene Dumas, ή του Βρετανού Peter Doig, τα περιστέρια του Μαουρίτσιο Κατελάν που στέκονται ως λαθραίοι επισκέπτες στην κορυφή της Ροτόντας, οι δύο ηχητικές εγκαταστάσεις του υπογείου (το «The Ground» του Tarek Atoui με πικάπ που παίζουν δίσκους από ξύλο και μπετόν, και το «Offspring» του Pierre Huyghe), και ο μεγάλων διαστάσεων πίνακας του Martial Raysse «Here Beach, as here below» που σε υποδέχεται στην πρώτη αίθουσα του ισογείου. Βέβαια, την παράσταση κλέβει το ποντικάκι του Ryan Gander, ένα λευκό ρομποτικό ποντικάκι σε φυσικό μέγεθος που ξεπροβάλλει από μία τρύπα χαμηλά, στο επίπεδο του πατώματος, ακριβώς μπροστά από τα ασανσέρ του ισογείου, μιλώντας μια γλώσσα ακατάληπτη. Το έργο του Gander που έχει τίτλο «I… I… I…» είναι -με διαφορά- το πιο δημοφιλές ολόκληρης της έκθεσης. Όλα τα έργα θα εκτίθενται μέχρι τις 31/12.

 

Στάση 3, Μουσείο Πικάσο

Ημερολόγιο Παρισιού
Το εξώφυλλο μιας Vogue μετά την εικαστική παρέμβαση του Πικάσο. Φωτο: M. Hulot
Ημερολόγιο Παρισιού
Φωτο: M. Hulot
 

 

Μέχρι τις 2/1/22 στο μουσείο Πικάσο τρέχει μια μεγάλη έκθεση που γίνεται σε συνεργασία με το μουσείο Ροντέν (ταυτόχρονα και στα δύο μουσεία), με τις καλλιτεχνικές συγγένειες στο έργο τους, που σημαίνει ότι πολλά από τα μόνιμα εκθέματα έχουν απομακρυνθεί για να υπάρξει χώρος για τα γλυπτά του Ροντέν. Πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση, αλλά ακόμα πιο ενδιαφέρουσα ήταν η ξενάγηση-διάλεξη που παρακολούθησα λαθραία σε μία από τις αίθουσες, όπου κάποιος καθηγητής σχολίαζε τα «σεξιστικά και βλάσφημα» σκίτσα του Πικάσο πάνω στα περιοδικά και τις εφημερίδες που έπεφταν στα χέρια του, -τα οποία δείχνουν πολλά για τον χαρακτήρα του, πιο πολλά από έναν πίνακα ή ένα γλυπτό του. Οι σημειώσεις στο περιθώριο των σελίδων (marginalia) και οι επεμβάσεις πάνω σε φωτογραφίες και εξώφυλλα ήταν μία από τις αγαπημένες ασχολίες του, έτσι έχει στολίσει πολλά βιβλία, περιοδικά και σελίδες εφημερίδων με ευφυή σχόλια και ζωγραφιές, κυρίως χιουμοριστικά σκίτσα- που σχετίζονται με το κείμενο ή την εικόνα.

 

Στην αίθουσα που γινόταν η «διάλεξη» υπάρχει το τεύχος μιας Vogue (του Μαΐου 1951) με νύφες, τις οποίες έχει «περιποιηθεί» πολύ πετυχημένα: έχει σχεδιάσει επιμελώς όπλα, σεξουαλικές περιπτύξεις με τις νύφες και διαβολικές μορφές και λεπτομέρειες τα όρια της καφρίλας που πρέπει να κοιτάξεις πολύ προσεκτικά για να τις εντοπίσεις (σε μία φωτογραφία η νύφη κλάνει διακριτικά, προφανώς για να σχολάσει ο γάμος). Στην αρχή νόμισα ότι η Vogue του είχε αναθέσει να βανδαλίσει το τεύχος, αλλά τελικά οι επεμβάσεις του Πικάσο ήταν αυθαίρετες. «Εδώ οι κιτς φωτογραφίες των νυφών έχουν υπονομευθεί από εφιαλτικά, παράδοξα και τερατόμορφα σχέδια» γράφει η ταμπέλα που συνοδεύει τα εκθέματα. «Αυτές οι διαβολικές επαναγνώσεις των δημοφιλών εικόνων οφείλουν πολλά στον Αλφρέ Ζαρρύ, ο οποίος δημιούργησε το L'Ymagier (1894), βασισμένος στις ίδιες αρχές. Ο Πικάσο είχε αρκετά αντίτυπα από το περιοδικό του στη βιβλιοθήκη του».

 

Στάση 4, στο ανθρωποφάγο λιοντάρι των Βοτανικών Κήπων

Ημερολόγιο Παρισιού
Παρατηρώντας προσεκτικά καταλαβαίνεις ότι τρώει ένα ανθρώπινο πόδι, μια πράξη φρικιαστική, που κάνει το γλυπτό από τα πιο τρομακτικά που υπάρχουν στο Παρίσι. Φωτο: M. Hulot

 

Μπαίνοντας στους Βοτανικούς Κήπους του Παρισιού (τους Jardins des Plantes) από την παλαιότερη είσοδό τους, στην Geoffroy St. Hilaire, το πιο πιθανό είναι να μην δώσεις καμία σημασία στο πέτρινο σιντριβάνι που είναι στα δεξιά σου, χαμένο μέσα στους κισσούς. Σήμερα δεν έχει νερό και κανείς δεν στέκεται μπροστά του, κι αν δεν ξέρεις τι βρίσκεται στην οροφή του, αποκλείεται πάρεις είδηση ότι φιλοξενεί δύο από τα περίφημα γλυπτά του φυσιοδίφη γλύπτη Henri Alfred Jacquemart: δύο αρσενικά λιοντάρια σε φυσικό μέγεθος που στέκουν εκεί αγέρωχα από το 1854 που τα κατασκεύασε. Το αριστερό είναι καθισμένο και βρυχάται σαν το λιοντάρι της Metro Goldwyn Mayer, προστατεύοντας το λιονταράκι που βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια του, ενώ το δεξί κάτι τρώει. Ακόμα και αν προσέξεις ότι πάνω από το σιντριβάνι υπάρχουν δύο λιοντάρια, είναι δύσκολο να δεις τι τρώει το δεξί, γιατί είναι τόσο ψηλά που χάνεται ανάμεσα στα δέντρα. Φωτογραφίζοντάς το όμως από πλάγια θέση και μεγεθύνοντας τη φωτογραφία καταλαβαίνεις ότι τρώει ένα ανθρώπινο πόδι, μια πράξη φρικιαστική, που κάνει το γλυπτό από τα πιο τρομακτικά που υπάρχουν στο Παρίσι. Οι απόψεις για το τι ακριβώς είναι το πόδι διίστανται, κάποιοι λένε ότι είναι κομμένο από το μήκος του αστραγάλου, άλλοι ότι είναι αυτό που εξέχει από έναν νεκρό άντρα, θαμμένο στην άμμο. Πέθανε στην έρημο και το λιοντάρι έχει ανακαλύψει το πτώμα του. Το σιντριβάνι ξαφνικά σου φαίνεται σαν μαυσωλείο και καταλαβαίνεις γιατί οι γονείς που περνούν μπροστά από το άγαλμα επιταχύνουν το βήμα τους.  

 

Στάση 5, Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους

Ημερολόγιο Παρισιού
Ο κύριος Ντιτιγέλ είχε την ικανότητα να περνάει ανάμεσα από τοίχους και φράκτες και να κλέβει από χρηματοκιβώτια όσα χαρτονομίσματα χωρούσαν στις τσέπες του. Φωτο: M. Hulot

 

Σε ένα Παρίσι που πέτυχα για πρώτη φορά (μόνο με Γάλλους, ούτε ένας τουρίστας) η βόλτα στη Μονμάρτη με άδεια τα σκαλιά μπροστά στην Σακρέ-Κερ ήταν αρκετά περίεργη, περπατάμε και σκεφτόμαστε ότι πρέπει να χαρούμε όσο γίνεται αυτή την χαλαρότητα και την άνεση παντού, γιατί δύσκολα θα την ξαναζήσουμε: άδεια μαγαζιά με διαθέσιμα τραπέζια χωρίς κράτηση, ελάχιστες ουρές, καθόλου σέλφι, γκαλερί χωρίς κόσμο, πάρκα γεμάτα οικογένειες και νεαρόκοσμο και παντού η μυρωδιά της ανθισμένης φλαμουριάς. Κατεβαίνοντας την Rue Norvins, στο νούμερο 22 συναντάμε μια παρέα παιδιών που έχει καθίσει οκλαδόν μπροστά στο μπρούτζινο άγαλμα του «ανθρώπου που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους», ένα άγαλμα που δεν είχα προσέξει ποτέ, ίσως γιατί το μισό είναι χωμένο μέσα στον τοίχο. Για την ακρίβεια, εξέχει μόνο το δεξί πόδι, ο μισός κορμός και το αριστερό χέρι του κυρίου Ντιτιγέλ, ο οποίος είχε την ικανότητα να περνάει ανάμεσα από τοίχους και φράκτες και να κλέβει από χρηματοκιβώτια όσα χαρτονομίσματα χωρούσαν στις τσέπες του. Μια μέρα έχασε αυτή την ικανότητα και φυλακίστηκε μέσα στον τοίχο, μένοντας για πάντα εκεί, ενσωματωμένος στην πέτρα, όπως τον φαντάστηκε ο δημιουργός του, ο Μαρσέλ Αιμέ, στο διήγημά του «Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους». Για τους Γάλλους το διήγημα του Αιμέ είναι ένα από τα πιο κλασικά τους αναγνώσματα, και παρόλο που ελάχιστοι από όσους τουρίστες κατεβαίνουν να τρίψουν το χέρι του και το πόδι του πετρωμένου Ντιτιγέλ για γούρι το έχουν διαβάσει, είναι ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα για τη γενιά του Instagram. Το διήγημα δημοσιεύτηκε σε περιοδικό το 1941 και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1943. Ο Μαρσέλ Αιμέ έζησε πολλά χρόνια στη Μονμάρτη, ακριβώς στη λεωφόρο Ζινό που αναφέρει ότι εγκαταστάθηκε και ο ήρωάς του. Το γλυπτό το έφτιαξε  ο Ζαν Μαρέ, το 1989 –η μούσα του Κοκτώ, ηθοποιός, συγγραφέας και γλύπτης.

 

Ημερολόγιο Παρισιού
Φωτο: M. Hulot