Kεφάλαιο «Γενέθλια»
ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ γιορτάσω τα γενέθλιά μου κάποια στιγμή με έναν μοναδικό τρόπο: να πάω σε έναν χειμερινό κινηματογράφο από το πρωί, να κάνω μαραθώνιο με τις αγαπημένες μου ταινίες, τον «Θίασο», τα «Ψηλά τακούνια», τον «Κλέφτη ποδηλάτων», την «Κόκκινη ταινία», τον «Τίγρη και το χιόνι», το «Insider», το «Underground», το «Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων», το «Βlade Runner» και το «Leon» και να απολαύσω όλα τα αγαπημένα μου φαγητά: κοτόπουλο λεμονάτο με τηγανητό ρύζι της μαμάς μου, παστιτσάδα, gyoza, πίτσα με σουτζούκι, πέστο μακαρονάδα, σουτζουκάκια, παστουρμαδόπιτα, τα κανελόνια της Λου, κεφτεδάκια με πατάτες τηγανητές, πάπια Πεκίνου, σαλάδο Μιχαλά, σαλάμι αέρος Λευκάδος, φέτα ψημένη, κοτόσουπα, γκούλας, σπανακόπιτα, αμνοερίφιο σε κάθε εκδοχή, χοιρινό κότσι ‒να έρθει από την Πράγα με καραμελωμένη πέτσα‒, χταπόδι με κοφτό μακαρονάκι, καλαμαράκια τηγανητά…
Σκέφτομαι καμιά φορά ότι μπορεί να ακολουθήσω ακόμα και κάποιον άγνωστο αν μου προτείνει να μου δείξει τη συλλογή με τα παϊδάκια που έχει σπίτι του.
Στο διάλειμμα κάθε ταινίας να υπάρχει μια κατεστραμμένη μεθυσμένη μπάντα που να παίζει τα πάντα και να έχει ρεπερτόριο από Σπανό, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Ξυδάκη και Σαββόπουλο μέχρι Διάφανα Κρίνα, Xaxakes, Stereo Νova, Τρύπες, Active Μember, Ρink Floyd, γαλλική ραπ, Chemical Brothers, Prodigy, Πάνο Κιάμο, Ξαρχάκο, Φρανκ Σινάτρα, Μάρκο Βαμβακάρη και Ανέστη Δελιά. Για ποτό Coca-Cola και βότκα με λεμόνι με ανθρακικό και από γλυκό να υπάρχει κέικ καρύδα, γαλακτομπούρεκο, καριόκες, αρμενοβίλ, τούρτα αμυγδάλου, προφιτερόλ με ζεστή σοκολάτα, μηλόπιτα. Να καπνίσω κι ένα πακέτο Marlboro Lights ξανά μετά από οκτώ χρόνια.
Να έχω φωνάξει εφτά-οκτώ φίλους με τον όρο να μη μιλάμε, απλά να βλέπουμε, να τρώμε και να ακούμε και το επόμενο πρωί να φύγουμε και να πάμε στο σπίτι μας. Τουλάχιστον φέτος έσβησα γενέθλιο κεράκι σε αλλόκοτη τούρτα μακαρονάδας.
Κεφάλαιο «Ανατολή ή Δύση – "Σπύρος & Βασίλη"»
Μου βγάζει ο χειμώνας μια μελαγχολική διάθεση και επειδή ξυπνάω και υπερβολικά νωρίς το πρωί, κάθομαι και σκέφτομαι ότι πρέπει να βλέπω όσο περισσότερο μπορώ την ανατολή και τη δύση του ήλιου. Μια τέτοια μέρα έφυγα από το σπίτι και πήγα στον Λυκαβηττό να δω την Αθήνα να ξυπνάει και τον ανυπόφορο ήλιο της να ανατέλλει.
Μαγικά ήταν, την επόμενη φορά σκέφτομαι να πάρω και μια καρέκλα να κάθομαι, κι ένα θερμός με εσπρέσο. Στην επιστροφή πέρασα έξω από το «Σπύρος & Βασίλης» και σκέφτηκα ότι μας έχει πιάσει κάτι όλους τους γαστρονομικούς να γράφουμε για τα νέα εστιατόρια, αλλά ξεχάσαμε αυτά που υπερήφανα στέκονται ακόμα, με την πατίνα του χρόνου παράσημο. Το απόγευμα πήγαμε με τη Λου και είδαμε τη Δύση. Δεν μπορώ να καταλάβω ακόμα ποια είναι πιο όμορφη, η δύση ή η ανατολή.
Το «Σπύρος & Βασίλης» είναι ένα πανέμορφο κλασικό εστιατόριο όπου λατρεύεις να κάθεσαι, χωρίς περιορισμό στην ώρα, και να απολαμβάνεις γεύσεις σαν αυτά τα υπέροχα τα κλασικά εικονογραφημένα.
Η κρεμμυδόσουπά του ήταν αυτό που λέμε βάλσαμο μετά το κρύο που φάγαμε με τις φαεινές ιδέες που είχα να τρέχουμε στον Λυκαβηττό. Όταν λέμε κρεμμυδόσουπα, ουσιαστικά εννοούμε τη βάση ενός ζωμού από μοσχάρι. Τα σπαράγγια Ολαντέζ ήταν εξαιρετικά ως συνοδευτικά του παιχνιδιάρικου ταρτάρ.
Κυρίως πιάτο, λόγω μια μικρής εμμονής που έχω, δεν θα μπορούσε παρά να είναι το μοσχάρι Café de Paris με υπέροχες πατάτες τηγανητές. Έλιωνε στο στόμα!
Από τα γλυκά, μπορεί το σουφλέ να ήταν αέρινο και τόσο ωραία η σοκολάτα που έριχνες από πάνω, αλλά την καρδιά μου έκλεψε εύκολα η φαντασμαγορική στην εκτέλεση και τόσο νόστιμη κρεπ σουζέτ.
Ωραία ήταν στο «Σπύρος & Βασίλης». Έκλεισα τα μάτια και σκέφτηκα την Αθήνα να έχει ξανά την αστική γοητεία που είχε τότε που δυο αδέλφια από την Κέρκυρα βρήκαν έναν χώρο σε μια ανηφόρα της τη δεκαετία του ’70 και τους ήρθε να φτιάξουν ένα γαλλικό εστιατόριο.
Κεφάλαιο «Νοητές υποκλίσεις στον Βασίλη Ρούσσο»
Όταν υπάρχουν ανοιχτές κουζίνες στα εστιατόρια και βλέπω τους σεφ να μαγειρεύουν και με έχει ενθουσιάσει το συγκεκριμένο πιάτο που ετοιμάζουν, πολλές φορές φαντάζομαι ότι σηκώνομαι από τη θέση μου και τους χειροκροτώ κι αυτοί κάνουν μια νοητή υπόκλιση ‒ απόκλιση από την πραγματικότητα λέγεται αυτή η υπόκλιση.
Τον κοκκινιστό πατσά της Κέρκυρας (που μοιάζει με την ιταλική Trippa alla Fiorentina) τον έφτιαχνε ο παππούς μου, και νόμιζα ότι κάπου είχε χαθεί. Ποιος τρώει, άραγε, πατσά;
Την Παρασκευή πήγα στο Zillers (θα επανέλθω σύντομα σε νέο άρθρο) και το τελευταίο πιάτο που πήρα το ονόμαζαν «Οι μνήμες των παππούδων μας».
Ήταν μια σούπα πατσά σχεδόν κοκκινιστή με ένα γλυκάδι τηγανητό και το δεύτερο πιάτο ένα κομμάτι αρνιού από τη σέλα του και ένα παϊδάκι. Τρομακτικής νοστιμιάς πιάτο, αλλά θα ρωτήσει κάποιος: «πατσάς σε εστιατόριο με αστέρι;». Αν είσαι μάγειρας με ψυχή και κότσια όμως, δεν φοβάσαι. Ήθελα να σηκωθώ από τη θέση μου και να χειροκροτήσω με την ψυχή μου τους μάγειρες του Zillers που μαγείρευαν σαν καλοκουρντισμένη μηχανή και να τους πω σαν σωστός μεσήλικας την ιστορία του παππού μου. Λατρεύουν οι μεσήλικες να λένε ιστορίες, τους προσδίδει μια αύρα σοφίας που ακόμα κι αν δεν την έχουν, εύκολα βρίσκουν ακροατήριο. Γιατί, σκέφτεται ο πιτσιρίκος, δεν μπορεί να λέει ανοησίες ο κύριος, έχει κάποια ηλικία.
Κεφάλαιο Μανάρι
Αν με ρωτούσαν ποιο μαγαζί στην Αθήνα έχει κάνει τόσο μεγάλο ντόρο με το κρέας του και έχει βάλει ένα διαμάντι στην κορόνα της αθηναϊκής γεύσης, θα απαντούσα «το Μανάρι». Αν έγραφα στα social, θα έγραφα «ο Ρεμί είναι εκστασιασμένος στην τοποθεσία Μανάρι».
Δεν μπορώ να του βρω ούτε ένα ψεγάδι και πιστεύω ακράδαντα ότι αν έχει, είναι ξεκάθαρα ο υπερβολικά πολύς κόσμος. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ξαναδεί μεσημέρι Πέμπτης, 13:30, τόσο κόσμο· αναρωτιέσαι ποιος δουλεύει σε αυτήν τη χώρα! Στην ερώτηση «εσύ τι έκανες μεσημέρι Πέμπτης», θα πω ότι δούλευα, ήμουν σε αυτό που λένε ειδική δημοσιογραφική αποστολή.
Μου αρέσει να αυτοπαρουσιάζομαι στα ψέματα ως δημοσιογράφος γεύσης αντί γαστρονομικό τρολ ‒ μαζί με το μεσήλικας δίνει μια σοβαρότητα! Παράλληλα, κάνω και πρόβες πως θα καπνίσω πίπα – δεν το έχω καταφέρει, όπως ούτε και να αφήσω μούσια. Γιατί από το παρουσιαστικό κερδίζεις τον άλλον, δηλαδή, αν είχα μούσια, κράταγα μια πίπα και έλεγα γαστρονομικές αρλούμπες για εντάσεις, θα έλεγε ο άλλος «ααα, ο κύριος Ρεμί ξέρει». Αλλά, ευτυχώς η δυστυχώς, ο κύριος Ρεμί, δηλαδή εγώ ‒το να μιλάς για τον εαυτό σου σε γ’ ενικό προσδίδει επίσης αξία‒, παθαίνει ένα σοκ με τα αμνοερίφια, ανατριχιάζει μόνο με την ιδέα.
Σκέφτομαι καμιά φορά ότι μπορεί ακόμα και να ακολουθήσω κάποιον άγνωστο αν μου προτείνει να μου δείξει τη συλλογή με τα παϊδάκια που έχει σπίτι του. Ευτυχώς, με γλιτώνει η Λου από αυτές τις κακοτοπιές.
Το Μανάρι είναι ένα από τα αγαπημένα μου μαγαζιά, στο οποίο πραγματικά δεν ξέρω τι να πρωτοπάρω: παϊδάκια αρνιού ή προβατίνας, το ζουμερό του κοκορέτσι, το φρυγαδέλι, τα κεφτεδάκια προβατίνας, τα γλυκάδια, την εξαιρετική μακαρονάδα, το κριθαράκι με το αρνί ή το ακόμα καλύτερο, πατάτες φούρνου με μπούτι αρνιού; Δεν υπάρχει κάτι που έχει μείον. Η μουσική, το service, δεν βρίσκω κάτι να πω αρνητικό, εκτός από τον υπερβολικό κόσμο.
Δεν ξέρω τι όνειρο είδε ο Βεζενές με το Μανάρι. Βέβαια, να τονίσω ότι ήταν από τους πρώτους που έβαλαν ξανά το comfort food στα σαλόνια, γιατί όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα θυμάμαι πάντα αυτό το φρικασέ του με το σβέρκο αρνιού. Άρα, η σκέψη ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε όλο το ζώο πάντα υπήρχε στη λογική του, δεν βγήκε με το Μανάρι. Απλώς εκεί αξιοποιούν κάθε κομμάτι, και το κάνουν νόστιμο. Ακόμα και το ψωμί τους είναι φανταστικό – δεν αναφέρομαι καν στις σεμιναριακές τηγανητές πατάτες και στην τυροκαυτερή του.
Αν βαθμολογούσα, που δεν βαθμολογώ, θα έβαζα πραγματικά άριστα σε αυτό το θαύμα που οι τιμές του δεν είναι «υψηλής θερμοκρασίας». To Μανάρι είναι η βάση για να ορίσουμε μια τέλεια χασαποταβέρνα.