Πάνε σχεδόν δεκαπέντε χρόνια από τότε που ο ιδιοφυέστερος των σχεδιαστών, ο Τζον Γκαλιάνο, απολύθηκε, αφού διασύρθηκε, από τον Dior, εξαιτίας εκείνου του ατυχούς αντισημιτικού του σχολίου σε ένα παρισινό μπαρ, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης. Ούτε η ειδική σχέση του με την Άννα Γουίντουρ ούτε η λατρεία του κόσμου της μόδας τον έσωσαν τότε. Και παρότι η καριέρα του συνεχίστηκε στο Maison Margiela, μακριά από προσωπική δημοσιότητα, μέχρι την περασμένη Δευτέρα ο Γκαλιάνο δεν είχε προσκληθεί να παρακολουθήσει καμιά επίδειξη Dior, υπό οποιανδήποτε ιδιότητα, του πρώην ή, έστω, του απλού guest – το κατεστημένο της μόδας τον τιμωρούσε όλο αυτό το διάστημα, παρότι η ηλικία και η αποτοξίνωση είχαν σαφώς μαλακώσει την εριστική του φύση.
Το πρώτο εγκωμιαστικό σχόλιο για τη συλλογή υψηλής ραπτικής του Άντερσον στον Dior αφορά, λοιπόν, την αναπάντεχη επιστροφή του Γκαλιάνο στο… σπίτι του. Πώς θα μπορούσε να εγκαινιαστεί μια νέα εποχή αν ο Άντερσον δεν τιμούσε τον ήρωά του και δεν συμφιλίωνε το brand Dior με τη δεκαετία που παρήγαγε ένα συγκλονιστικό αρχείο, στο οποίο ο Ιρλανδός σχεδιαστής λαχταρά να βουτήξει; Ό,τι χρειάστηκε να γίνει παρασκηνιακά έγινε, κι έτσι, την περασμένη Δευτέρα, η πιο ευχάριστη έκπληξη στο ξεκίνημα της εβδομάδας υψηλής ραπτικής ήταν ο Γκαλιάνο στην πρώτη σειρά του Dior.
Η ματιά του αυτή φαίνεται φρέσκια ακόμα και στο περιβάλλον της υψηλής ραπτικής, σε αυτό το αναχρονιστικό εργαστήρι ιδεών των μεγάλων οίκων, που ο Άντερσον σκοπεύει να μετατρέψει σε ένα δυναμικό αρχείο ανοιχτό στο κοινό.
Έχοντας τακτοποιήσει αυτή την εκκρεμότητα, κι αφού υπέδειξε τον Γκαλιάνο ως την έμπνευση πίσω από την couture συλλογή του, ο Άντερσον μάς επιφύλαξε μία ακόμα έκπληξη: μια υψηλή ραπτική απαλλαγμένη από το βάρος των αρχείων, που αντί να προτείνεται ως μια μόδα-τέχνη για εξαιρετικά λίγους, γίνεται ένα ζωντανό αρχείο, όπου όλη η γνώση και η ομορφιά της δημιουργίας ενός ρούχου προστατεύεται και εξελίσσεται. Αποφεύγοντας την παγίδα να ανακυκλώσει τα αρχεία, σερβίροντας νοσταλγική θηλυκότητα εποχής Μεσοπολέμου, ο Άντερσον φαίνεται ότι έχει βαλθεί να αλλάξει τη μόδα μέσα από μια διαδικασία συνεχών πειραματισμών κι έναν διαρκή διάλογο με την τέχνη και τα crafts.
Ενώ σε πολλές από τις couture δημιουργίες του διακρίνονταν ίχνη από την αρχιτεκτονική αφαίρεση του Ραφ Σίμονς, τη μεγαλοπρεπή courtoisie του Γκαλιάνο (από εκείνη την αλησμόνητη ανοιξιάτικη συλλογή του 1998) αλλά και το λεξιλόγιο του Dior (οι πλούσιες καμπύλες, το σακάκι Bar και το στοιχείο των φιόγκων), οι αναφορές δεν φάνταζαν ούτε ιστορικές, ούτε δανεικές.
Στον κήπο του υπέροχου Μουσείου Ροντέν, όπου σε μια πασαρέλα-καθρέφτη αντικατοπτριζόταν ένα κρεμαστό στέγαστρο από καταπράσινα βρύα σπαρμένα με κυκλάμινα από μετάξι, η σιλουέτα-κλεψύδρα του New Look (1947) έγινε φορέματα κοκτέιλ από ζορζέτα με πτυχές που περιστρέφονταν γύρω από το σώμα όπως ο πηλός πάνω στον τροχό. Η φόρμα αυτή, εμπνευσμένη από τα κεραμικά της Βρετανο-κενυάτισσας Μάγκνταλεν Οντούντο ταρακούνησε με μια σύγχρονη, επείγουσα ενέργεια τις κλασικές φόρμες του οίκου, ενώ τα μοτίβα των λουλουδιών που τόσο λάτρευε ο Dior έγιναν φουσκωτά καλύμματα αυτιών φτιαγμένα από κυκλάμινα, εμπνευσμένα από το μπουκετάκι με τα κυκλάμινα με το οποίο κατέφθασε ο Γκαλιάνο στο ατελιέ του Dior, μετά από πρόσκληση του Άντερσον, πέρσι.
Σχεδιάζοντας γύρω από τη θεματική της φύσης, οι σιλουέτες του Άντερσον άνθησαν, σπαρμένες με κρινάκια σε σχήμα τρομπέτας, στολίστηκαν με ορχιδέες στο κορσάζ, σκεπάστηκαν με αέρινα κασμιρένια πλεκτά και χυτές τουνίκ καμωμένες από μικροσκοπικά φτερά, φόρεσαν μεταξωτά παντελόνια κάτω από κοντά πλισαρισμένα κιλτ, λικνίστηκαν με μακριές βραδινές φούστες παραγεμισμένες με τούλι γύρω από τη μέση σε μορφή τουρνούρας ή με μίνι φορέματα-κρινολίνα.
Τα αξεσουάρ –μια συναρπαστική συλλογή μέσα στη συλλογή– επιβεβαίωσαν το χάρισμα του Άντερσον να δίνει σχήμα στις πιο παράδοξες ιδέες. Είδαμε τσάντες από τις οποίες κρέμονταν μακριά νήματα καταπράσινης ράφια, άλλες πλεγμένες από αλυσίδα (με το κεφάλι και την ουρά μιας μεταλλικής νυφίτσας), πολύτιμες minaudières ντυμένες με ανακυκλωμένα vintage υφάσματα και εσάρπες από αλπακά, πιασμένες αμέριμνα στους ώμους με καρφίτσες cameo που έφεραν το λογότυπο Dior, αλλά και απίστευτα βραχιόλια με εξωτικούς λαμπραντορίτες και αμμωνίτες. Και, φυσικά, τα πιο ευφάνταστα παπούτσια, από υφασμάτινα μοκασίνια επενδυμένα με αντικέ στόφες, γόβες από φίδι και πέδιλα με πέταλα από ροζ άνθη (που παρέπεμπαν σε παλιότερες συνεργασίες του Dior με τον Ροζέ Βιβιέ).
«Ο δικός μου Dior δεν θα γίνει ποτέ μια συνταγή. Δεν λειτουργεί έτσι το μυαλό μου. Με ενδιαφέρει η δημιουργική διαδικασία», συνοψίζει τις προθέσεις του ο 41χρονος σχεδιαστής, που ενώ διχάζει με την αλλεργική, σχεδόν, αντίδρασή του στην τυπική ομορφιά, έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια γλώσσα με ισχυρό εμπορικό ένστικτο και μια εναλλακτική, «λοξή» ματιά στους κώδικες της μόδας, που συντονίζεται με την εποχή.
Η ματιά του αυτή φαίνεται φρέσκια ακόμα και στο περιβάλλον της υψηλής ραπτικής, σε αυτό το αναχρονιστικό εργαστήρι ιδεών των μεγάλων οίκων, που ο Άντερσον σκοπεύει να μετατρέψει σε ένα δυναμικό αρχείο ανοιχτό στο κοινό. Και έκανε ήδη την αρχή, εκθέτοντας τη συλλογή υψηλής ραπτικής του στο Μουσείο Ροντέν για μία εβδομάδα (από τις 28 Ιανουαρίου), παρουσιάζοντας, εκτός από τα ρούχα του, και κομμάτια αρχείου από τις πρώτες επιδείξεις του Κριστιάν Ντιόρ, καθώς και κεραμικά της Οντούντο που τον ενέπνευσαν.
Δείτε το slideshow εδώ
Dior Haute Couture | Spring/Summer 2026 | Haute Couture Week