Balenciaga – Couture Sport
O Πιτσιόλι στην πρώτη του συλλογή Balenciaga για άνδρες προτείνει διορθωτικές κινήσεις στο κυνικό σύμπαν που του παρέδωσε ο Ντέμνα. Διατηρεί έτσι τον οίκο σε ένα αστικό, δυναμικό περιβάλλον, αγκαλιάζοντας τις αθλητικές φιγούρες του προκατόχου του, τις οποίες επιλέγει να ανυψώσει κοινωνικά. Τα ρούχα του Γκβασάλια ήταν ακριβά αλλά δεν επιδείκνυαν τον πλούτο τους – αντιθέτως ήθελαν να δείχνουν σαν από δεύτερο χέρι, με ατελή φινιρίσματα και τραχιά όψη, ενώ τα sneakers του φοριούνταν ως δηλώσεις μόδας αλλά δύσκολα έφταναν μέχρι τον διάδρομο του γυμναστηρίου. Ο Πιτσιόλι αντλεί αναφορές από το ίδιο λεξιλόγιο, του activewear, ακολουθεί όμως μια διαφορετική κατεύθυνση, αυτήν της πολυτέλειας. Οι γραφιστικές απεικονίσεις, τα μεταλλικά τυπώματα, τα στοιχεία από την urban ζωή εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το brand, μας έρχονται όμως πιο ελκυστικά και λειτουργικά.
Οι δανεικές ιδέες από τον κόσμο της άθλησης στα χέρια του Πιτσιόλι αφομοιώνονται και γίνονται κομψά σχέδια μόδας: άνετα μοκασίνια με σχεδιαστικές προδιαγραφές αθλητικών, μπουφάν-κάπες ή ένα κίτρινο δερμάτινο τζάκετ με cocoon πλάτη, καλυμμένο με υλικό που το κάνει αδιάβροχο, βραδινά φορέματα που κόβονται όχι από μεταξωτό σιφόν αλλά από ελαστικό ζέρσεϊ, τυλιγμένο και πλισαρισμένο γύρω από το σώμα, με ουρά που μπορεί να σύρεται μεγαλοπρεπώς ή να μαζεύεται για πιο street αποτέλεσμα, ή ένα λευκό στρογγυλεμένο peacoat με υπερμεγέθη στρογγυλά κουμπιά, φορεμένο με κολάν και αθλητικά. Τα παντελόνια παραμένουν oversized, ενώ τα logos εμφανίζονται πιο συμμαζεμένα, με μια συνεργασία με το NBA να διαδέχεται αυτήν με την Puma.
Το ένστικτό του τον καθοδηγεί σωστά, αφού η άθληση ανήκει στα λιγοστά πεδία στα οποία συναντιούνται αβίαστα η μόδα με την καθημερινότητα.
Είμαστε μάρτυρες μιας μετάβασης προς έναν διαφορετικό Balenciaga, στον οποίον ο Πιτσιόλι προσπαθεί να ενσωματώσει όλες τις προηγούμενες περιόδους του οίκου – από το κλασικό παρελθόν του ιδρυτή του, το παρισινό athleisure του Γκεσκιέρ και το στρατευμένο streetstyle του Ντέμνα, διαμορφώνοντας ένα εκλεπτυσμένο ύφος γύρω από τη θεματική των σπορ, με ρούχα που φαίνονται ανέγγιχτα, δεν περιορίζουν την κίνηση και δεν τραβούν την προσοχή.
Το ένστικτό του τον καθοδηγεί σωστά, αφού η άθληση ανήκει στα λιγοστά πεδία στα οποία συναντιούνται αβίαστα η μόδα με την καθημερινότητα. Όμως, το παζλ που επιχειρεί δεν μοιάζει για την ώρα συμπαγές και «χωνεμένο», από την άποψη ότι κατέφυγε σε αρκετούς Ντεμνα-ισμούς κι ένα μοντέλο εμπορικού προφίλ που βασίζεται σε ό,τι έχτισε ο Γκβασάλια, όπως για παράδειγμα η συνεργασία με τον Manolo Blahnik στις γόβες με τα τακούνια Nadira. Μπορείς να κρατήσεις το περίβλημα του Γκβασάλια (την ενέργεια του δρόμου, την ελευθερία, την έλλειψη επιτήδευσης), αφαιρώντας τη σκοτεινιά και τον κυνισμό, χωρίς να προδώσεις το νεανικό κοινό που λάτρεψε τον Balenciaga της περασμένης δεκαετίας;
Προσωπικά, θεωρώ ότι ο υπέροχος κύριος Πιτσιόλι βρίσκεται ακόμα σε transit mode. Tο υβρίδιό του για τον Balenciaga θα χρειαστεί χρόνο για να ωριμάσει.
Dior – The New Radicals
Το ίδιο ισχύει, κατά μια έννοια, για τον Άντερσον, που αιφνιδίασε τους πάντες με μια ακραία στυλιστική στροφή σε σχέση με το πρώτο του δείγμα στον Dior, τον περασμένο Ιούνιο. Εκείνη η νεο-δανδίστικη πρόταση αλά Τζέιν Όστεν, με τις ρεντιγκότες, τα πουκάμισα με φιόγκους και τις φαρδιές ζιπ-κιλότ μοιάζει να σχεδιάστηκε από κάποιον άλλον, βλέποντας τα νέα του αντρικά, ρούχα με πανκ επιρροές που παρέπεμπαν σε Μπόουι και Blondie στα ’80s αλλά συχνά και σε πασαρέλες των Comme des Garçons και Τζουνιά Γουατανάμπε.
Πρώτο σοκ, οι κίτρινες περούκες του Γκουίντο Παλάου, ένα κλείσιμο ματιού στη λονδρέζικη underground μουσική σκηνή και την ίδια στιγμή ένα αυθάδικο σχόλιο στον καθωσπρεπισμό του Dior: ηθελημένα άτεχνες, «καπέλωσαν» σιλουέτες με mesh παγιετέ φανελάκια (εμπνευσμένα από το πάνω μέρος ενός φορέματος του Πολ Πουαρέ από το 1922), μικροσκοπικά ξεβαμμένα τζιν (τόσο Εντί Σλιμάν στα 2000s!) και καουμπόικες μπότες από φίδι.
Οι ακρότητες συνεχίστηκαν με Polo T-shirts και καρό πουκάμισα με μεταλλικές κροσέ επωμίδες (βλέπει ο Κιμ Τζόουνς;), ζακάρ παντελόνια με ελεκτρίκ χρώματα και πιε ντε πουλ Bar σακάκια συνδυασμένα με cargo παντελόνια. Αδιάβροχα πανωφόρια (σαν παπλώματα) επενδύθηκαν με γούνα, λίγο πριν εμφανιστούν στην πασαρέλα κλασικά μακριά παλτό με τεράστιες γούνινες μανσέτες ή άλλα, με ενσωματωμένες μπέρτες κάτω από τον γιακά, από αδιάβροχο ύφασμα ή ολομέταξο art deco εμπριμέ. Ένα παρκά στο χρώμα του μπρούντζου «άνθισε» με τρισδιάστατα λουλούδια, μακριές ουρές φύτρωσαν από μάλλινα σακάκια και ασύμμετρες φούστες σε στυλ Shogun τυλίχτηκαν γύρω από γυμνούς αντρικούς κορμούς.
«Δεν θέλω την κανονικότητα», είπε ο Άντερσον πριν από το σόου (ντυμένος με το γνωστό κανονικό/βαρετό του στυλ), κι ενώ τον κινηματογραφούσε (διόλου κανονικό) ο Λούκα Γκουαντανίνο. «Συλλέγω στοιχεία ή εμπειρίες όσο σχεδιάζω μια συλλογή και με κάποιον τρόπο τα εισάγω στη δουλειά μου», συμπλήρωσε, ερμηνεύοντας ένα κολάζ ασύνδετων επιρροών που αποτυπώθηκαν στους παράδοξους χαρακτήρες της πασαρέλας του.
Όλα ξεκίνησαν, ισχυρίζεται, από μια τιμητική πλάκα για τον Πολ Πουαρέ στο πεζοδρόμιο έξω από την μπουτίκ Dior στη Μontaigne, που τράβηξε την προσοχή του. Από το 1903 που ίδρυσε το ατελιέ του, μόλις στα 23 του, ο Πουαρέ κυριάρχησε στη σκηνή της μόδας της Μπελ Επόκ στο Παρίσι για δύο δεκαετίες, προωθώντας τον οριενταλισμό, τις χαλαρές φόρμες και τα βαριά διακοσμημένα κομμάτια. Απορεί κανείς τι κοινό βρήκε ο Άντερσον ανάμεσα σε αυτόν και τον αρχιτέκτονα του tailoring, τον Κριστιάν Ντιορ, πέρα από το γεγονός ότι κανείς τους δεν είχε σχεδιάσει ποτέ για άντρες. «Βρήκα προκλητική την αντίθεση ανάμεσά τους», είπε ο ίδιος, χωρίς να μας πολυπείθει. Περισσότερο αληθοφανές μας φαίνεται ότι πάτησε στα χνάρια του ιδιοφυούς Τζον Γκαλιάνο που συχνά είχε εμπνευστεί από τη θεατρικότητα του Πουαρέ στις couture συλλογές του για τον Dior.
«Η σιλουέτα μου στον Dior δεν θα είναι ποτέ προβλέψιμη. Για την ώρα, με ενδιαφέρει να διασκεδάσω με τα ρούχα», μας προειδοποιεί, επιβεβαιώνοντας παλιότερη δήλωσή του ότι «βρίσκομαι εδώ (στον Dior) τέσσερις μήνες τώρα και οι πέντε πρώτες μου επιδείξεις θα δείξουν διαφορετικές πτυχές, ορισμένες αλληλοσυγκρουόμενες, άλλες ακραίες».
Ο Άντερσον ξέρει πως το γκελ του βασίζεται στα ρίσκα. Ιδίως τώρα, που ο ταραχοποιός Ντέμνα «εξευγενίστηκε» στον Gucci, η θέση του ζογκλέρ στην υψηλή μόδα, αυτού που προκαλεί αντιδράσεις με άβολες ιδέες γύρω από την πολυτέλεια, τα φύλα ή τους κώδικες ιστορικών οίκων, περιμένει τον νέο της ένοικο. Στο διαδίκτυο ακούστηκαν φωνές για μια «rage bait» συλλογή (ο όρος μεταφράζεται ως «δόλωμα οργής», και είναι η λέξη του 2025 σύμφωνα με το λεξικό της Οξφόρδης), μια μόδα, δηλαδή, που θέλει να εξοργίσει ή να διχάσει, για να απασχολήσει και να αναπαραχθεί στα social.
Είναι, όμως, ο πελάτης του Dior ο κατάλληλος αποδέκτης των πειραματισμών του Τζόναθαν; H δουλειά του βγήκε στα καταστήματα στις αρχές Ιανουαρίου, οπότε θα πρέπει να περιμένουμε τα νούμερα. Πάντως, ως ιδιοφυής marketeer που είναι, πλάι στα δύσκολα ή ασυνάρτητα κομμάτια του, εμφανίζει πάντα κι ένα ήσυχο πουλόβερ, ένα χαλαρό τζιν ή ένα τουίντ ταγιέρ για τους πιο συντηρητικούς.
Prada – Οι στρατιές της ύφεσης
Το κοινό όραμα της Μιούτσια Πράντα και του Ραφ Σίμονς μπορεί να διαβαστεί ως συντηρητικό, στην ουσία, όμως, αποτελεί προοικονομία μιας γενικευμένης «υποχώρησης» – στον πολιτισμό, στην οικονομία και την πολιτική. Σε ένα ντεκόρ φτιαγμένο από σπαράγματα κατεστραμμένου ανακτόρου, τα ρούχα που εμφανίστηκαν στην πασαρέλα περιέφεραν μια μελαγχολία, αν όχι απελπισία.
Τσαλακωμένα σακάκια από τραχύ μαλλί, ένα καπιτονέ παλτό από ζαρωμένο δέρμα, σταυρωτά παλτό-σωλήνες, σφιγμένα πάνω σε καχεκτικές σιλουέτες, λεκιασμένες μανσέτες πουκαμίσων, αδιάβροχες κουτσουρεμένες κάπες, σβησμένα χρώματα, σε μια γκάμα από το μπεζ και το γκρι ως το παλιωμένο ροζ, το μελιτζανί, το χρώμα της μέντας και το ναυτικό μπλε… Τα αγόρια της Μιούτσια και του Ραφ, χλωμά και άφαγα, σαν ποιητές σε εξορία, κινήθηκαν σαν μια δήλωση της υψηλής μόδας ότι οι καλές μέρες τελείωσαν.
Αποχαιρετώντας τις ευρύχωρες φόρμες, οι δυο σχεδιαστές στέλνουν στον κόσμο μια στρατιά από μακρόστενες φιγούρες, κομψευόμενες με μια παλιά έννοια, στις οποίες οι αυστηρές γραμμές και οι «στολές» συνυπάρχουν με μια ρετρό αθωότητα. Στη συλλογή τους διακρίνει κανείς ένα φλερτ με την παιδική ηλικία, όχι μόνο στο γενικό σύνολο αλλά και σε ανεπαίσθητες λεπτομέρειες, όπως τα χαλαρά μπερέ και τα καπέλα βροχής με το φαρδύ μπορ ή τα ελαφριά ξεχειλωμένα πλεκτά που φοριούνταν σαν φανέλες, τα φαρδιά μανίκια των πουκαμίσων που ξεπετιούνταν άτσαλα από τα παλτό, αλλά και οι ώμοι σε αυτά, που ήταν πολύ «απαλοί», σχεδόν εύθραυστοι. H πιο αξιοπρόσεκτη πρόταση της συλλογής υπήρξε η στενή γραμμή και οι ηθελημένες ατέλειες στο styling, με πιο κορυφαία (εκτός από τις κρεμασμένες γαλλικές μανσέτες) τις ξεφτισμένες άκρες σε αδιάβροχα τζάκετ, κάτω από τις οποίες ξεπρόβαλλε ένα τουίντ ύφασμα.
Η γενική αίσθηση του σόου απέπνεε ανησυχία ή, αν θέλετε, την ησυχία πριν από μια μεγάλη καταστροφή. Όσο για τα ρούχα, αυτή ήταν η πιο χαρακτηριστική Ραφ Σίμονς συλλογή της Prada των τελευταίων χρόνων, με πολλές αναφορές σε εμβληματικές δουλειές του σχεδιαστή από τις αρχές του 2000: την περίφημη «Black Palms» το καλοκαίρι του 1998, τη «Radioactivity» τον χειμώνα της ίδιας χρονιάς, και την «Kinetic Youth» του 1999, συλλογές που αμφισβήτησαν τα πρότυπα αρρενωπότητας της εποχής, αλλά και την καταπληκτική του συλλογή «Virginia Creepers» (2002), ένα προφητικό σχόλιο για την υπερκατανάλωση και τη ρύπανση.
Dries Van Noten – Ουράνιο τόξο
O Τζούλιαν Κλάουσνερ παρουσίασε την πιο αισιόδοξη και αβίαστη ανδρική συλλογή στο Παρίσι, μια μόδα με συναίσθημα, περιπλανώμενη, χαλαρή όσο και ενδελεχή στις λεπτομέρειές της, και κυρίως ελεύθερη από κανόνες ή τάσεις.
Τα ρούχα του Dries Van Noten, παρά τη σοφιστικέ τους αύρα και το περίπλοκο layering, απέπνεαν πάντοτε την οικειότητα μιας vintage γκαρνταρόμπας σε διαρκή σύνθεση, και είχαν τη δύναμη να μας δείχνουν τον κόσμο ως έναν τόπο ανεξάντλητων ευκαιριών. Ο επί χρόνια συνεργάτης του στο ατελιέ και πλέον επικεφαλής του βελγικού οίκου, Τζούλιαν Κλάουσνερ, στη δεύτερη συλλογή που υπογράφει ξεδιπλώνει ένα ακόμα πιο τολμηρό σύμπαν, υποκύπτοντας ολοκληρωτικά στη γοητεία των «φιλικών» ρούχων, που προσαρμόζονται και αποκτούν διαφορετικό χαρακτήρα, καθώς τα αναμιγνύει κανείς και πειραματίζεται μαζί τους.
Ογκώδη πλεκτά με ρόμβους και εκκεντρικά patterns από την παράδοση της Νήσου Φερ, παράδοξες αναλογίες που παίζουν ανάμεσα στη συρρίκνωση και την υπερβολή, θολά λουλουδένια μοτίβα (τραβηγμένα με Polaroid) και μια παλέτα σε όλους τους τόνους του μπλε και του γκρι, φωτισμένη με παστέλ που θυμίζουν λαστιχένιες καραμελίτσες, μακριά παλτό ψαροκόκαλο, πλεκτά πάτσγουορκ καπέλα με «αυτιά», ζακάρ πανωφόρια, μεταξωτά παντελόνια με ρομαντικές cotton μπάσκες, πολύχρωμα μικρά κασκόλ και αποσπώμενοι πλεκτοί γιακάδες: ο Κλάουσνερ εμπλουτίζει την κληρονομιά του Dries με νεανικότητα, δημιουργώντας ένα μαθητικό στυλ με νοσταλγικά στοιχεία, που όμως στα χέρια του απαλλάσσονται εντελώς από τη μελαγχολία της αναπόλησης καλύτερων εποχών.
Ο τρόπος που συνδυάζει εμπριμέ και τυπώματα με αίσθηση ’80s ή ’70s μαζί με σχέδια που έχει ανασύρει από το αρχείο του oίκου πλάθει ένα λεξιλόγιο χωρίς ταίρι, με πολλαπλές στρώσεις, αρμονικό όσο και χαώδες, για άντρες που δεν θέλουν να νιώθουν περιορισμένοι και βρίσκονται μετέωροι ανάμεσα στην εφηβεία και την ωριμότητα.