Φωτογραφία από το πρώτο άλμπουμ του Larry Clark με τίτλο «Tulsa».

 

 

Στο χωριό μου υπήρχε ένας χρήστης ηρωίνης. Τον θυμάμαι από παιδί να πηγαινοέρχεται σε ένα δρόμο που οδηγούσε στο διπλανό χωριό. Είναι ένας δρόμος που για να τον διασχίσεις με τα πόδια θες περίπου ένα τέταρτο. Πολλές φορές θυμάμαι ότι περπατούσε φτιαγμένος, τον προσπερνούσα με τα πόδια, τελείωνα κάποιες δουλειές που είχα, επέστρεφα με τα πόδια από τον ίδιο δρόμο και αυτός ήταν ακόμα στα μισά.

Κάποτε μπήκε σε ένα πρόγραμμα απεξάρτησης, ο αδερφός του μάλλον του βρήκε μια δουλειά, για μερικούς μήνες φαινόταν καλά. Ξανακύλησε, ξαναμπήκε στο πρόγραμμα, ξανακύλησε. Πέθανε πριν δυο χρόνια. Φυσικά από ηρωίνη. Είχα σκεφτεί ότι η επιστροφή του στο χωριό μετά την αποτοξίνωση μάλλον δεν του έκανε καλό. Ότι στην Αθήνα η ανωνυμία πιθανόν να του εξασφάλιζε μια καλύτερη τύχη στην θεραπεία του. Και αυτό γιατί μια άλλη ναρκομανής, από το χωριό μου πάλι, μετά από αποτυχημένες απόπειρες αποτοξίνωσης, μετά από φυλακή, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να είναι εντάξει από αυτά που ακούγονται (σ.σ Αν ακούσεις κάτι θετικό για την ζωή κάποιου πίσω από την πλάτη του στην ελληνική επαρχία, πολλαπλασίασε το επί δυο γιατί τα καλά λόγια δύσκολα λέγονται πίσω από την πλάτη. Για τα κακά λόγια πίσω από την πλάτη του μάλλον θα χρειαστείς την πράξη της αφαίρεσης), ζει στην Αθήνα,τα τελευταία χρόνια έχει πιάσει δουλειά, και δεν έχει επιστρέψει από τότε στο πατρικό της (ή επιστρέφει βράδυ και εξαφανίζεται).

 

 

Συχνά τον σκέφτομαι αυτό τον νεκρό χρήστη χωρίς να είχαμε την ιδιαίτερη σχέση πέρα από ένα «γεια», τα τελευταία χρόνια που καθημερινά βλέπω τους χρήστες ναρκωτικών στο κέντρο της Αθήνας.

Είναι ένα χάος που δεν μπορεί να κρυφτεί κάτω από κανένα χαλάκι της πολιτείας. Περιοχές του κέντρου της Αθήνας, όπως αυτή που μένω, θυμίζουν μικρά χωριά γεμάτα χρήστες ναρκωτικών. Εάν μείνεις για αρκετό χρονικό διάστημα στην περιοχή οι φάτσες σου είναι οικείες. Η κοπέλα στην πλατεία Κουμουνδούρου που έχει κατασκηνώσει μαζί με άλλους κάτω από το γκράφιτι του Bleeps. Ένας κοντά στα σαράντα που ζητιανεύει πέφτοντας σχεδόν πάνω στα αυτοκίνητα της Πειραιώς. Ένας άλλος πάνω σε ένα καροτσάκι με κομμένο πόδι, χωρίς φλέβες που κάθεται στο φανάρι της Αχιλλέως και αυτοκίνητα περνούν ανάμεσα του. Και εκείνη η εικόνα της 3ης Σεπτεμβρίου που αν κατά τύχη βρεθείς απογευματινή ώρα τρομάζεις από το θέαμα. Χρήστες περιφέρονται ανάμεσα στον κόσμο κατακίτρινοι, ζόμπι μέσα σε λήθαργο «χορτάτα» από το δικό τους αίμα ψάχνουν την δόση τους.

 

 

Όλοι αυτοί υπήρχαν και πριν την οικονομική κρίση. Το κράτος δεν έκανε αρκετά τότε και δεν κάνει αρκετά τώρα ίσως γιατί προτεραιότητα έχουν άλλα ζητήματα. Τους θυμάται μόνο όταν κάποια μονάδα απεξάρτησης ξεσηκώνει τις αντιδράσεις των κατοίκων της περιοχής που μεταφέρεται ή όταν έχει Ολυμπιακούς Αγώνες για να μην του χαλάσουν την γυαλιστερή του εικόνα, τους στοιβάζει με τσαπατσουλιά οπουδήποτε.

 

Είναι χαμένοι και ξεχασμένοι από όλους. Η ανωνυμία τους στην Αθήνα το μόνο που τους έχει εξασφαλίσει είναι να αποτελούν μέρος του χάους της.

Μου έλεγε μια γνωστή μου που έχει δουλέψει σε κέντρα απεξάρτησης για τον αγώνα αρκετών χρηστών να ενταχθούν σε ένα πρόγραμμα. Για τις ατέλειωτες λίστες αναμονής που υπάρχουν. Είναι ένα θέμα που επείγει εξίσου με την φτώχεια και θα έπρεπε να είναι από τα νούμερο ένα ζητήματα στην «ατζέντα των κυβερνώντων».

Αλλά να μου πεις εδώ θα κάνουμε πως δεν υπάρχουν οι άστεγοι σε δυο μήνες που θα έρθει η άνοιξη, με τους ναρκομανείς θα ασχολούμαστε;