Από τον Πάνο Μιχαήλ

 

 

 

Η Δόμνα Σαμίου τραγουδούσε για να μην ξεχάσουμε.

 

 

 

Αυτό έχω την αίσθηση πως αποκομίζει κάποιος άμα σταθεί για λίγη ώρα και μελετήσει τη περιπτωσή της. 

 

Τραγουδώ, για την Σαμίου σήμαινε πρώτα απ' όλα ξεφυλλίζω το μεγάλο βιβλίο της ανθρώπινης  μνήμης (και περιπέτειας) με τον τρόπο που του αρμόζει.  Σαν γιορτή προτίστως. Όπως γινόταν από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα άλλωστε.

 

 

Αλλά και για να μη περπατήσω και χαθώ στις πυκνές διακλαδώσεις του μοντέρνου κόσμου χωρίς τη κυτταρική προγονική σκεύη, συμπιεσμένος από τη βουλιμία του αγχωτικού καθορισμού του μέλλοντος μου, γυμνός και μεταλλαγμένος. 

 

 

Γνώριζε, σχεδόν διασθητικά, πως το τραγούδι ως στιγμή φώτισης,  τροφή ονειροπόλησης και  βασική ανάγκη έκφρασης αφουγκράζεται και αφηγείται με τον πιο καθοριστικό αλλά και με τον πιο ποιητικό τρόπο όλες τις λύπες και τις χαρές, σαρώνει πυκνά και διαπερνά κάθε κοινωνία που το γέννησε και καθρεφτίζει χωρίς να γνωρίζει περιορισμούς και όρια ένα αίσθημα κοινό ανέγγιχτο από το πυρετό του χρόνου.

 

 

Όπως γνώριζε επίσης πως οι μουσικές που συνέλεγε, τα αρωματικά ηχοτοπία, οι λαικοί ιριδισμοί πάντα ακίνητοι αλλά και πάντοτε ζωντανοί όσο υπήρχαν μέσα στο πλαίσιο μιας κοινότητας που συνδεόταν στέρεα με το παρελθόν μπορούσαν να αποκτάνε ξανά υπόσταση.

 

Ήταν το διαφαινόμενο και αναποφεύκτο ξέφτισμα εκείνου του τρόπου ζωής που την έκανε ως σάρκινος σκληρός δίσκος να αρχίσει την διαδικασία της διαφύλαξης αλλά και της διάδοσης του για να μη διαβρώσει η λήθη τη συλλογική μνήμη.

 

 

Δεν ήταν εύκολο, όπως κάθε τι που στηρίζεται σε επίκεντρα του ψυχικού βίου. Το ενστικτό της όμως, το αίσθημα αποστολής που την διακατείχε και η πυρετική της θέληση κατάφεραν παρ' όλα τα εμπόδια  και τις κακοτοπιές να συντελέσουν σε ένα αποτέλεσμα που δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί με τον τρόπο που αυτή το έφερε εις πέρας.

 

Και άλλοι δραστηριοποιήθηκαν στο πεδίο της και πριν και μετά. Έχω την αίσθηση όμως πως αυτή υπήρξε ιδανική θεματοφύλακας και αγγελιοφόρος της πολυσυκοφαντημένης παράδοσης πέρα από ακαδημαϊκούς εγκιβωτισμούς και περιχαρακώσεις.

 

 

Διαισθανόταν πως αν όλο αυτό που έκανε ξέπεφτε σε μια στείρα συλλογή, μελέτη και αποδελτίωση θα νεκρωνόταν οριστικά. Έπρεπε να ξανασυναντηθεί με το κοινωνικό σώμα, να μπολιαστεί με την ανθρώπινη ψυχή του τώρα για να συνεχίσουν οι χυμοί του να ρέουν. Και το έκανε να συμβεί. Σχεδόν πυρετικά.

 

 

Όπως όλοι όσοι διαφυλάσουν στη ψυχή τους έναν μόνιμο πυρήνα  παιδικής ηλικίας ως αντίβαρο . Αυτό ένιωθα όποτε την παρατηρούσα να μιλάει, να τραγουδάει, να φλέγεται.

 

 

 

 Πως τραγουδούσε για να μη ξεχάσουμε. Το παιδί.

 

 

 

 

 Αντίο κυρία Δόμνα*