Έχω εδώ και χρόνια μια περίεργη λαγνεία με τις εκκλησίες. Το δέος είναι πιο σημαντικό από όλα τα συναισθήματα γιατί δεν μπορείς να το ορίσεις. Εμένα μου προκαλεί ερωτισμό και σεξουαλικότητα... Φωτό & visual design: Luca Bonnati
Έχω εδώ και χρόνια μια περίεργη λαγνεία με τις εκκλησίες. Το δέος είναι πιο σημαντικό από όλα τα συναισθήματα γιατί δεν μπορείς να το ορίσεις. Εμένα μου προκαλεί ερωτισμό και σεξουαλικότητα... Φωτό & visual design: Luca Bonnati

 

Με τον Δημήτρη Σκύλλα γνωριστήκαμε τον προηγούμενο χειμώνα, όταν κλήθηκε από τη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών να παρουσιάσει τη δουλειά του στο πλαίσιο του Kyklos Ensemble. Τότε όλα τα μεγάλα μέσα της Ελλάδας είχαν δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για τη δουλειά του 28χρονου συνθέτη. Οκτώ περίπου μήνες μετά, την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου, ο Δημήτρης παρουσιάζει στο Αβαείο του Γουέστμινστερ ένα νέο έργο που βασίζεται πάλι σε ηπειρώτικο μοιρολόι, γραμμένο αυτή τη φορά για εκκλησιαστικό όργανο, το «EARTH MINUS», σε ερμηνεία της Ουρανίας Γκάσιου. Ο Βολιώτης μουσικός έχει κλείσει πλέον μια δεκαετία από τότε που έφυγε από την Ελλάδα για να σπουδάσει στην Αγγλία, ενώ εξακολουθεί να ζει και να κινείται δημιουργικά στο Λονδίνο. Η παρακάτω συζήτηση έλαβε χώρα σε ένα καφέ στα στενά της Πλάκας, όπου συναντηθήκαμε το καλοκαίρι, εν μέσω δημοψηφίσματος και ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων. Μόλις είχε ολοκληρωθεί η δεύτερη πρόβα του και ο Δημήτρης έδειχνε ενθουσιασμένος, υπερκινητικός και πιο εξωστρεφής από ποτέ.

 

Με την πίεση υφίσταται η Ελλάδα, με τον τεράστιο φόβο να χάσει η χώρα την ταυτότητά της λόγω του ελέγχου που της ασκείται, μου ενισχύεται η ήδη υπάρχουσα ανάγκη για προώθηση μιας κάποιας ελληνικής ενέργειας.

 

 

— Γιατί ήθελες να έρθουμε στην Πλάκα;

Κάνω πολλές βόλτες εδώ όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα. Η Πλάκα έχει ακριβώς τα μεγέθη που ψάχνω και χρειάζομαι αυτή τη στιγμή στη ζωή μου, τα οποία μου δημιουργούν μια «ανοιχτότητα» λόγω των πολλών μικρών δρόμων, αλλά παράλληλα και μια κλειστότητα, μια ασφάλεια πολυχρωμίας και την αίσθηση ότι η Ελλάδα συνεχίζει να υπάρχει, αφού κυκλοφορούν πολλοί τουρίστες, κι εγώ, μια και ζω στο Λονδίνο, είμαι και λίγο τουρίστας και πολύ ντόπιος.

 

— Αυτές τις αισθήσεις σου τις στερεί η ζωή σου στο Λονδίνο;

Το Λονδίνο δεν μου στερεί τίποτα εκτός από την ελληνικότητα που την έχω μέσα μου και την ψάχνω όπου και να 'μαι. Πρόκειται για κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς με τους οποίους έχω μεγαλώσει, τους δημιουργώ και τους επιβάλλω στην καθημερινότητά μου εκεί. Δεν δουλεύω πολύ σε ωράριο, έχω ελεύθερο χρόνο και τριγυρνάω σαν τον κεραμιδόγατο.

 

— Την ελληνικότητα αυτή που, απ' ό,τι αντιλαμβάνομαι είναι σημαντική για τη ζωή σου, την ενθέτεις στη δουλειά σου;

Είναι μια κατάσταση που δεν την αποφάσισα. Επί της ουσίας ήρθε και με βρήκε - αν έμενα στην Ελλάδα δεν θα με είχε βρει, οπότε νιώθω πολύ τυχερός που έγινε έτσι. Δέκα χρόνια στο εξωτερικό και είμαι πολύ χορτάτος από τα πάντα, ταξίδια, γλώσσες, χώρες, κουζίνες, ανθρώπους, έχω δει τόσα πράγματα… Αν έμενα εδώ, θα ήθελα να ασχολούμαι με αυτά.

 

— Όταν επιστρέφεις στην Ελλάδα και συναναστρέφεσαι με ανθρώπους που δεν είναι χορτάτοι όσο εσύ στα στοιχεία που μόλις μου ανέφερες, αισθάνεσαι προνομιούχος;

Αισθάνομαι ότι είναι καθήκον μου να μιλήσω και να μεταφέρω τις εμπειρίες που έχω, να σπρώξω τον άλλο να δει κάποια πράγματα και ταυτόχρονα ο άλλος να με σπρώξει να δω αυτά που εγώ έχω χάσει, που όταν έρχομαι εδώ με εκπλήσσουν.

 

— Τι σε έχει εκπλήξει στη δεδομένη χρονική συγκυρία;

Ενώ διαλυόμαστε ως κράτος, ο κόσμος συνεχίζει να βγαίνει, να περνάει καλά. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να κάνουν έρωτα και να αγνοούν τις κακουχίες. Εμείς στο εξωτερικό ανησυχούσαμε πολύ περισσότερο γιατί δεν έχουμε όλη την εικόνα παρά μόνο αυτή που μας μεταφέρουν τα μίντια.

 

— Οπότε το συμπέρασμά σου, τώρα που βρίσκεσαι εδώ, είναι ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο δραματικά όσο φαίνονται;

Όχι, τα πράγματα είναι πιο δραματικά από αυτό που φαίνεται, αλλά έχουμε μια τεράστια θετική αντιμετώπιση ακόμα κι όταν πνιγόμαστε. Βρίσκουμε τον τρόπο και δημιουργούμε τις καταστάσεις για να περνάμε καλά. 

 

Ο ήχος είναι ό, τι πιο αφαιρετικό υπάρχει στις τέχνες και οι συνθέτες, από μια εποχή κι έπειτα, όταν πέρασαν στον λεγόμενο μεταμοντερνισμό, είχαν μια τέτοια αφαιρετική προσέγγιση του ήχου που ο καθημερινός άνθρωπος απλώς δεν μπορούσε να ακολουθήσει. Εγώ θέλω να προσθέτω σημεία αναφοράς και ηχητικής οικειότητας ώστε ο νέος άνθρωπος να μπορεί να ακολουθήσει... Φωτό & visual design: Luca Bonnati
Ο ήχος είναι ό, τι πιο αφαιρετικό υπάρχει στις τέχνες και οι συνθέτες, από μια εποχή κι έπειτα, όταν πέρασαν στον λεγόμενο μεταμοντερνισμό, είχαν μια τέτοια αφαιρετική προσέγγιση του ήχου που ο καθημερινός άνθρωπος απλώς δεν μπορούσε να ακολουθήσει. Εγώ θέλω να προσθέτω σημεία αναφοράς και ηχητικής οικειότητας ώστε ο νέος άνθρωπος να μπορεί να ακολουθήσει... Φωτό & visual design: Luca Bonnati

 

— Έβλεπα στα social media όλο αυτό το διάστημα ότι κι εσύ, όπως και όλοι, είχες πολύ συγκεκριμένες ανησυχίες. Σε επηρέασε η φάση για τη γραφή του συγκεκριμένου έργου; Με άλλα λόγια, αν τα πράγματα ήταν πιο «ομαλά» αυτό το καλοκαίρι, το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό;

Όπου και να πηγαίνω, όπου κι αν βρίσκομαι, θα είμαι ένας Έλληνας συνθέτης, αν και δεν έχω ζήσει ως ενήλικας στην Ελλάδα. Με τα γεγονότα, λοιπόν, και την πίεση που υφίσταται η Ελλάδα, με τον τεράστιο φόβο να χάσει η χώρα την ταυτότητά της λόγω του ελέγχου που της ασκείται, μου ενισχύεται η ήδη υπάρχουσα ανάγκη για προώθηση μιας κάποιας ελληνικής ενέργειας και ταυτότητας. Δεν είναι απαραίτητο κάθε έργο μου να βασίζεται σε κάτι ελληνικό. Μπορεί να συμβαίνει σε δεύτερο επίπεδο, η αισθητική του έργου να έχει μια ελληνικότητα χωρίς άμεσες αναφορές. Η κατάσταση μου δίνει πείσμα τελικά. Έχω την πολυτέλεια να παρουσιάσω ένα έργο στο Αβαείο του Γουέστμινστερ; Εκεί θα υπάρξει ένα τεράστιο ελληνικό μήνυμα σε διεθνές και ελληνικό κοινό που θα μπορέσει να το βιώσει σε έναν τόσο σημαντικό χώρο, ο οποίος, αν μη τι άλλο, διαφημίζεται.

 

— Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ελληνικής αισθητικής που θα ήθελες να διέπουν το συγκεκριμένο έργο και να περαστούν στο κοινό που θα το παρακολουθήσει;

Λιτότητα -πόσο έχει εκφυλιστεί η σημασία της λέξης στις μέρες μας!-, με την έννοια της απλότητας, καθαρότητα και ειλικρίνεια, αμεσότητα και δύναμη. Είναι πολύ σημαντικό να καταφέρεις να δημιουργήσεις, σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης, κάτι πραγματικά δυνατό και ταυτόχρονα λιτό. Συνήθως στην προσπάθεια να φτιάξουμε κάτι δυνατό φτάνουμε σε έναν μαξιμαλισμό. Βάζουμε και προσθέτουμε και προσθέτουμε... Αυτό ουσιαστικά αποδυναμώνει την κεντρική ιδέα. Και φυσικά, η ειλικρίνεια και η αμεσότητα σχετίζονται με την έκφραση των Ελλήνων – είμαστε πολύ πιο άμεσοι σε σχέση με άλλους λαούς και αυτό με γοητεύει. Όταν μιλάμε για μοιρολόι, μιλάμε για την πλήρη αμεσότητα του ψυχισμού. Για παραδοχή μιας μακάβριας κατάστασης. Δεν υπάρχουν πλάγιοι τρόποι για να εκφράσεις τον θρήνο.

 

— Υπάρχουν ωστόσο τεράστιες διαφορές στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται, αντιμετωπίζει και εξωτερικεύει ο μέσος Έλληνας τον θάνατο, σε σχέση με τους Δυτικοευρωπαίους.

Νομίζω ότι οι διαφορές έχουν να κάνουν περισσότερο με το βορράς-νότος. Στη νότιο Κορέα υπάρχουν παραδόσεις με γυναίκες που στις κηδείες κλαίνε και πέφτουν στα γόνατα βγάζοντας κραυγές - είναι η δουλειά τους αυτή. Ίσως είναι τα καιρικά φαινόμενα που παίζουν ρόλο. Και στην Ιταλία έχουν παρόμοιους τρόπους έκφρασης.

 

 

— Ας περάσουμε στην ουσία του ίδιου του έργου και τη συνεργασία σου με την οργανίστα Ουρανία Γκάσιου. Πώς προέκυψε και πώς καταφέρατε να σας παραχωρήσουν έναν τόσο σημαντικό χώρο;

Το έργο βασίζεται σε μοιρολόι, είναι το δεύτερό μου σχετικό έργο, μετά από εκείνο που παρουσίασα τον χειμώνα στη Στέγη. Ξεκίνησα να το γράφω στα μέσα Ιουνίου. Κάναμε την πρώτη μας προσέγγιση-πρόβα στον Καθεδρικό του Γουέστμινστερ, ένα άλλο παραπλήσιο μνημείο τεράστιας σημασίας. Η Ουρανία Γκάσιου παίζει εκκλησιαστικό όργανο, ζει κι αυτή στο Λονδίνο, αλλά παράλληλα είναι οργανίστα στο Μέγαρο Μουσικής. Είναι καταπληκτική μουσικός, έχει μια χάρη και μια απλότητα που μου δίνει χώρο να γράψω δίπλα της. Το μοιρολόι λοιπόν στο οποίο βασίστηκα λέγεται «Σήκω Μαργιόλα». Η Μαργιόλα είναι μια γυναίκα που πέθανε και το μοιρολόι την προτρέπει να «σηκωθεί και να κάνει φτυάρια τα χέρια της για να βγει από το χώμα».

Η Ουρανία, έχοντας καταγωγή από την Ήπειρο, ενδιαφέρθηκε πολύ για τη δουλειά μου όταν άκουσε την προηγούμενη συναυλία στη Στέγη. Ήθελε να παίξει κάτι παραδοσιακό, δικό μου, σε παγκόσμια πρεμιέρα. Εμένα ποτέ πριν δεν μου είχε περάσει από το μυαλό να γράψω μοιρολόι για εκκλησιαστικό όργανο, το θεωρώ αρκετά πολύπλοκο όργανο με πολύ δυνατό ήχο. Η Ουρανία μου εγγυήθηκε καλλιτεχνικά ότι θα είναι εκεί να με καθοδηγεί, ήταν απαραίτητη προφανώς και για την ίδια τη γραφή του έργου και άντλησα στοιχεία από τη μουσική της υπόσταση. Αυτά τα στοιχεία τα χρησιμοποίησα στο έργο, μαζί με την επιρροή δύο πολύ σημαντικών καλλιτεχνών στους οποίους αφιερώνω αυτήν την εκτέλεση, της Björk και του video artist Bill Viola. Το «ΕARTH MINUS» έχει στοιχεία και από τους δύο, τόσο στο υλικό όσο και στην αίσθηση.

Κάλεσαν λοιπόν την Ουρανία να παίξει στο Αβαείο. Τα πιο σημαντικά γεγονότα της Βρετανίας λαμβάνουν χώρα στο Αβαείο. Είναι θαμμένοι εκεί εκατοντάδες άνθρωποι, εκεί γίνονται οι βασιλικές στέψεις, εκεί έγινε η κηδεία της Νταϊάνα, ο γάμος του Γουίλιαμ με την Κέιτ…  

 

— Το εκκλησιαστικό όργανο είναι συνυφασμένο με τη δυτική μουσική. Πώς θα ακουστεί ένα ελληνικό μοιρολόι σε αυτό; Θα προκύψει αντίθεση μεταξύ ανατολικής και δυτικής εκκλησίας;

Στην Ελλάδα έχουμε μόνο ένα όργανο, στο Μέγαρο. Ήταν τεράστια πρόκληση να γράψω για όργανο, στην αρχή νόμιζα ότι δεν θα μπορούσα να βγάλω κανέναν ήχο μοιρολογιού, αλλά τελικά διέθετα τεράστια παλέτα δυναμικών και δονήσεων.

Η Ουρανία με εισήγαγε σε έναν χώρο που λαχταρούσα να μπω, παρότι δεν είμαι καθόλου θρήσκος - σε αυτό των εκκλησιών. Έχω εδώ και χρόνια μια περίεργη λαγνεία με τις εκκλησίες, μου δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας και εύθραυστα συναισθήματα. Η εκκλησία είναι ένας δομημένος χώρος που έχει σκοπό να συλλέξει την ίδια ενέργεια των ανθρώπων προς κάτι.

Στην πρώτη πρόβα στον Καθεδρικό του Γουέστμινστερ, που είναι επίσης μια τεράστια εκκλησία, ήμασταν μόνοι μας. Το δέος δεν περιγράφεται. Το δέος είναι πιο σημαντικό από όλα τα συναισθήματα γιατί δεν μπορείς να το ορίσεις. Εμένα μου προκαλεί ερωτισμό και σεξουαλικότητα. Μελλοντικά θέλω πάρα πολύ να παρουσιάσω το «EARTH MINUS» και στην Ελλάδα, στο Μέγαρο. Θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να παρατηρήσω τις διαφορές στις αντιδράσεις ανάμεσα στο κοινό του Αβαείου και το κοινό του Μεγάρου.

 

— Αυτές οι επιβλητικές φωτογραφίες που συνοδεύουν την προώθηση της συναυλίας και του έργου ήταν δική σου ιδέα;

Οι φωτογραφίες  είναι προσφορά του Luca Bonnati, ενός ανερχόμενου CGI designer που σχεδιάζει σκηνικά για μερικές από τις μεγαλύτερες ταινίες παγκοσμίως. Ενδιαφέρθηκε πολύ να μου κάνει τα visuals για την προώθηση του Αβαείου. Θέλω να ταιριάζει αισθητικά το οπτικό υλικό με τον ήχο μου, για να καταλαβαίνει ο κόσμος κάτι περισσότερο για μένα.

 

Το Λονδίνο δεν μου στερεί τίποτα εκτός από την ελληνικότητα που την έχω μέσα μου και την ψάχνω όπου και να 'μαι. Πρόκειται για κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς με τους οποίους έχω μεγαλώσει, τους δημιουργώ και τους επιβάλλω στην καθημερινότητά μου εκεί... Φωτό & visual design: Luca Bonnati
Το Λονδίνο δεν μου στερεί τίποτα εκτός από την ελληνικότητα που την έχω μέσα μου και την ψάχνω όπου και να 'μαι. Πρόκειται για κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς με τους οποίους έχω μεγαλώσει, τους δημιουργώ και τους επιβάλλω στην καθημερινότητά μου εκεί... Φωτό & visual design: Luca Bonnati

 

— Θα σε ενδιέφερε να κινηθείς δισκογραφικά και να συγκεντρώσεις τη δουλειά σου σε κάποια επίσημη κυκλοφορία, ώστε να έχουμε πρόσβαση σε αυτή πέραν των συναυλιών και του YouTube; Η δισκογραφία φαίνεται να μην έχει πια λόγο ύπαρξης, αλλά εγώ θεωρώ ότι αν είχα να επιλέξω πλέον μόνο ένα είδος μουσικής που πραγματικά θα άξιζε να δισκογραφείται με τον παραδοσιακό τρόπο, θα ήταν η κλασική μουσική που έχει μια διαχρονικότητα.

Όταν έρθει η ώρα, θέλω να οργανώσω  τις σωστές συλλογές. Δεν θέλω να γίνει αυθαίρετα αυτό το βήμα. Έχω μια μεγάλη σχετική ιδέα, αλλά δεν θα σου την πω γιατί είναι πολύ νωρίς. Ο νέος κόσμος πάντως πρέπει να μάθει περισσότερο γι’ αυτή τη μουσική, γιατί δεν υπάρχει αρκετή ενημέρωση.

 

— Τι πιστεύεις ότι πάει λάθος; Γιατί η κλασική μουσική έχει συνδυαστεί στο συλλογικό υποσυνείδητο των νέων με κάτι στείρο με το οποίο η πλειονότητα νιώθει ότι δεν έχει καμία ταύτιση;

Γενικά οι αλλαγές δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Κάτι καινούριο απαιτεί εξοικείωση για να έχει θεμέλια. Κι εγώ όταν ακούω καινούριες δουλειές από αγαπημένους καλλιτέχνες αντιδρώ. Γιατί ανθίζει στην Ελλάδα πρώτα το σύγχρονο θέατρο, μετά ο χορός και τελευταία η μουσική; Θα σου πω εγώ γιατί. Ζούμε σε μια οπτική κοινωνία, είμαστε σκλάβοι του οπτικού. Ο ήχος είναι ό, τι πιο αφαιρετικό υπάρχει στις τέχνες και οι συνθέτες, από μια εποχή κι έπειτα, όταν πέρασαν στον λεγόμενο μεταμοντερνισμό, το αβάν-γκαρντ, είχαν μια τέτοια αφαιρετική προσέγγιση του ήχου που ο καθημερινός άνθρωπος απλώς δεν μπορούσε να ακολουθήσει. Εγώ θέλω να προσθέτω σημεία αναφοράς και ηχητικής οικειότητας ώστε ο νέος άνθρωπος, που δεν ξέρει επαγγελματικά μουσική, να μπορεί να ακολουθήσει.

 

— Θα μπορούσαμε να πούμε φυσικά, ότι το νεανικό κοινό που έχει ανταποκριθεί ήδη θετικά στη δική σου δουλειά, έχει δει στη δική σου εικόνα έναν άνθρωπο που είναι «ένας από εμάς», αφού δεν έχεις καμία σχέση με αυτό που έχουμε στο μυαλό μας ως προς το τι εστί συνθέτης κλασικής μουσικής.

Ένας άνθρωπος ο οποίος βγαίνει, πίνει, διασκεδάζει, χορεύει Μαντόνα… Μιλάμε για αντιθέσεις και στερεότυπα, δεν ξέρω αν είναι λανθασμένες οι απόψεις αυτές. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι πως θέλω σε κάθε πρότζεκτ μου να ενδιαφέρεται όλο και περισσότερος κόσμος. Ήδη έχω προσεγγίσεις από τον χορό και τον κινηματογράφο. Αν σιγουρευτώ ότι μπορώ να ακολουθήσω με τη δική μου ταυτότητα, θα το κάνω.